Μήστρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ερυσίχθων πουλάει την κόρη του, τη Μήστρα. Χαρακτικό του Bauer.

Στην ελληνική μυθολογία, με το όνομα Μήστρα είναι γνωστή μία θυγατέρα του Αίθωνα, ενός από τους γιους του θεού Ηλίου. Η Μήστρα είχε πάρει από τον Ποσειδώνα το χάρισμα να μεταμορφώνεται σε ό,τι αυτή ήθελε. Αργότερα η μορφή του Αίθωνα ταυτίσθηκε με τη μορφή του Ερυσίχθονα, οπότε η Μήστρα θεωρήθηκε κόρη του Ερυσίχθονα και μια από τις Ηλιάδες, συνεπώς εγγονή του Τρίοπα.

Ο Ερυσίχθονας είχε τιμωρηθεί από τη θεά Δήμητρα, λόγω ασέβειας προς το πρόσωπό της, με ακόρεστη αδηφαγία. Έτσι προκειμένου να κατασιγάσει την πείνα του, αρχικά πώλησε όλη την περιουσία του μέχρι που έφθασε στο σημείο να πωλήσει και την κόρη του Μήστρα για να αγοράσει τρόφιμα. Βλέποντας ο θεός Ποσειδώνας την εξέλιξη αυτή και επειδή αγαπούσε την Μήστρα της έκανε δώρο την δυνατότητα να μεταμορφώνεται σε όποιο ζώο επιθυμούσε για να αποφύγει τη δουλεία. Έτσι επανερχόμενη κάθε φορά στο πατρικό της σπίτι πουλιόταν από τον πατέρα της με διαφορετική κάθε φορά μορφή ζώου. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατο του πατέρα της. Μία εκδοχή αναφέρει ότι η Μήστρα, από δική της πρωτοβουλία, εκμεταλλεύθηκε το χάρισμα της μεταμορφώσεως για να πωλείται ως δούλα συνεχώς και να βοηθά έτσι τον πατέρα της.

Μετά τον θάνατο του πατέρα της η Μήστρα παντρεύτηκε τον Αυτόλυκο, με τον οποίο δεν αναφέρεται να απέκτησε κάποιο παιδί. Αντίθετα, ο Ώγυγος μυθολογείται ως γιος της Μήστρας και του Ποσειδώνα.

Στην ικανότητα της Μήστρας να μεταβάλλει τη μορφή της οφείλεται και η παροιμιώδης φράση «μεταβλητότερος Μήστρας», που τη χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για κάποιον ασταθή χαρακτήρα.

Ερμηνεία μύθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μύθος αυτός αποτελεί καταφανή αλληγορία της απαρχής της οικόσιτης κτηνοτροφίας και του εξ αυτής αναπτυσσόμενου εμπορίου.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" τομ.13ος, σελ.503.
  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969