Μάνγκο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάνγκο
Καρποί μάνγκο.
Καρποί μάνγκο.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία: Ροδίδες (Rosidae)
Οικογένεια: Ανακαρδιοειδή (Anacardiaceae)
Γένος: Μανγκοφόρος (Mangifera)
Είδος: Μανγκοφόρος ινδική (M. indica)
Διώνυμο
Μανγκοφόρος ινδική (Mangifera indica)
L.

Το μάνγκο είναι αειθαλές καρποφόρο δέντρο με πυκνή κόμη. Τα φύλλα του είναι βαθυπράσινα και δερματώδη ενώ τα άνθη μικρά, αρωματικά και κιτρινωπά. Το μάνγκο είναι επίσης και ένα ζουμερό πυρηνόκαρπο φρούτο που ανήκει στο γένος Μανγκοφόρος (Mangifera) και αποτελείται από πολλά τροπικά καρποφόρα δέντρα, που καλλιεργούνται κυρίως για τα βρώσιμα φρούτα τους. Οι καρποί του είναι χυμώδεις, σφαιρικοί ή ωοειδείς και μπορεί να ζυγίζουν έως και τα 500 γρμ. Σε ορισμένα δέντρα, υπάρχει η τάση να καρποφορούν χρόνο παρά χρόνο, με ασυνήθιστα καλή παραγωγή. Το κάθε δέντρο, δύναται να παράξει ανά σοδειά έως και 1000 καρπούς.[1] Η πλειονότητα αυτών των ειδών βρίσκονται στη φύση ως άγρια μάνγκο. Όλα ανήκουν στα ανθοφόρα φυτά της οικογένειας των Ανακαρδιοειδών (Anacardiaceae). Το μάνγκο προέρχεται από τη Νότια και τη Νοτιοανατολική Ασία, από όπου έχει διανεμηθεί σε όλο τον κόσμο για να γίνει ένα από τα πιο καλλιεργούμενα φρούτα στους τροπικούς. Η υψηλότερη συγκέντρωση του γένους Μανγκοφόρος (Mangifera) βρίσκεται στην Ινδία.[2]

Μάνγκο στη Σρι Λάνκα.

Ενώ άλλα είδη Mangifera (π.χ. το χόρς μάνγκο (Μ. foetida)) καλλιεργούνται επίσης σε μια πιο τοπική βάση, η Mangifera indica γνωστή ως το "κοινό μάνγκο" ή το "Ινδικό μάνγκο", είναι το μόνο ευρέως καλλιεργούμενο δέντρο μάνγκο σε πολλές τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Προέρχεται από την ινδική υποήπειρο (σημερινή Ινδία και Πακιστάν) και τη Βιρμανία.[2][3]

