Λυδία λίθος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η λυδία λίθος είναι η κοινή ονομασία πετρώματος μαύρου χρώματος, το όνομα του οποίου προέρχεται από τη Λυδία της Μικράς Ασίας από όπου την εισήγαγαν αρχικά κατά την αρχαιότητα οι Έλληνες. Είναι είδος βασάλτη, ενός σκληρού πετρώματος που ετυμολογικά προέρχεται από την λέξη βάσανος [1]. Με την χρήση της Λυδίας λίθου μπορεί να εξακριβωθεί η περιεκτικότητας ενός κράματος σε χρυσό.

Χρήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εάν συρθεί ένα κομμάτι χρυσού στην επιφάνεια της λυδίας λίθου αφήνει ένα χαρακτηριστικό ίχνος. Όμως εάν συρθεί ένα κομμάτι όχι καθαρού χρυσού αλλά κράματος τότε η απόχρωση του χρώματος του ίχνους που αφήνει πάνω στην επιφάνεια της λυδίας λίθου είναι διαφορετικό. Και ανάλογα με την περιεκτικότητα ενός κράματος σε χρυσό, το ίχνος αυτό έχει διαφορετική απόχρωση. Έτσι η απόχρωση του ίχνους ενός κράματος αν συγκριθεί με τις αποχρώσεις ιχνών κραμάτων με γνωστή περιεκτικότητα, τότε μπορεί να εκτιμηθεί η περιεκτικότητά του σε χρυσό με αρκετά ασφαλή τρόπο.

Αυτή την τεχνική γνωστή από την αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε αρχικά στον ελληνικό χώρο για την εξακρίβωση της γνησιότητας τον χρυσών νομισμάτων αλλά αργότερα επεκτάθηκε σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις όπου η διαπίστωση της περιεκτικότητας ενός κράματος σε χρυσό ήταν απαραίτητη. Ακόμα και σήμερα χρυσοχόοι εκτιμούν την περιεκτικότητα χρυσών αντικειμένων σε καράτια με την ίδια μέθοδο. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας όμως η λυδία λίθος όλο και συχνότερα απαντάται σε τεχνητή παρά σε φυσική μορφή ή αντικαθίσταται με μεθόδους που δίνουν μετρήσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Μεταφορικά η φράση λυδία λίθος λόγω της χρήσης της για πολλούς αιώνες ως εργαλείου εξακρίβωσης της καθαρότητας κραμάτων χρυσού, χρησιμοποιείται για να δηλώσει την έννοια της δοκιμασίας, του τρόπου ελέγχου, της εξακρίβωσης κτλ.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βάσανος>βασανίτης>βασάλτης. Βάσανος = έλεγχος για εξακρίβωση της αλήθειας, της γνησιότητας ή της ακρίβειας. Λεξικό της κοινής νεοελληνικής “Τριανταφυλλίδη”