Μάκβεθ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάκβεθ

Ο ΜάκβεθΜακμπέθ, αγγλ. Macbeth) είναι θεατρικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ γύρω από μία βασιλοκτονία και τα επακόλουθά της. Είναι η μικρότερη τραγωδία του Σαίξπηρ και πιστεύεται ότι γράφτηκε μεταξύ του 1603 και του 1606.

Πηγές του Σαίξπηρ γι' αυτήν την τραγωδία ήταν παλιότερες περιγραφές για τον Μάκμπεθ της Σκωτίας, τον Μακντόφ και τον Ντάνκαν Α' της Σκωτίας. Ωστόσο η ιστορία του Μάκβεθ όπως ειπώθηκε από τον Σαίξπηρ έχει ελάχιστη σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της ιστορίας της Σκωτίας, αφού ο Μάκβεθ ήταν ένας θαυμαστός μονάρχης.

Στον κόσμο του θεάτρου, κάποιοι πιστεύουν ότι το έργο είναι καταραμένο και δεν κατονομάζουν τον τίτλο του, αλλά προτιμούν να το αναφέρουν ως "το Σκωτσέζικο έργο". Εντούτοις, όλα αυτά τα χρόνια το έργο έχει προσελκύσει μερικούς από τους σημαντικότερους ηθοποιούς για τους ρόλους του Μάκβεθ και της Λαίδης Μάκβεθ, έχοντας μεταφερθεί στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στην όπερα, σε κόμικς κ.α.

Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ντάνκαν – Βασιλιάς της Σκωτίας
    • Μάλκολμ – ο μεγαλύτερος γιος του Ντάνκαν
    • Ντόναλμπαιν – ο μικρότερος γιος του Ντάνκαν
  • Μάκβεθ – στρατηγός στο στρατό του βασιλιά Ντάνκαν, κόμης του Γκλάμις και μετά του Κώντορ, και αργότερα βασιλιάς της Σκωτίας
  • Λαίδη Μάκβεθ – η σύζυγος του Μάκβεθ και αργότερα βασίλισσα της Σκωτίας
  • Μπάνκο – φίλος του Μάκβεθ και στρατηγός στο στρατό του βασιλιά Ντάνκαν
    • Φληνς – ο γιος του Μπάνκο
  • Μακντόφ – κόμης του Φάιφ
    • Λαίδη Μακντόφ – η σύζυγος του Μακντόφ
    • Ο γιος του Μακντόφ
  • Ρος, Λέννοξ – Σκωτσέζοι ευγενείς
  • Σίγουαρντ – κόμης του Νορθάμπερλαντ και στρατηγός των αγγλικών δυνάμεων
    • Ο νεαρός Σίγουαρντ – ο γιος του Σίγουαρντ
  • Σέιτον – υπηρέτης και συνοδός του Μάκβεθ
  • Εκάτη – Θεά της μαγείας
  • Τρεις μάγισσες – προβλέπουν ότι ο Μάκβεθ θα γίνει βασιλιάς και ότι βασιλιάδες θα γίνουν και οι απόγονοι του Μπάνκο
  • Τρεις δολοφόνοι
  • Αγγελιαφόρος – φύλακας στο σπίτι του Μάκβεθ
  • Σκωτσέζος γιατρός – γιατρός της Λαίδης Μάκβεθ
  • Η ευγενής κυρία – επιστάτρια της Λαίδης Μάκβεθ

Η πλοκή του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λαίδη Μάκβεθ στεκόμενη δίπλα στον βασιλιά Ντάνκαν

Ο στρατηγός Μάκβεθ, ξάδελφος του βασιλιά της Σκωτίας Ντάνκαν, έχει πάει να καταστείλει μία επανάσταση. Γυρίζει νικητής και τροπαιούχος μαζί με τον φίλο του, Μπάνκο, με τον οποίο συζητάνε για τον καιρό και για τη νίκη ("Δεν είδα 'μέραν, 'σαν αυτήν, τόσον φρικτήν κι' ωραίαν!").[1] Στο δρόμο τους συναντάνε τρεις μάγισσες που προφητεύουν ότι ο Μάκβεθ θα γίνει βασιλιάς και ότι βασιλιάδες θα γίνουν και οι απόγονοι του Μπάνκο . Παρακινούμενος τότε από την αχαλίνωτη φιλοδοξία του, ο Μάκβεθ συλλαμβάνει ένα σατανικό σχέδιο: να σκοτώσει τον Ντάνκαν και να πάρει το θρόνο.