Είναι το εθνικό φρούτο της Ινδίας, του Πακιστάν και των Φιλιππίνων και το εθνικό δέντρο του Μπαγκλαντές.[4] Σε αρκετές κουλτούρες, τα φρούτα και τα φύλλα του, χρησιμοποιούνται σε τελετουργικούς ανθοστολισμούς γάμων, σε δημόσιες γιορτές και σε θρησκευτικές τελετές.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μάνγκο είναι το μεγαλύτερο οπωροφόρο δένδρο στον κόσμο, ικανό να φθάσει σε ύψος τα 35-40 μέτρα (115-131 ft), με μέση ακτίνα τα 10 μέτρα (33 ft).[5] Τα δέντρα είναι μακρόβια, καθώς ορισμένα δείγματα εξακολουθούν να φέρουν καρπούς μετά και από 300 χρόνια. Συνήθως, η καρποφορία ξεκινά τον 4ο με 6ο χρόνο από την φύτευσή του και η παραγωγή μειώνεται όταν το δέντρο είναι περίπου 40 ετών.[6] Σε βαθιά εδάφη, η κύρια ρίζα κατεβαίνει σε βάθος 6 μέτρων (20 ft), με άφθονη, ευρεία εξάπλωση ριζών τροφοδοσίας, το δέντρο αποστέλλει επίσης τις πολλές ρίζες αγκίστρωσης, που διεισδύουν αρκετά μέτρα του εδάφους. Τα φύλλα είναι άφθονα, εναλλασσόμενα, δερματώδη, γυαλιστερά βαθυπράσινα, λογχοειδή, έως 30 εκ (12 in), μυτερά στις άκρες τους και αρωματικά όταν τριφτούν. Όταν τα φύλλα είναι νέα, είναι πορτοκαλί-ροζ, ταχέως μεταβαλλόμενα σε ένα σκούρο, γυαλιστερό κόκκινο, στη συνέχεια και καθώς ωριμάζουν, σε σκούρο πράσινο.[7] Τα άνθη παράγονται σε τερματικές φούντες 10-40 εκ (3.9 έως 15.7 in) μάκρος. Κάθε λουλούδι είναι μικρό και άσπρο με πέντε πέταλα 5-10 χιλ (0.20 έως 0.39 in) μακριά, με μια ήπια, γλυκιά οσμή που υποδηλώνει κρίνο της κοιλάδας. Πάνω από 400 ποικιλίες των μάνγκο είναι γνωστές, πολλές από τις οποίες ωριμάζουν το καλοκαίρι, ενώ ορισμένες δίνουν διπλή σοδειά.[8] Για να ωριμάσει ο καρπός, χρειάζεται τρεις έως έξι μήνες. Εάν ο καρπός κοπεί ανώριμος, τότε δεν θα αναπτυχθεί η καλύτερή του γεύση, η ωρίμανσή του όμως, θα συνεχιστεί και μετά τη συγκομιδή.[9]

Άγουρα μάνγκο.

Το ώριμο φρούτο διαφέρει σε μέγεθος και χρώμα. Οι καλλιέργειες  διαφέρουν ποικιλοτρόπως σε κίτρινες, πορτοκαλί, κόκκινες, ή πράσινες και φέρουν ένα ενιαίο στενόμακρο πεπλατισμένο κέλυφος το οποίο μπορεί να είναι ινώδες ή τριχωτό στην επιφάνεια και το οποίο δεν διαχωρίζεται εύκολα από τον πολτό. Τα ώριμα, μη αποφλοιωμένα μάνγκο αναδύουν ένα διακριτικό ρητινώδες, γλυκό άρωμα. Μέσα στο κέλυφος (πάχους 1-2 χιλ) υπάρχει μια λεπτή επένδυση η οποία καλύπτει ένα μεμονωμένο σπόρο (μήκους 4-7 χιλ). Ο σπόρος περιέχει το έμβρυο φυτό. Τα μάνγκο έχουν απείθαρχους σπόρους, δεν επιβιώνουν στην κατάψυξη και στην ξήρανση.[10]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πράσινα μάνγκο.

Η λέξη μάνγκο προέρχεται από την Αγγλική λέξη mango (πληθυντικός mangoes or mangos) και πηγάζει από τη λέξη māṅṅa της γλώσσας των Μαλαγιάλαμ (η Δραβιδιανή γλώσσα του ινδικού κρατιδίου της Κεράλα, που είναι στενά συνδεδεμένη με τα Ταμίλ) μέσω της Πορτογαλικής λέξης μάνγκα (manga)) κατά τη διάρκεια του εμπορίου των μπαχαρικών με την Κεράλα το 1498.[11][12]

Διατομή ενός καρπού μάνγκο.

