Λυθρίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λυθρίνι
Pagellus erythrinus RO.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υπερομοταξία: Οστεϊχθύες (Osteichthyes)
Ομοταξία: Ακτινοπτερύγιοι (Actinopterygii)
Τάξη: Περκόμορφα (Perciformes)
Οικογένεια: Σπαρίδες (Sparidae)
Γένος: Παγέλλος (Pagellus)
Είδος: P. erythrinus
Διώνυμο
Pagellus erythrinus (Παγέλλος ο ερυθρίνος)
(Linnaeus, 1758)
Pagellus erythrinus mapa.svg
Κατανομή του είδους

Το λυθρίνι (επιστημονική ονομασία Pagellus erythrinus - Παγέλλος ο ερυθρίνος (Linnaeus, 1758)), είναι ένα από τα ψάρια τα οποία έχουν μεγάλη κατανάλωση στο ευρύ κοινό και θεωρείται από τα ιδιαιτέρως εμπορικά είδη. Μπορεί να το συναντήσει κάποιος και με άλλες ονομασίες, όπως για παράδειγμα Sparus erythrinus (L.) και Pagellus canariences (Valenciennes, 1838) που είναι συνώνυμες ονομασίες.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λυθρίνι είναι είδος βενθοπελαγικό, το οποίο συναντάται σε παράκτια και βαθιά νερά στον Ατλαντικό Ωκεανό από τη Νορβηγία και τη Μεγάλη Βρετανία, μέχρι και τη Μαδέρα και τα Κανάρια νησιά. Συναντάται σε όλη την Ευρώπη, αν και λιγότερο στις ευρωπαϊκές χώρες βορειότερα. Στην περιοχή της Μεσογείου όμως συναντάται παντού και όπως αναφέρθηκε ήδη, έχει μεγάλη εμπορική σημασία. Το βάθος που το συναντάμε συνήθως είναι γύρω στα 20 με 100 μέτρα, αν και μπορεί να βρεθεί και σε βάθη 200-300 μέτρων.

Ανατομία - Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Red Snapper on cutting board.jpg

Το σώμα του λυθρινιού είναι επίμηκες και συμπιεσμένα πλευρικά. Το κεφάλι του είναι σχετικά μικρό και κυρτό, κάτι το οποίο είναι περισσότερο εμφανές στα ενήλικα άτομα και το στόμα του βρίσκεται κάπως χαμηλά. Η διάμετρος του ματιού είναι η μισή σε σχέση με το ρύγχος του το οποίο είναι το λιγότερο διπλάσιο αυτής, αλλά και κωνικού σχήματος. Τα δόντια του είναι μυτερά. Το ραχιαίο πτερύγιο του λυθρινιού περιλαμβάνει 8-10 σκληρές ακτίνες και 10-11 μαλακές [1]. Η δεύτερη και η τρίτη ακτίνα ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες λόγω του ύψους τους και μάλιστα η τρίτη σκληρή ακτίνα είναι αυτή η οποία διακρίνεται ιδιαιτέρως. Τα πλευρικά του πτερύγια είναι αρκετά μακριά και φτάνουν μέχρι περίπου στη μέση του κορμού του ψαριού. Έχει δύο κοιλιακά πτερύγια και ένα εδρικό. Το χρώμα του είναι ελαφρώς ροζ και περισσότερο κόκκινο κάτω από τα βράγχια, αλλά έχει και μια υποψία χρώματος ασημί με μικρές μπλε κηλίδες στη ράχη του. Το ουραίο του πτερύγιο έχει δύο ίσους λοβούς.

Το είδος αυτό μπορεί να φτάσει και τα 60 cm σε μήκος και τα 3 kg σε βάρος, αν και συνήθως το μέσο μήκος είναι τα 25 cm. Το μέγεθος αλίευσής του όμως είναι συνήθως τα 10-30 cm. Βεβαίως, αυτό έχει άμεση σχέση με το βάθος αλίευσης του είδους. Σε μεγαλύτερο βάθος συναντώνται μεγαλύτερα άτομα του συγκεκριμένου είδους[2].