Μ' ένα γράμμα εκμυστηριεύεται τα σχέδιά του στη γυναίκα του, τη λαίδη Μάκβεθ, κι εκείνη περισσότερο σατανική και φιλόδοξη, συμφωνεί μαζί του. Έτσι, όταν ο Ντάνκαν έρχεται να τους επισκεφτεί στον πύργο τους, αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους.

Μόλις ο βασιλιάς πέφτει να κοιμηθεί, μεθούν τους δύο φρουρούς του και ο Μάκβεθ παίρνει τα μαχαίρια τους και δολοφονεί μ' αυτά τον κοιμισμένο Ντάνκαν. Έπειτα τα βάζει κοντά στους δύο ανύποπτους φρουρούς για να ενοχοποιηθούν αυτοί για το στυγερό έγκλημα. Ένα χτύπημα στην εξώπορτα κάνει τον Μάκβεθ και τη λαίδη ν' αποσυρθούν τρομοκρατημένοι στα διαμερίσματά τους για να επιστρέψουν σε λίγα λεπτά, φαινομενικά ατάραχοι και να υποδεχτούν τους ξαφνικούς επισκέπτες, τον Μακντόφ και τον Λέννοξ, δύο άλλους Σκώτους ευπατρίδες της Αυλής. Ο Μακντόφ ζητά να δει επειγόντως το βασιλιά και τότε αποκαλύπτεται η τρομερή δολοφονία.

Όλοι υποθέτουν πως οι δύο μεθυσμένοι φρουροί είναι οι φονιάδες και ο Μάκβεθ τούς σκοτώνει αμέσως για να μη φανερωθεί η αλήθεια. Στο μεταξύ, οι δύο γιοι του δολοφονημένου βασιλιά, ο Μάλκολμ και ο Ντόναλμπαιν, νοιώθοντας μία απειλή να τριγυρίζει κι αυτούς, το σκάνε και εξαφανίζονται από τη Σκωτία. Έτσι μένει ελεύθερο το πεδίο για τον Μάκβεθ που σαν πρώτος ξάδελφος του Ντάνκαν ανακηρύσσεται βασιλιάς.

Ο Μάκβεθ βλέπει το φάντασμα του Μπάνκο, πίνακας του Τεοντόρ Σασεριώ (1854)

Διατηρώντας όμως στη μνήμη του την προφητεία των μαγισσών ότι ο φίλος του, στρατηγός Μπάνκο, θα αποκτήσει τέκνα που θα γίνουν βασιλιάδες, πληρώνει επαγγελματίες κακούργους και τους βάζει να δολοφονήσουν τον Μπάνκο και το γιο του. Η απόπειρά τους πετυχαίνει κατά το ήμισυ. Ο Μπάνκο σκοτώνεται αλλά ο γιος του, ο Φληνς, κατορθώνει να ξεφύγει.

Ο Μάκβεθ το πληροφορείται οργισμένος και τρομοκρατημένος μαζί. Αρχίζει να βλέπει φαντάσματα και η παράξενη συμπεριφορά του γίνεται αντιληπτή και ύποπτη σε όσους τον παρακολουθούν. Εφιάλτες έχει επίσης και η λαίδη Μάκβεθ.

Αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος στις τύψεις συνειδήσεως που βασανίζουν και τους δύο, ο Μάκβεθ πηγαίνει και βρίσκει εκ νέου τις τρεις μάγισσες ζητώντας να του πουν ό,τι ξέρουν για το μέλλον. Εκείνες τον συμβουλεύουν να φυλάγεται από τον Μακντόφ, τον καθησυχάζουν όμως λέγοντάς του πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από οποιονδήποτε άνθρωπο βγαλμένο από τη μήτρα της μάνας του και ότι δεν πρόκειται να ηττηθεί εκτός εάν "εις την Δουνσινάνην ν' αναιβή το δάσος της Βερνάμης!".[2] Αλλά στο τελευταίο ερώτημά του αντί για απάντηση, τού φανερώνουν μπροστά στα μάτια του το όραμα μίας σειράς βασιλιάδων που στην κορυφή της στέκει ο Μπάνκο.

Στην Αγγλία, ο Μακντόφ ενημερώνεται από τον Ρος ότι "Επάτησαν το κάστρον σου! Τη γυναίκα σου και τα παιδιά σου τα έσφαξαν αλύπητα!".[3] Πολλοί ευγενείς βλέπουν πλέον τον Μάκβεθ ως τύραννο. Ο Μάλκολμ (πρωτότοκος γιος του βασιλιά Ντάνκαν) συγκεντρώνει στρατό μαζί με τον Μακντόφ και τον Σίγουαρντ και κινείται κατά του Μάκβεθ. Ο Μάκβεθ αντιλαμβανόμενος τον ερχομό του Μάλκολμ, παρατηρεί τα κλαδιά από τα δέντρα του δάσους Μπέρναμ που κρατούσε στα χέρια του ο στρατός και αρχίζει να κατανοεί τη σημασία της προφητείας των μαγισσών. Εν τω μεταξύ η Λαίδη Μάκβεθ καταλαμβάνεται από τρομερές νευρικές κρίσεις, σηκώνεται από το κρεβάτι της και ως υπνοβάτης αντιλαμβάνεται ότι τα χέρια της είναι αιματοβαμμένα και πεθαίνει. Τότε ο Μάκβεθ παραδίδει ένα μονόλογο ("Αύριον, και αύριον, και αύριον")[4] (αν και η αιτία θανάτου της λαίδης Μάκβεθ δεν αποκαλύπτεται, μερικοί υποθέτουν ότι αυτοκτόνησε, όπως υποθέτει και ο Μακντόφ: "μονάχη της, ως φαίνεται, επήρε την ζωήν της"[5]).

Η Λαίδη Μάκβεθ υπνοβατεί, πίνακας του Henry Fuseli

Η μάχη κορυφώνεται με τη δολοφονία του νεαρού Σίγουαρντ και με την αντιπαράθεση μεταξύ του Μακντόφ και του Μάκβεθ. Ο Μάκβεθ υπερηφανεύεται ότι δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται τον Μακντόφ γιατί δεν μπορεί να σκοτωθεί από κανέναν άνθρωπο βγαλμένο από τη μήτρα της μάνας του. Ο Μακντόφ δηλώνει ότι "εξερριζώθη απ' της μητρός του τα σπλάγχνα πριν της ώρας!"[5] (δηλαδή γεννήθηκε με καισαρική τομή) και τότε ο Μάκβεθ αντιλαμβάνεται πολύ αργά ότι έχει παρερμηνεύσει τα λόγια των μαγισσών. Ο Μακντόφ αποκεφαλίζει τον Μάκβεθ κι έτσι πληροί την τελευταία από τις προφητείες των μαγισσών.

Πηγές του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τραγωδία "Μάκβεθ" βασίζεται κυρίως στα "Χρονικά της Αγγλίας, Σκωτίας και Ιρλανδίας" του Ραφαήλ Χόλινσεντ (1577). Σύμφωνα με τον Χόλινσεντ, ο Μάκβεθ έγινε βασιλιάς της Σκωτίας το έτος 1040 αφού δολοφόνησε τον Ντάνκαν. Ο Χόλινσεντ έγραψε πως το στέμμα της Σκωτίας το είχαν υποσχεθεί στον Μάκβεθ "τρεις μάγισσες που ήταν Θεές της Τύχης ή νύμφες ή νεράιδες". Ο Χόλινσεντ έγραψε ακόμα πως σ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του ο Μάκβεθ ζητούσε τις συμβουλές "ορισμένων μάγων και μιας μάγισσας" που τον αποκοίμιζαν με ψεύτικες προφητείες οδηγώνταν τον έτσι στην καταστροφή του. Ωστόσο ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι το έργο του Σαίξπηρ έχει πιο πολλές ομοιότητες με το "Rerum Scoticarum Historia" του Τζωρτζ Μπιουκάναν (1582).[6]