Πρώτη καταγεγραμμένη μαρτυρία της λέξης σε ευρωπαϊκή γλώσσα ήταν ένα κείμενο γραμμένο από τον Ludovico di Varthema στα ιταλικά το 1510, ως manga ? Οι πρώτες καταγεγραμμένες εμφανίσεις σε γλώσσες όπως τα γαλλικά και τα μετακλασικά λατινικά εμφανίζονται να είναι μεταφράσεις από αυτό το κείμενο στην ιταλική γλώσσα. Η προέλευση του τελικού  "-o" στα αγγλικά είναι ασαφής.[13] Το μάνγκο αναφέρεται επίσης από τον Hendrik van Rheede, τον Ολλανδό διοικητή του Μάλαμπαρ (Malabar) (Βόρεια Κεράλα) στο βιβλίο του Hortus Malabaricus, μια επιτομή των φυτών του Malabar με βάση την οικονομική και την φαρμακευτική τους αξία, που δημοσιεύθηκε το 1678.[14] Όταν τα μάνγκο εισήχθησαν για πρώτη φορά στις αμερικανικές αποικίες στα μέσα του 17ου αι, έπρεπε να γίνουν τουρσί λόγω της έλλειψης ψύξης. Και άλλα φρούτα επίσης που γίνονταν τουρσί κατέληξαν να αποκαλούνται "μάνγκο", ειδικά οι πιπεριές φούσκες και από τον 18ο αιώνα η λέξη "mango" έγινε ένα ρήμα που σημαίνει "τη διατήρηση".[15]

Καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δέντρα μάνγκο με καθαρό ουρανό στο φόντο.
Περιβόλι με Μάνγκο στο Μουλτάν, Πακιστάν.

Τα μάνγκο καλλιεργούνται στη Νότια Ασία για χιλιάδες χρόνια και φτάσανε στην Ανατολική Ασία μεταξύ του 5ου και 4ου αι π.Χ.[16] Η καλλιέργειά του στην Ανατολική Αφρική (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), ξεκίνησε κατά το 10ο αι μ.Χ.[16] Ο Μαροκινός ταξιδιώτης του 14ου αι Ιμπν Μπαττούτα (Ibn Battuta) το ανέφερε στο Μογκαντίσου.[17] Η καλλιέργειά του ήρθε αργότερα στη Βραζιλία, τις Δυτικές Ινδίες και το Μεξικό, όπου το κατάλληλο κλίμα, επέτρεψε την ανάπτυξή του.[16] Το μάνγκο πλέον καλλιεργείται στα περισσότερα τροπικά και θερμότερα υποτροπικά κλίματα που δεν έχουν παγετό. Σχεδόν το ήμισυ της παραγωγής των μάνγκο παγκοσμίως, καλλιεργούνται αποκλειστικά στην Ινδία, με τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή παραγωγής να είναι στην  Κίνα.[18][19][20] Τα μάνγκο καλλιεργούνται επίσης στην Ανδαλουσία της Ισπανίας (κυρίως στην επαρχία της Μάλαγα), καθώς το παράκτιο υποτροπικό της κλίμα είναι ένα από τα λίγα μέρη στην ηπειρωτική Ευρώπη, που επιτρέπει την ανάπτυξη των τροπικών φυτών και οπωροφόρων δέντρων. Οι Κανάριοι Νήσοι είναι άλλη μια αξιόλογη Ισπανική παραγωγός του καρπού. Άλλοι καλλιεργητές υπάρχουν στη Βόρεια Αμερική (στη Νότια Φλόριντα και στη Καλιφόρνια, στην κοιλάδα Coachella), Νότια και Κεντρική Αμερική, την Καραϊβική, τη Χαβάη, τη Νότια, Δυτική και την Κεντρική Αφρική, την Αυστραλία, την Κίνα, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και τη Νοτιοανατολική Ασία. Αν και η Ινδία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός των μάνγκο, αντιπροσωπεύει ποσοστό λιγότερο από το 1% του διεθνούς εμπορίου μάνγκο. Η Ινδία καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της δικής της παραγωγής.[21] Πολλές εμπορικές καλλιεργούμενες ποικιλίες, μπολιάζονται με το σκληραγωγημένο στο κρύο ρίζωμα, της ποικιλίας μάνγκο «Gomera-1» που προέρχεται από την Κούβα. Το ριζικό του σύστημα είναι καλά προσαρμοσμένο για ένα παράκτιο μεσογειακό κλίμα.[22] Πολλές από τις 1000 και πλέον ποικιλίες, καλλιεργούνται εύκολα με τη χρήση εμβολιασμένων δενδρυλλίων, που κυμαίνονται από το "τερπεντάιν μάνγκο" (turpentine mango) (το όνομά του οφείλεται από την έντονη γεύση τερεβινθίνης (νεφτιού))[23]) έως το "χουέβος ντε τόρο" (huevos de toro) (σημαίνει αυγά του ταύρου, αναφερόμενο εγκωμιαστικά στο σχήμα και το μέγεθος των όρχεων του ταύρου). Οι ποικιλίες του νάνου ή του μισονάνου χρησιμεύουν ως καλλωπιστικά φυτά και μπορούν να αναπτυχθούν σε γλάστρες.