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λυθρίνι είναι είδος ερμαφρόδιτο (πρωτόγυνο). Το είδος ξεκινάει ως θηλυκό και στην πορεία αλλάζει και γίνεται αρσενικό. Συνήθως μέχρι και τα 13 cm τα άτομα είναι θηλυκά σε ένα ποσοστό της τάξεως του 100% , το οποίο στη συνέχεια αλλάζει και σταδιακά μετατρέπεται σε ποσοστό αρσενικών ατόμων. Όπως αναφέρεται, ορόσημο είναι τα 16 cm στα οποία είναι μοιρασμένα τα άτομα και που όταν πλέον φτάσουν τα 23 cm όλος ο πληθυσμός σε αυτό το μήκος είναι αρσενικός.

Βεβαίως, πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν παραδείγματα τα οποία μας αναφέρουν ότι δε γίνεται αλλαγή φύλου σε όλα τα άτομα και ένα αρκετά σεβαστό ποσοστό (17%) παραμένει θηλυκό σε όλη τη διάρκεια της ζωής του[2]. Η ολοκλήρωση της αλλαγής φύλου πάντως, γίνεται περίπου σε ηλικία 3 ετών και όταν το μήκος φτάσει τα 17 cm[1].

Συνήθως, αναπαράγεται την άνοιξη, αλλά η αναπαραγωγική του περίοδος διαρκεί από την άνοιξη έως και το φθινόπωρο. Υπό κατάλληλες συνθήκες μπορεί να εμφανίσει μέχρι και δύο αναπαραγωγικές περιόδους στη Δυτική Μεσόγειο[1]. Οι καιρικές συνθήκες είναι αυτές οι οποίες μπορούν να το καθορίσουν αυτό και ιδιαιτέρως η βροχή την οποία προτιμάει το λυθρίνι.

Διατροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λυθρίνι είναι είδος παμφάγο. Κατά κύριο λόγο όμως τρέφεται με βενθικά ασπόνδυλα και μικρά ψάρια. Μπορεί να τραφεί όμως και με μαλάκια, οστρακοειδή και εχινόδερμα. Επιβιώνει σε πολλών ειδών πυθμένες (από λασπώδεις έως βραχώδεις) και εξαιτίας αυτού έχει μεγάλη ποικιλία και στη διατροφή του[3].

Δεν είναι ψάρι το οποίο φέρει κάποια επικινδυνότητα κατά την κατανάλωσή του από τον άνθρωπο, διότι δεν περιέχει κάποιο δηλητήριο. Η μόνη ενδεχόμενη περίπτωση προβλήματος, ως προς την κατανάλωσή του, είναι όταν έχει τραφεί με δινομαστιγωτά (μονοκύτταρα φύκη) και η σάρκα του παρουσιάζει τοξικότητα [1].

Η σημασία του για την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα το λυθρίνι είναι είδος ιδιαιτέρως εμπορικό και συναντάται σχεδόν σε όλη την επικράτεια της Ελλάδας. Για την παράκτια αλιεία θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα είδη και λόγω της μεγάλης κατανάλωσής του έχει με αργά βήματα μπει και στο χώρο των υδατοκαλλιεργειών. Ακόμα και σήμερα όμως θεωρείται «νέο είδος» και δεν καλλιεργείται στην έκταση που καλλιεργούνται η τσιπούρα και το λαβράκι.

Για να γίνει κατανοητή η σημαντικότητα του είδους, αξίζει να αναφερθούμε σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας και το Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας από τον Ιούνιο του 2006 έως και το Μάιο του 2007 στον Παγασητικό κόλπο. Το λυθρίνι ήταν το είδος το οποίο αλιεύθηκε στην μεγαλύτερη, συνολική, ποσότητα από την τράτα βυθού (αλιευτικό εργαλείο) που χρησιμοποιήθηκε. Το Νοτιοδυτικό τμήμα του Παγασητικού Κόλπου θεωρείται ένα σημαντικό αλιευτικό πεδίο[4].

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikispecies logo
Τα Βικιείδη έχουν πληροφορίες για το θέμα:
  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Χρήστος Νεοφύτου, “Σημειώσεις μαθήματος Βιολογίας Υδρόβιων Σπονδυλωτών”, (2007, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας, Βόλος), σελ. 5-7.
  2. 2,0 2,1 Gramolini, R., Milone, N. and Zeuli, V., “AdriaMed Trawl Survey Information System (ATrIS): the Biological Indicators module user manual (ver. 2.1)”, Social and economics fishery sciences (2007, FAO Publications, Italy).
  3. http://www.fishbase.gr/
  4. Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας, Υποέργο, “Αειφορική Αλιευτική Στήριξη του Παγασητικού Κόλπου”, (2008, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, Βόλος), σελ. 182.