Σε καμία από τις ιστορικές πηγές δεν αναφέρεται ότι ο βασιλιάς Ντάνκαν σκοτώθηκε στο κάστρο του Μάκβεθ. Αντιθέτως, λέγεται ότι ο Ντάνκαν σκοτώθηκε σε ενέδρα στο Ινβερνές. Οι μελετητές θεωρούν ότι αυτή η αλλαγή του Σαίξπηρ έγινε για να προσθέσει στο έγκλημα του Μάκβεθ και το στοιχείο της χειρότερης παραβίασης των κανόνων φιλοξενίας.[7]

Ο Σαίξπηρ έκανε επίσης άλλη μία αποκαλυπτική αλλαγή. Στα "Χρονικά", ο Μπάνκο είναι συνεργός του Μάκβεθ στη δολοφονία του βασιλιά Ντάνκαν και επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στο να ανεβεί στο θρόνο ο Μάκβεθ, και όχι ο Μάλκολμ.[8] Την εποχή του Σαίξπηρ, ο Μπάνκο θεωρείτο πρόγονος του βασιλιά Ιάκωβου Α' που προερχόταν από τον Οίκο των Στιούαρτ.[9][10] Ο Μπάνκο όπως εμφανίζεται στις ιστορικές πηγές είναι σημαντικά διαφορετικός από αυτόν που απεικονίζεται στο έργο του Σαίξπηρ. Οι κριτικοί έχουν αποφανθεί διάφορες αιτίες γι' αυτή την αλλαγή. Πρώτον, επειδή το να απεικονίσει ο Σαίξπηρ έναν πρόγονο του βασιλιά ως δολοφόνο, θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Και άλλοι συγγραφείς της εποχής που έγραψαν για τον Μπάνκο, άλλαξαν επίσης την ιστορία απεικονίζοντάς τον ως ευγενή και όχι ως δολοφόνο, πιθανόν για τους ίδιους λόγους.[11] Δεύτερον, ο Σαίξπηρ μπορεί να άλλαξε το χαρακτήρα του Μπάνκο απλά επειδή δεν υπήρχε δραματική ανάγκη για άλλον έναν συνεργό στο φόνο, ενώ απεναντίας υπήρχε ανάγκη να δοθεί μία δραματική αντίθεση στον Μάκβεθ -ένας ρόλος που, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, καλύπτεται από τον Μπάνκο.

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντίγραφο της πρώτης σελίδας του Μάκβεθ, όπως εκδόθηκε το 1623

Ο "Μάκβεθ" δεν μπορεί να χρονολογηθεί με ακρίβεια λόγω των σημαντικών μεταγενέστερων αναθεωρήσεων. Πολλοί μελετητές εικάζουν ότι το έργο πιθανότατα γράφτηκε μεταξύ του 1603 και του 1606.[12][13] Το 1603 ανέβηκε στο θρόνο της Αγγλίας ο Ιάκωβος Α', ο οποίος πήρε επίσημα υπό την προστασία του το θίασο του Σαίξπηρ. Γεμάτος βαθειά ευγνωμοσύνη, ο Σαίξπηρ έγραψε τον "Μάκβεθ" προκειμένου να τιμήσει τον βασιλιά Ιάκωβο και τους προγόνους του καθώς και την άνοδο των Στιούαρτ στο θρόνο.