Μία μεγάλη ποικιλία από ασθένειες μπορούν να πλήξουν τα μάνγκο.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μάνγκο είναι γενικά γλυκά, αν και η γεύση και η υφή της σάρκας διαφέρει μεταξύ των ποικιλιών, μερικά έχουν μια μαλακή, πλαδαρή υφή παρόμοια με το υπερώριμο δαμάσκηνο, ενώ άλλα είναι πιο σφριγηλά, όπως το πεπόνι ή το αβοκάντο και μερικά μπορούν να έχουν μια ινώδη υφή. Το δέρμα των άγουρων μάνγκο, ως τουρσί ή ως μαγειρεμένων μάνγκο μπορεί να καταναλωθεί, αλλά έχει τη δυνατότητα σε ευαίσθητα άτομα, να προκαλέσει δερματίτιδα εξ επαφής των χειλιών, των ούλων ή της γλώσσας.

Συνθήκες ανάπτυξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μάνγκο Mangifera indica ορισμένες φορές, φυτρώνουν με επιτυχία και στις εύκρατες περιοχές, όμως ένα ηλιόλουστο, προφυλαγμένο περιβάλλον είναι απαραίτητο. Θα πρέπει να προστατεύονται από τους ψυχρούς ανέμους και μπορούν να ανεχθούν τους παγετούς από τη στιγμή που έχουν ριζώσει καλά. Παρά το γεγονός ότι το ίδιο το δέντρο μπορεί να αναπτυχθεί σε κάτω από λιγότερο από άριστες κλιματολογικές συνθήκες, οι απαιτήσεις του για την παραγωγή καρπών είναι πιο απαιτητικές. Για την καλή παραγωγή των φρούτων, είναι απαραίτητα τουλάχιστον 600 χιλ βροχής ανά έτος, αλλά είναι σημαντικό να έχουν ξηρές καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας και στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης του καρπού. Γι'αυτό το λόγο, όταν αναπτύσσονται μάνγκο σε πιο ψυχρές περιοχές, οι καλές σοδειές συχνά περιορίζονται από τις υπερβολικές βροχοπτώσεις της άνοιξης.[24]

Δέντρο μάνγκο σε πλήρη ανθοφορία στην Κεράλα, Ίνδία.

Χημικά συστατικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μάνγκο, υγρές τροπικές περιοχές της Βραζιλίας.

Η Μανγκιφερίνη (Mangiferin) (ένα φαρμακολογικώς δραστικό φλαβονοειδές, μια φυσική ξανθόνη C-γλυκοσίδιο), εκχυλίζεται από το μάνγκο σε υψηλές συγκεντρώσεις από τα νεαρά φύλλα (172g/kg), τον φλοιό (107g/kg) και από τα γέρικα φύλλα (94g/kg).[25] Το αλλεργιογόνο ουρουσιόλ (urushiol) (ελαιώδες υγρό, που είναι το κύριο συστατικό της ιαπωνικής λάκας και που είναι υπεύθυνο για τις ερεθιστικές ιδιότητες του δηλητηριώδους κισσού και άλλων φυτών), αποτελείται από ένα μείγμα παραγώγων κατεχόλης (katehole), το οποίο είναι παρών στο φλοιό των καρπών και μπορεί να προκαλέσει σε ευαισθητοποιημένα άτομα δερματίτιδα εξ επαφής. Αυτή η αντίδραση είναι πιθανότερο να συμβεί σε άτομα που έχουν εκτεθεί σε άλλα φυτά από την οικογένεια των Ανακαρδιοειδών (Anacardiaceae), όπως το δηλητήριο της βελανιδιάς και του δηλητηριώδους κισσού, τα οποία είναι ευρέως διαδεδομένα στις Ηνωμένες Πολιτείες.[26]

Διατροφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρπός του μάνγκο είναι πολύτιμη πηγή βιταμίνης A, περιέχει επίσης τις βιταμίνες B και C.[27]

Παραδοσιακή ιατρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Αγιουρβέδα (Ayurveda), χρησιμοποιείται σε έναν τύπο Ρασαϊάνα (Rasayana) (βλ.), εκκαθάρισης της πέψης και της οξύτητας που οφείλεται ένεκα της πίτα (θερμότητας), ορισμένες φορές με άλλες ήπιες ξυνίλες και shatavari (σπαράγγια racemosus) και guduchi (tinospora cordifolia). Σε αυτό το ανατολίτικο σύστημα παραδοσιακής ιατρικής, ποικίλες φαρμακευτικές ιδιότητες αποδίδονται σε διάφορα μέρη του δέντρου. Το μάνγκο τόσο ως τρόφιμο όσο αλλά και ως φάρμακο, είναι ένα αντιδιουρητικό, αντιδιαρροϊκό, αντιεμετικό και καρδιακό βότανο.[28]

Ξυλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το δέντρο είναι περισσότερο γνωστό για τους καρπούς του και όχι για την ξυλεία του. Ωστόσο, τα δέντρα μάνγκο μπορούν να μετατραπούν σε ξυλεία όταν η διάρκεια της ζωής τους στην καρποφορία έχει τελειώσει. Το ξύλο είναι επιρρεπές σε τραυματισμούς από μύκητες και έντομα.[29]Το ξύλο χρησιμοποιείται για την κατασκευή μουσικών οργάνων όπως το ουκουλέλε (ukulele) (μικρή τετράχορδη κιθάρα από τη Χαβάη), κόντρα πλακέ και έπιπλα χαμηλού κόστους.[30] Το ξύλο είναι επίσης γνωστό για την παραγωγή φαινολών ουσιών που μπορούν να προκαλέσουν δερματίτιδα εξ επαφής.[31]

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρεται σε τραγούδια του σανσκριτικού ποιητή Καλιντάσα (Kalidasa), του 4ου αι μ.Χ. Πριν από αυτό, πιστεύεται ότι το είχαν δοκιμάσει ο Μέγας Αλέξανδρος (3ο αι π.Χ.) και ο Κινέζος προσκυνητής Χιέουν Τσάνγκ (Hieun Tsang) (7ο αι μ.Χ.). Αργότερα το 16ο αι, ο αυτοκράτορας των Μουγκχάλ (Mughal) Άκμπαρ (Akbar), λέγεται 'οτι φύτευσε 100.000 δέντρα μάνγκο στη Νταρβχάνγκα (Darbhanga) και στο Μπιχάρ, σε μια θέση που είναι σήμερα γνωστή ως Λάκχι Μπάγκχ (Lakhi Bagh) στην ανατολική Ινδία.[32] Το είδος φαίνεται να έχει εξημερωθεί στην Ινδία, γύρω στο 2000 π.Χ.[33] Κατά το 400-500 π.Χ. φέρεται από την Ινδία, στην Ανατολική Ασία, κατόπιν, τον 15ο αι στις Φιλιππίνες και στη συνέχεια, τον 16ο αι από τους Πορτογάλους, στην Αφρική και τη Βραζιλία.[34] Το είδος αυτό περιγράφηκε για την επιστήμη, από τον Λινναίο (Linnaeus) το 1753.[35] Στο Θεραβάντα Βουδισμό, το μάνγκο λέγεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί ως το δέντρο για το ότι πέτυχε την φώτιση, ή Μπόδχι (Bodhi) από τον 23ο Λόρδο Βούδα που ονομάζεται Σίκχι (Sikhi - සිඛි). Το φυτό αυτό είναι γνωστό ως άμπχια (ambhia - අඹ) στη σινχάλα (sinhala) ενώ στην Ανατολική Αφρική (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), το μάνγκο είναι γνωστό στα Σουαχίλικα (Swahili) ως έμπε (embe).

Οι 12 κυριότεροι παραγωγοί Μάνγκο - 2005
σε εκτάρια
Ινδία 1,600,000
Κίνα 433,600
Ταϊλάνδη 285,000
Ινδονησία 273,440
Μεξικό 173,837
Φιλιππίνες 160,000
Πακιστάν 151,500
Νιγηρία 125,000
Γουινέα 82,000
Βραζιλία 68,000
Βιετνάμ 53,000
Μπαγκλαντές 51,000
Παγκόσμια παραγωγή 3,870,200
Πηγή:
UN Food & Agriculture Organisation

(FAO)[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Maclay, σελ. 174, 537-538
  2. 2,0 2,1 Morton J (1987). «Mango». NewCROP, New Crop Resource Online Program, Center for New Crops & Plant Products, Purdue University. σσ. 221–239. https://www.hort.purdue.edu/newcrop/morton/mango_ars.html. 
  3. , Kostermans AJHG, Bompard JM, 1993. The Mangoes: Their Botany, Nomenclature, Horticulture and Utilization
  4. «Mango tree, national tree». 2010-11-15. http://bdnews24.com/bangladesh/2010/11/15/mango-tree-national-tree. Ανακτήθηκε στις 2013-11-16. 
  5. (1846). The Missionary guide-book, p.180. Seeley, Burnside, and Seeley.
  6. Maclay, σελ. 174, 537-538
  7. Frances Perry, σελ. 32
  8. «Mango (Mangifera indica) varieties». http://toptropicals.com/html/toptropicals/articles/fruit/varieties_mango.htm. Ανακτήθηκε στις 2 January 2014. 
  9. Maclay, σελ. 174, 537-538
  10. Marcos-Filho, Julio. «Physiology of Recalcitrant Seeds» (PDF). Ohio State University. http://seedbiology.osu.edu/HCS631_files/12B%20Recalcitrant%20Seeds.pdf. Ανακτήθηκε στις December 3, 2014. 
  11. Mango Merriam Webster Dictionary.
    "Origin of mango: Portuguese manga, probably from Malayalam māṅga. First Known Use: 1582"
  12. «Definition for mango - Oxford Dictionaries Online (World English)». Oxforddictionaries.com. http://oxforddictionaries.com/definition/mango. Ανακτήθηκε στις 2012-06-17. 
  13. OED Online entry mango, n. 1. (Draft revision Sept. 2010, retrieved 13/10/2010)
  14. http://books.google.co.in/books?id=8VWN_LnFZKwC&pg
  15. Creed, Richard (2010-09-05). «Relative Obscurity: Variations of antigodlin grow». Winston-Salem Journal. http://www2.journalnow.com/content/2010/sep/05/032140/relative-obscurity-variations-of-antigodlin-grow/. Ανακτήθηκε στις 2010-09-06.  [νεκρός σύνδεσμος]
  16. 16,0 16,1 16,2 Ensminger 1994: 1373
  17. Watson, Andrew J. (1983). Agricultural innovation in the early Islamic world: the diffusion of crops and farming techniques, 700–1100. Cambridge, UK: Cambridge University Press. σελ. 72–3. ISBN 0-521-24711-X. 
  18. Jedele, S.; Hau, A.M.; von Oppen, M.. «An analysis of the world market for mangoes and its importance for developing countries. Conference on International Agricultural Research for Development, 2003» (PDF). http://www.tropentag.de/2003/abstracts/full/162.pdf. 
  19. «India world's largest producer of mangoes, Rediff India Abroad, April 21, 2004». Rediff.com. 2004-12-31. http://www.rediff.com/money/2004/apr/21india.htm. Ανακτήθηκε στις 2013-01-31. 
  20. «Mad About mangoes: As exports to the U.S. resume, a juicy business opportunity ripens, India Knowledge@Wharton Network, June 14, 2007». Knowledge.wharton.upenn.edu. 2007-06-14. http://knowledge.wharton.upenn.edu/india/article.cfm?articleid=4201. Ανακτήθηκε στις 2013-01-31. 