Η τραγωδία αυτή του Σαίξπηρ προκάλεσε το μέγιστο ενδιαφέρον του Ιακώβου. Πρώτον γιατί ο Ιάκωβος καταγόταν από μία γενιά Σκώτων βασιλέων. Ήταν ο γιος της Μαρίας Στιούαρτ και πολύ πριν γίνει βασιλιάς της Αγγλίας υπήρξε βασιλιάς της Σκωτίας. Ήταν φυσικό λοιπόν να ενδιαφερθεί για ένα έργο που αναφερόταν σε βασιλιάδες και ιστορίες της Σκωτίας. Δεύτερον ο Σαίξπηρ έβαλε μέσα στον "Μάκβεθ" το στοιχείο της μαγείας και ο βασιλιάς Ιάκωβος όχι μόνο πίστευε σ' αυτή αλλά υποστήριζε ότι ήξερε κι ο ίδιος να προλέγει το μέλλον.[14] Αλλά εκείνο που τράβηξε κυρίως την προσοχή του Ιακώβου Α' ήταν το ζήτημα του Μπάνκο και των απογόνων του. Κατά τα λεγόμενα των τριών μαγισσών ο Μπάνκο θα γινόταν πατέρας βασιλιάδων. Και ο βασιλιάς Ιάκωβος πίστευε ότι καταγόταν από τον Μπάνκο.[15] Γι' αυτό κάθε φορά που ανέβαζε ο Σαίξπηρ τον "Μάκβεθ" στο θέατρό του, στη σκηνή που οι μάγισσες παρουσίαζαν το όραμα του Μπάνκο και των απογόνων του, φρόντιζε πάντα ώστε ο ηθοποιός που υποδυόταν τον τελευταίο βασιλιά της σειράς να μοιάζει με τον βασιλιά Ιάκωβο Α' της Αγγλίας.[16]

Με βάση τα παραπάνω, οι μελετητές υποστηρίζουν ότι το έργο είναι απίθανο να έχει γραφτεί πριν από το 1603, δηλαδή πριν την ενθρόνιση του Ιακώβου Α'. Κατά μία άλλη εκδοχή, λέγεται ότι το καλοκαίρι του 1605 ο βασιλιάς Ιάκωβος παρακολούθησε μία παράσταση στην Οξφόρδη, η οποία περιελάμβανε τρεις "Σίβυλλες", και ότι μπορεί ο Σαίξπηρ να το είχε μάθει κι έτσι να εμπνεύστηκε τις τρεις μάγισσες.[17] Ωστόσο κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι τα επιχειρήματα που θέλουν ως έτη συγγραφής τα 1605-1606 είναι ασαφή και επιμένουν ότι το έργο γράφτηκε το 1603.

Η πρώτη αναφορά για την παράσταση του έργου έγινε τον Απρίλιο του 1611 ενώ η πρώτη φορά που δημοσιεύθηκε ήταν το 1623. Εντούτοις, το αρχικό κείμενο έχει αλλάξει από μεταγενέστερους δημιουργούς.

Οι μάγισσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάκβεθ και ο Μπάνκο με τις Μάγισσες, πίνακας του Henry Fuseli

Στο έργο, οι τρεις μάγισσες αντιπροσωπεύουν το σκοτάδι, το χάος και τη σύγκρουση, ενώ παίζουν και το ρόλο των μαρτύρων.[18] Την εποχή του Σαίξπηρ, οι μάγισσες θεωρούνταν χειρότερες από επαναστάτες,[19] αφού ήταν όχι μόνο πολιτικοί αλλά και πνευματικοί προδότες. Στο έργο του Σαίξπηρ, οι μάγισσες κινούνται μεταξύ πραγματικότητας και υπερφυσικού. Αψηφούν τη λογική και δεν υπόκεινται στους κανόνες του πραγματικού κόσμου. Οι μάγισσες είναι τόσο βαθιά ριζωμένες στους δύο κόσμους που δεν είναι σαφές αν αυτές ελέγχουν τη μοίρα ή αν είναι αντιπρόσωποί της.[20] Τα λόγια τους στην πρώτη Πράξη: "Είν' τα ωραία φρίκη, φρίκη τα καλά / Άνεμοι πάρετέ μας, πάχνη κρύψε μας!" λέγεται συχνά ότι δίνουν τον τόνο για το υπόλοιπο έργο, δημιουργώντας το αίσθημα της σύγχυσης. Πράγματι, το έργο είναι γεμάτο με περιπτώσεις όπου το κακό παρουσιάζεται ως καλό, ενώ το καλό καθίσταται κακό. Άλλοι στίχοι κοινωνούν ξεκάθαρα την πρόθεση των μαγισσών να δημιουργήσουν προβλήματα στους θνητούς γύρω τους.[21]

Προλήψεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ σήμερα πολλοί θα έλεγαν ότι οποιαδήποτε ατυχία περιβάλλει την παραγωγή του έργου είναι απλή σύμπτωση, ηθοποιοί και άλλοι άνθρωποι του θεάτρου θεωρούν συχνά γρουσουζιά να αναφέρουν το όνομα Μάκβεθ μέσα σε θέατρο, και μερικές φορές αναφέρονται στο έργο έμμεσα, π.χ. ως «Το Σκωτσέζικο Έργο"[22] ή "ΜακΜπί" (MacBee) ή όταν γίνεται αναφορά στο χαρακτήρα και όχι στο έργο «ο κ. και η κα Μ" ή "Ο Σκωτσέζος Βασιλιάς".

Αυτό συμβαίνει επειδή λέγεται ότι ο Σαίξπηρ χρησιμοποίησε στο κείμενό του πραγματικά ξόρκια από μάγισσες, γεγονός που υποτίθεται ότι εξαγριώνει τις μάγισσες προκαλώντας τους να καταραστούν το έργο.[23] Έτσι, αν κάποιος πει το όνομα του έργου μέσα στο θέατρο τότε πιστεύεται ότι η παραγωγή καταδικάζεται σε αποτυχία και ίσως να προκαλέσει σωματική βλάβη ή θάνατο σε μέλη του θιάσου. Υπάρχουν ιστορίες ατυχημάτων, κακοτυχιών, ακόμα και θανάτων που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια παράστασης του "Μάκβεθ".[24]

Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι για να λυθεί η κατάρα, ανάλογα με τον ηθοποιό. Ένας τρόπος είναι το πρόσωπο που πρόφερε το όνομα να εγκαταλείψει αμέσως το κτήριο, να κάνει τρεις γύρους γύρω από αυτό, να φτύσει πάνω από τον αριστερό του ώμο και να πει μια βωμολοχία και στη συνέχεια να περιμένει να τον φωνάξουν πίσω στο κτίριο.[25] Μία παρόμοια πρακτική απαιτεί το γύρο του κτηρίου τρεις φορές και όσο πιο γρήγορα γίνεται, μερικές φορές μαζί με φτυσίματα πάνω από τους ώμους και εκστομίσεις βωμολοχιών. Ένα άλλο δημοφιλές «τελετουργικό» είναι να εγκαταλείψει την αίθουσα, να χτυπήσει τρεις φορές, να τον φωνάξουν να περάσει μέσα και τότε να απαγγείλει ένα στίχο από τον "Άμλετ" ή, κατά μία άλλη εκδοχή, να απαγγείλει στίχους από τον "Έμπορο της Βενετίας", ο οποίος πιστεύεται ότι είναι τυχερό έργο.[26]

Παραστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την αναφορά του Απριλίου του 1611, δεν υπάρχει άλλη αναφορά για παράσταση που να δόθηκε με βεβαιότητα την εποχή του Σαίξπηρ. Λόγω του σκωτσέζικου θέματός του, λέγεται ότι το έργο γράφτηκε, και πιθανόν να έγινε η πρώτη του παρουσίαση, για τον βασιλιά Ιάκωβο. Ωστόσο δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή την υπόθεση. Το μικρό μέγεθος του έργου και ορισμένες πτυχές του (για παράδειγμα, οι πολλές νυχτερινές σκηνές και οι ασυνήθιστα πολλοί ήχοι εκτός σκηνής) έχουν ληφθεί ως γεγονός που υποδηλώνει ότι το σωζόμενο κείμενο έχει προσαρμοστεί για παραγωγές σε κλειστούς χώρους.[27][28][29][30][31]

Ο "Μάκβεθ", όπως και όλα τα δράματα του Σαίξπηρ, βρήκε μεγάλους ερμηνευτές σχεδόν σε όλα τα κράτη της πολιτισμένης Ευρώπης. Επίσης, η Λαίδη Μάκβεθ θεωρείται ένας από τους πιο επιβλητικούς και προκλητικούς ρόλους στο έργο του Σαίξπηρ.[32]

Το 1847 ο Τζουζέπε Βέρντι παρουσίασε την ομώνυμη όπερα. Μουσική για το έργο έγραψε επίσης ο Σερ Άρθουρ Σίμορ Σάλιβαν το 1888.[33]

Ο Λόρενς Ολίβιε υποδύθηκε τον Μάλκολμ το 1929 και τον Μάκβεθ το 1937. Στο έργο του 1937, το μακιγιάζ του Ολίβιε ήταν τόσο παχύ και τυποποιημένο, ώστε η Βίβιαν Λι είπε: "Ακούτε την πρώτη γραμμή του Μάκβεθ, τότε μπαίνει το μακιγιάζ του Λάρι, μετά μπαίνει ο Μπάνκο και μετά ο Λάρι".[34]

Μία ιαπωνική κινηματογραφική μεταφορά, με τίτλο "Ο Θρόνος του Αίματος" (Kumonosu jô, 1957), που εξελίσσεται στη φεουδαρχική Ιαπωνία, πήρε πολύ καλές κριτικές και παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν τήρησε σχεδόν καθόλου το κείμενο του έργου, ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ την αποκάλεσε ως "την πιο επιτυχημένη κινηματογραφική εκδοχή του Μάκβεθ".[35]

Το 1980 ανέβηκε στο Λονδίνο μία από τις πιο διάσημες παραστάσεις του "Μάκβεθ", με τον Πήτερ Ο' Τουλ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ερμηνεία του θεωρείται συχνά ως μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στη θεατρική ιστορία.[36]

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, παραστάσεις αναφέρονται ήδη από το 1856 στην Αθήνα και το 1858 στο θέατρο του Αγίου Ιακώβου στην Κέρκυρα. Η Εθνική Λυρική Σκηνή προγραμμάτισε για πρώτη φορά την όπερα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το καλοκαίρι του 1969, με πρωταγωνιστή τον βαρύτονο Κώστα Πασχάλη, έναν από τους πλέον εξέχοντες ερμηνευτές του ρόλου αυτού σε διεθνές επίπεδο.

Γνωστότερες μεταφράσεις του "Μάκβεθ" στα ελληνικά, είναι του Δημήτριου Βικέλα, του Μιχάλη Δαμιράλη καθώς και του Γιώργου Χειμωνά.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Μάκβεθ, Πράξις πρώτη, Σκηνή Γ'
  2. Μάκβεθ, Πράξις τέταρτη, Σκηνή Α'
  3. Μάκβεθ, Πράξις τέταρτη, Σκηνή Δ'
  4. Μάκβεθ, Πράξις πέμπτη, Σκηνή Ε'
  5. 5,0 5,1 Μάκβεθ, Πράξις πέμπτη, Σκηνή Η'
  6. Herbert Coursen, "Macbeth" σελ.15-21, Westport: Greenwood Press (1997) ISBN 0-313-30047-X
  7. Coursen, σελ.17
  8. S. Nagarajan, "A Note on Banquo", Shakespeare Quarterly 7 (4) σελ.371–376 (1956) JSTOR 2866356
  9. J. Foster Palmer, "The Celt in Power: Tudor and Cromwell", Transactions of the Royal Historical Society 3: 343–370 (1886) doi:10.2307/3677851
  10. Το 19ο αιώνα αποδείχθηκε ότι η καταγωγή της οικογένειας του Μπάνκο ήταν από τη Βρεττάνη.
  11. D. W. Maskell, "The Transformation of History into Epic: The 'Stuartide' (1611) of Jean de Schelandre", The Modern Language Review 66 (1): 53–65 (1971) JSTOR 3722467
  12. Charles Boyce, "Encyclopaedia of Shakespeare" σελ.350, Roundtable Press, Νέα Υόρκη (1990)
  13. A.R. Braunmuller, "Macbeth" σελ.5–8, Κέμπριτζ: Cambridge University Press (1997) ISBN 0-521-29455-X
  14. Πράγματι, ο Ιάκωβος Α' έγραψε ένα βιβλίο στο οποίο με σοβαρότητα συζητεί την ικανότητα "ορισμένων ατόμων που μπορούν να προφητέψουν γεγονότα που πρόκειται να γίνουν".
  15. Braunmuller, "Macbeth" σελ.2–3
  16. "Οι Απόγονοι του Μπάνκο", Κλασσικά Εικονογραφημένα Νο 1031 σελ.46, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σία
  17. Frank Kermode, "Macbeth. The Riverside Shakespeare", Βοστώνη: Houghton Mifflin (1974) ISBN 0-395-04402-2
  18. Bernice Kliman, Rick Santos, "Latin American Shakespeares" σελ. 14, Madison: Fairleigh Dickinson University Press (2005) ISBN 0-8386-4064-8
  19. William Perkins, A Discourse of the Damned Art of Witchcraft, So Farre forth as it is revealed in the Scriptures, and manifest by true experience, σελ. 53, Λονδίνο: Cantrell Legge, Printer to the Universitie of Cambridge (1618)
  20. Karin S. Coddon, "Unreal Mockery: Unreason and the Problem of Spectacle in Macbeth" σελ.485-501, ELH (Οκτώβριος 1989) 56.3
  21. Roland Mushat Frye, "Launching the Tragedy of Macbeth: Temptation, Deliberation, and Consent in Act I.", The Huntington Library Quarterly, σελ.249-261 (Ιούλιος 1987) 50.3
  22. Robert Faires, The curse of the play, Austin Chronicle, 13 Οκτωβρίου 2000
  23. Dina Tritsch, "The Curse of 'Macbeth' (Απρίλιος 1984)
  24. Brian Dunning, "Toil and Trouble: The Curse of Macbeth" (7 Σεπτεμβρίου 2010)
  25. J. Michael Straczynski, "Babylon 5 – The Scripts of J. Michael Straczynski", τόμος 6, Synthetic Labs Publishing (2006)
  26. Marjorie B. Garber, "Profiling Shakespeare" σελ.77, Routledge (2008) ISBN 978-0-415-96446-3
  27. J. Q. Adams, "Shakespearean Playhouses", Βοστώνη: Houghton Mifflin (1917)
  28. G. E. Bentley, "The Jacobean and Caroline Stage", Οξφόρδη: Clarendon Press (1941)
  29. E. K. Chambers, "The Elizabethan Stage", Οξφόρδη: Clarendon Press (1923)
  30. R.C. Bald, "Macbeth and the Short Plays", Review of English Studies 4 (1928)
  31. Frances Shirley, "Shakespeare's Use of Off-stage Sounds", Lincoln: University of Nebraska Press (1963)
  32. Langdon Brown, "Shakespeare around the Globe: A Guide to Notable Postwar Revivals", Νέα Υόρκη: Greenwood Press (1986)
  33. Sullivan's Incidental Music to Shakespeare's Macbeth
  34. Robert Tanitch, "Olivier", Abbeville Press (1985)
  35. Harold Bloom, "Shakespeare: The Invention of the Human" σελ.519, Νέα Υόρκη (1999) ISBN 1-57322-751-X
  36. Tribute to Peter O'Toole

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]