  21. USAID helps Indian mango farmers access new markets, USAID-India, May 3, 2006[νεκρός σύνδεσμος]
  22. «actahort.org». actahort.org. http://www.actahort.org/members/showpdf?booknrarnr=820_2. Ανακτήθηκε στις 2013-01-31. 
  23. According to the Oxford Companion to Food
  24. Maclay, σελ. 174, 537-538
  25. Barreto J.C., Trevisan M.T.S., Hull W.E., Erben G., De Brito E.S., Pfundstein B., Würtele G., Spiegelhalder B., Owen R.W. (2008). «Characterization and quantitation of polyphenolic compounds in bark, kernel, leaves, and peel of mango (Mangifera indica L.)». Journal of Agricultural and Food Chemistry 56 (14): 5599–5610. doi:10.1021/jf800738r. PMID 18558692. 
  26. Urushiol CASRN: 53237-59-5 TOXNET (Toxicology Data Network) NLM (NIH). Retrieved 22 January 2014.
  27. Maclay, σελ. 174, 537-538
  28. National R&D Facility For Rasayana
  29. «Mango». http://www.wood-database.com/lumber-identification/hardwoods/mango/. Ανακτήθηκε στις 30 August 2014. 
  30. «Economic importance of Mangifera indica». http://greencleanguide.com/2012/05/04/economic-importance-of-mangifera-indica/. Ανακτήθηκε στις 30 August 2014. 
  31. Tu, series editor, Anthony T. (1983). Handbook of natural toxins. New York: Dekker. σελ. 425. ISBN 0824718933. 
  32. «National Fruit». Govt. of India Official website. http://knowindia.gov.in/knowindia/national_symbols.php?id=13. 
  33. Sauer, Jonathan D. (1993). Historical geography of crop plants : a select roster. Boca Raton u.a.: CRC Press. σελ. 17. ISBN 0849389011. 
  34. Gepts, P. (n.d.). «PLB143: Crop of the Day: Mango, Mangifera indica». The evolution of crop plants. Dept. of Plant Sciences, Sect. of Crop & Ecosystem Sciences, University of California, Davis. http://www.plantsciences.ucdavis.edu/gepts/pb143/crop/mango/mango.htm. Ανακτήθηκε στις October 8, 2009. 
  35. GRIN (May 5, 1997). «Mangifera indica information from ARS/GRIN». Taxonomy for Plants. National Germplasm Resources Laboratory, Beltsville, Maryland: USDA, ARS, National Genetic Resources Program. http://www.ars-grin.gov/cgi-bin/npgs/html/taxon.pl?23351. Ανακτήθηκε στις October 8, 2009. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • George Maclay, Peter Joyce, Alan Duggan, Susan Hart, Gabrielle Droomer-Snyman, Christabel Hardacre, Dominique Emery, Marguerite King, Diana Lilford, Judy Beyer, Ethleen Lastovica, Neville Gray, Mary du Plooy, Gail Naidoo, Derek Elsworthy, William de Bruyn, Jack Early (1988). «Fruit». Illustrated Encyclopaedia of Gardening in South Africa. Reader's Digest Association. σελ. 174, 537-538. ISBN 0 947008 01 2. 
  • Frances Perry, Roy Hay (1982). «Trees». Tropical and Subtropical Plants. Ward Lock Limited. ISBN 0-7063-5964-X-Pbk. 

Επιπλέον Ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Litz, Richard E. (ed. 2009). The Mango: Botany, Production and Uses (2nd edition). CABI. ISBN 978-1-84593-489-7

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα: