Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν
Wittgenstein.jpg
Φωτογραφικό πορτρέτο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν από το 1929, την περίοδο που έλαβε υποτροφία από το Trinity College
Γέννηση 26 Απριλίου 1889 (Βιέννη, Αυστρία)
Θάνατος 29 Απριλίου 1951 (Καίμπριτζ, Αγγλία)
Περίοδος 20ος αιώνας
Περιοχή Δυτική φιλοσοφία
Σχολή Αναλυτική φιλοσοφία
Κύρια Ενδιαφέροντα Μεταφυσική, Επιστημολογία, Λογική, φιλοσοφία της γλώσσας, φιλοσοφία των μαθηματικών
Αξιοσημείωτες Ιδέες Διάκριση ανάμεσα στο λέγειν και το δεικνύναι, τα φιλοσοφικά προβλήματα ως αποτέλεσμα της παρανόησης της λογικής της γλώσσας (Tractatus)
Επιδράσεις Εμμάνουελ Καντ, Σαίρεν Κίρκεγκωρ, Σοπενχάουερ, Φρέγκε, Μπέρτραντ Ράσελ, Τ.Ε. Μουρ
Επηρέασε Μπέρτραντ Ράσελ, Γ.Ε.Μ. Άνσκομπ, Φρανκ Ράμσεϋ, Ντάνιελ Ντένετ

Ο Λούντβιχ ΒιτγκενστάινΛούντβιχ Βίτγκενσταϊν) (Ludwig Josef Johann Wittgenstein, 26 Απριλίου 1889 - 29 Απριλίου 1951) ήταν Αυστριακός φιλόσοφος, με σημαντική συνεισφορά στον τομέα της αναλυτικής φιλοσοφίας και της λογικής. Θεωρείται ένας από τους πλέον επιδραστικούς φιλοσόφους, του οποίου το έργο διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης του 20ού αιώνα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δημοσίευσε μόλις μία φιλοσοφική διατριβή, το Tractatus Logico-Philosophicus, ένα άρθρο, μια κριτική βιβλίου και ένα παιδικό λεξικό, αν και πολλές δευτερογενείς δημοσιεύσεις και αναλύσεις γύρω από το έργο του καταγράφονται μέχρι σήμερα. Τα ογκώδη χειρόγραφά του επιμελήθηκαν και δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του. Οι Φιλοσοφικές Έρευνες εμφανίστηκαν σε μορφή βιβλίου το 1953 και ως το τέλος του αιώνα θεωρούνταν σημαντικό σύγχρονο κλασικό έργο. Ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ περιέγραψε τον Βιτγκενστάιν ως «το τελειότερο παράδειγμα παραδοσιακά εννοούμενης ιδιοφυΐας που έχω γνωρίσει: φλογερός, βαθυστόχαστος, δριμύς και αυταρχικός».

Γεννημένος στη Βιέννη σε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της Ευρώπης, κληρονόμησε το 1913 μια μεγάλη περιουσία από τον πατέρα του. Έδωσε κάποια σημαντικά ποσά σε φτωχούς καλλιτέχνες. Σε μια περίοδο σοβαρής κατάθλιψης μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, χάρισε ολόκληρη την περιουσία του στους αδελφούς και τις αδελφές του. Τρεις από τους αδελφούς του αυτοκτόνησαν, πράγμα που σκέφθηκε να κάνει και ο ίδιος. Εγκατέληψε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία πολλές φορές: υπηρετώντας ως αξιωματικός σε μέτωπο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου παρασημοφορήθηκε για το θάρρος του· διδάσκοντας σε σχολία απομακρυσμένων χωριών της Αυστρίας, όπου αντιμετώπισε διαμάχες επειδή χτυπούσε τα παιδιά όταν αυτά έκαναν λάθη στα μαθηματικά και εργαζόμενος ως νοσοκομειακός φροντιστής στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, όπου έλεγε στους νοσηλευομένους να μην παίρνουν τα φάρμακα που τους δίνουν και κατάφερνε εν πολλοίς να κρατά μυστικό το γεγονός ότι ήταν από τους διασημότερους φιλοσόφους του κόσμου. Εντούτοις, περιέγραφε τη φιλοσοφία ως «τη μόνη εργασία που μου δίνει ικανοποίηση».

Συχνά η φιλοσοφία του διαιρείται στην πρώιμη περίοδο, με χαρακτηριστικότερο έργο το Tractatus, και την ύστερη περίοδο που διατυπώνεται στις Φιλοσοφικές Έρευνες. Ο πρώιμος Βιτγκενστάιν ενδιαφέρθηκε για την λογική σχέση μεταξύ προτάσεων και του κόσμου και πίστευε ότι έλυσε όλα τα φιλοσοφικά προβλήματα αφού έδωσε εξηγήσεις για την λογική που υποκρύπτεται στην σχέση αυτή. Ακόμη και η πρώιμη περίοδός του, όμως, αποκαλύπτει έναν λανθάνοντα μυστικισμό αφού πιστεύει ότι οι λέξεις «φθάνουν» στους ανθρώπους που τις προφέρουν δίχως να τους αγγίζουν. Ο ύστερος Βιττγκενστάιν απέρριψε πολλές από τις υποθέσεις του Tractatus, υποστηρίζοντας ότι το νόημα των λέξεων συνίσταται από τη λειτουργία που επιτελούν εντός κάθε λογοπαίγνιου.

Η επίδραση του Βιτγκενστάιν έχει γίνει αισθητή σχεδόν σε κάθε πεδίο των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, υπάρχουν όμως και ευρέως αποκλίνουσες ερμηνείες της σκέψης του. Όπως λέει ο φίλος και συνεργάτης του Γκέοργκ Χένρικ φον Ράιτ:

«Είχε την άποψη... ότι οι ιδέες του έχουν γενικώς παρεξηγηθεί και διαστρεβλωθεί, ακόμη και από εκείνους που δηλώνουν μαθητές του. Αμφέβαλε ότι θα κατανοηθεί καλύτερα στο μέλλον. Είχε πει κάποτε ότι ένοιωθε σαν να έγραφε για ανθρώπους που σκέφτονται διαφορετικά, που αναπνέουν κάποιον διαφορετικό άερα από ότι οι σημερινοί άνθρωποι».

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βιτγκενστάιν γεννήθηκε στη Βιέννη τον Απρίλιο του 1889. Ήταν το όγδοο και τελευταίο παιδί για μία από τις πλέον εύπορες και αξιοσέβαστες οικογένειες της Βιέννης των Αψβούργων. Ωστόσο, το όνομα Βιτγκενστάιν της ανήκε στην πραγματικότητα μόνο κατά τις τελευταίες τρεις γενιές. Ο προπάππος του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, που εργαζόταν ως διαχειριστής της κτηματικής περιουσίας της γερμανικής αριστοκρατικής οικογένειας των Seyn-Wittgenstein, υιοθέτησε το όνομα αυτό όταν το 1808 ο Ναπολέων υποχρέωσε τους Εβραίους να αποκτήσουν και ένα δεύτερο επώνυμο. Αν και εβραϊκής καταγωγής, η οικογένεια Βιτγκενστάιν δεν θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηριστεί τμήμα της εβραϊκής κοινότητας, καθώς αφομοιώθηκε με την μεσαία τάξη της Βιέννης ενώ παράλληλα διέθετε μία καθαρά γερμανική κουλτούρα. Ο πατέρας του, ο Καρλ Βιτγκενστάιν, ήταν ένας από τους σημαντικότερους βιομηχάνους σε ολόκληρη την αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία της εποχής και η οικογένειά του βρισκόταν στο κέντρο της πολιτισμικής ζωής της Βιέννης, σε μία ιδιαίτερη μάλιστα ιστορική περίοδο γέννησης αρκετών πνευματικών και πολιτισμικών κινημάτων, στα τέλη του 19ου αιώνα.

Νεανικά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βιτγκενστάιν γαλουχήθηκε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου τα περισσότερα μέλη της οικογένειας διέθεταν κάποια ιδιαίτερη πνευματική ή καλλιτεχνική κλίση. Ο πατέρας του, όταν εγκατέλειψε τον επιχειρηματικό χώρο, μετατράπηκε σε μαικήνα των εικαστικών τεχνών, ενώ η οικογένεια του είχε στενές σχέσεις με σημαντικούς μουσικούς όπως τον Μπραμς και τον Μάλερ. Ο αδελφός του, Πάουλ Βιτγκενστάιν, ήταν επίσης σημαντικός πιανίστας. Ο ίδιος δεν έδειξε κάποιο πρώιμο εικαστικό ή μουσικό ταλέντο αλλά ούτε και κάποια άλλη ιδιαίτερη κλίση πέρα από την ενεργητικότητα και επιδεξιότητά του. Ήδη σε νεαρή ηλικία, βίωσε την αυτοκτονία δύο αδελφών του, του Χανς και του Ρούντολφ. Συνολικά τρία από τα τέσσερα αδέλφια του αυτοκτόνησαν, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στις υψηλές προσδοκίες που καλλιεργούσε ο πατέρας τους καθώς και τις πιέσεις του να αναλάβουν τις επιχειρήσεις της οικογένειας. Ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν δεν έδειξε ωστόσο δείγματα ανάλογης αυτοκαταστροφικής τάσης.

Μέχρι το 1903 ο Βιτγκενστάιν λάμβανε μαθήματα κατ' οίκον. Έχοντας δώσει την εικόνα πως διέθετε το ταλέντο του μηχανικού, φοίτησε αργότερα στην τεχνική σχολή (γυμνάσιο) Realschule στο Λιντς, περνώντας με επιτυχία τις αυστηρές εισαγωγικές εξετάσεις. Την ίδια περίοδο, μαθήτευε στην ίδια σχολή και ο Αδόλφος Χίτλερ, ωστόσο δεν θεωρείται πως οι δύο άνδρες είχαν οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους[1]. Οι μαθητικές επιδόσεις του Βιτγκενστάιν μπορούν να χαρακτηριστούν μέτριες ή κακές, όπως αποδεικνύουν οι μαθητικοί του έλεγχοι. Αποφοίτησε το 1906 και αμέσως μετά ξεκίνησε σπουδές μηχανολόγου, στην Technische Hochschule στο Βερολίνο. Για τα δύο χρόνια που σπούδασε εκεί δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες. Έλαβε τελικά το δίπλωμά του στις 5 Μαΐου του 1908. Παρά το γεγονός πως σε ολόκληρη αυτή την χρονική περίοδο ο Βιτγκενστάιν παρουσιάζει ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία, φαίνεται πως επικράτησε η επιθυμία του πατέρα του ώστε αμέσως μετά το Βερολίνο, ξεκίνησε στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ σπουδές αεροναυπηγού.

Σπουδές στο Μάντσεστερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες του έρευνες, αφορούσαν στην κατασκευή χαρταετών για τον μετεωρολογικό σταθμό Kite Flying Upper Atmosphere Station. Το φθινόπωρο του 1908, ο Βιτγκενστάιν γράφτηκε στο τμήμα Μηχανικών του πανεπιστημίου ως ερευνητής φοιτητής. Στα πλαίσια των ερευνών του, άρχισε να εστιάζει το ενδιαφέρον του στα μαθηματικά, πέρα από αεροναυτικές εφαρμογές, ενώ είναι γνωστό πως παρακολουθούσε τις διαλέξεις του J.E. Littlewood για τη θεωρία της μαθηματικής ανάλυσης. Την ίδια εποχή ήρθε σε επαφή και με το έργο του Μπέρτραντ Ράσσελ, The Principles of Mathematics (Οι Αρχές των Μαθηματικών) καθώς και με το βιβλίο του Γκότλομπ Φρέγκε (Gottlob Frege) Grundgesetze.

Παρά την εντατική ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία των μαθηματικών, ο Βιτγκενστάιν συνέχισε παράλληλα τις σπουδές του στην αεροναυπηγική, ολοκληρώνοντας μάλιστα τα σχέδια για την κατασκευή ενός κινητήρα αεροπλάνου. Η ιδέα του αποδείχθηκε αδύνατο να εφαρμοστεί τελικά στα αεροπλάνα, ωστόσο αργότερα χρησιμοποιήθηκε κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου στο σχεδιασμό ελικοπτέρων. Στο δεύτερο έτος σπουδών του στράφηκε στη δημιουργία βελτιώσεων στις έλικες των αεροκινητήρων. Για τα σχέδιά του, ζήτησε επίσης κατοχύρωση της ευρεσιτεχνίας του, την οποία έλαβε τελικά το 1911. Παρά την υποτροφία του στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, ο Βιτγκενστάιν αποφάσισε οριστικά την στροφή του προς τη φιλοσοφία. Το καλοκαίρι του 1911, επισκέφτηκε τον Frege, ο οποίος τον συμβούλευσε να αρχίσει σπουδές κοντά στον Μπέρτραντ Ράσσελ, που τότε δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.

Συνεργασία με τον Ράσσελ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 18 Οκτωβρίου του 1911, ο Βιτγκενστάιν επισκέφτηκε τον Ράσσελ στο Trinity College και σύντομα αποτέλεσε έναν από τους λίγους που παρακολουθούσαν τις διαλέξεις του. Παράλληλα, τον απασχολούσε και εκτός διδασκαλίας, προκαλώντας εκτεταμένες συζητήσεις μαζί του, πάνω σε πολλά φιλοσοφικά ζητήματα. Ο Βιτγκενστάιν, αποζητούσε επιπλέον την γνώμη του σχετικά με το αν διέθετε το απαραίτητο ταλέντο στη φιλοσοφία, προκειμένου να ασχοληθεί με αυτή. Ο Ράσσελ τελικά ενθάρρυνε τον Βιτγκενστάιν να συνεχίσει να ασχολείται με τη φιλοσοφία και την 1η Φεβρουαρίου του 1912 έγινε επίσημα δεκτός στο Trinity College του Καίμπριτζ με επόπτη καθηγητή τον Ράσσελ. Στη διάρκεια ενός τριμήνου άρχισαν να μελετούν μαζί μαθηματική λογική. Στην αλληλογραφία του Ράσσελ αποτυπώνεται ο θαυμασμός του για τις ικανότητες του Βιτγκενστάιν αλλά και η βεβαιότητά του πως θα έλυνε τα προβλήματα που ο ίδιος δεν κατάφερε. Αν και δεν γνωρίζουμε με λεπτομέρεια το έργο του Βιτγκενστάιν σε αυτή την χρονική περίοδο, θεωρείται πιθανό πως αφορούσε στη θεμελίωση της λογικής. Την ίδια περίπου εποχή, ο Βιτγκενστάιν έγινε και υποψήφιο μέλος του ομίλου των "Αποστόλων" του Καίμπριτζ, μιας πολύ κλειστής λέσχης, γεγονός που δείχνει την αυξανόμενη επιρροή που ασκούσε στους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Από το τέλος περίπου του πρώτου έτους του στο Καίμπριτζ, ο Βιτγκενστάιν θεωρείτο διάδοχος του καθηγητή του. Είναι επίσης γεγονός πως στις αρχές του 1913 ο Ράσσελ έχει σχεδόν εγκαταλείψει τον τομέα της λογικής πάνω στον οποίο εργαζόταν ο Βιτγκενστάιν, ενδεχομένως γιατί πίστευε πως δεν μπορούσε ο ίδιος να προσφέρει κάτι περισσότερο από εκείνον. Την ίδια χρονιά καταγράφεται ο θάνατος του πατέρα του Βιτγκενστάιν. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που κληρονόμησε, το δώρισε σε Αυστριακούς καλλιτέχνες χωρίς πόρους. Την ίδια περίοδο, ο Βιτγκενστάιν πείθεται πως στον ακαδημαϊκό περίγυρο του Καίμπριτζ δεν θα μπορούσε να παραγάγει ένα σημαντικό φιλοσοφικό έργο, όπως ο ίδιος το εννοούσε και αποφασίζει να απομονωθεί στη Νορβηγία προκειμένου να ολοκληρώσει το έργο του πάνω στη λογική.

Περίπου τον Οκτώβριο του 1913, ο Βιτγκενστάιν εγκαταστάθηκε στο απομονωμένο χωριό Skjolden της Νορβηγίας, αποκομμένος και συγχρόνως απελευθερωμένος από τον αστικό τρόπο ζωής της Βιέννης ή του Καίμπριτζ. Στο διάστημα της παραμονής του υπήρξε πολύ παραγωγικός ενώ κατά διαστήματα διατηρούσε επικοινωνία δια αλληλογραφίας με τον Ράσσελ σχολιάζοντας την πρόοδο του έργου του ή διευκρινίζοντας του κάποια σημεία του. Ο Βιτγκενστάιν ουσιαστικά εργάστηκε πάνω σε ένα κείμενο που ο ίδιος αποκαλούσε με τον όρο Logik, πρόδρομο του μεταγενέστερου Tractatus, το οποίο προόριζε για πτυχιακή εργασία στο πανεπιστήμιο. Το καλοκαίρι του 1914 επέστρεψε στη Βιέννη για την περίοδο των διακοπών αλλά δεν θα γυρνούσε στο Skjolden πριν το καλοκαίρι του 1921.

Α' Παγκόσμιος πόλεμος και το Tractatus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου πολέμου αποτέλεσε για τον Βιτγκενστάιν ένα απρόσμενο γεγονός, λόγω της απομόνωσής του στη Νορβηγία. Κατατάχθηκε εθελοντικά στον Αυστρο-Ουγγρικό στρατό στις 7 Αυγούστου, μία ημέρα μετά την κήρυξη πολέμου της Αυστρίας κατά της Ρωσίας και υπηρέτησε αρχικά στα μετόπισθεν του ανατολικού μετώπου, σε μία πυροβολαρχία στην Κρακοβία. Στα ημερολόγια που διατηρούσε ο Βιτγκενστάιν κατά τη διάρκεια του πολέμου, διαφαίνεται πως τα κίνητρά του πίσω από την κατάταξή του ήταν πιο περίπλοκα και δεν περιελάμβαναν αποκλειστικά το πατριωτικό συναίσθημα. Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, ο ίδιος γράφει "Ίσως η εγγύτητα του θανάτου να ρίξει φως στη ζωή μου." Ένα ακόμα γεγονός που αναδεικνύεται μέσα από τα ημερολόγια του είναι και η θρησκευτική του μεταστροφή. Αν και ο Βιτγκενστάιν χαρακτηριζόταν από μία αθεϊστική στάση ζωής μέχρι εκείνη την περίοδο, το βιβλίο του Λέων Τολστόι Gospel in Brief φαίνεται πως τον επηρέασε βαθιά προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Βιτγκενστάιν επεξεργαζόταν παράλληλα το φιλοσοφικό του έργο, σε μία περίοδο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαιτέρως γόνιμη. Από τα γραπτά του, αντλούμε την πληροφορία πως στις 29 Σεπτεμβρίου του 1914 συνέλαβε την ιδέα αυτού που σήμερα αποκαλούμε Θεωρία της Απεικονιστικότητας της Γλώσσας ή της Θεωρίας της Λογικής Αναπαράστασης όπως ανέφερε συχνά ο ίδιος. Επιπλέον, θρησκευτικά στοιχεία άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο έντονα στη σκέψη του, τα οποία αναγνωρίζονται σήμερα ως η βάση των παρατηρήσεων στο τέλος του Tractatus και αφορούν το νόημα της ζωής, την αισθητική και την ψυχή. Τον Οκτώβριο του 1915, ευχαριστημένος από τα αποτελέσματα της εργασίας του, ο Βιτγκενστάιν έκανε μία προσπάθεια να της δώσει μία μορφή βιβλίου. Η απόπειρα αυτή αποτελεί κατά κάποιο τρόπο την πρώτη παραλλαγή του Tractatus, η οποία ωστόσο δεν έχει διασωθεί αλλά την πληροφορούμαστε από ένα γράμμα του στον Ράσσελ.

Τον Μάρτιο του 1916 οι αυστριακές αρχές ενέκριναν το αίτημα του ίδιου του Βιτγκενστάιν να μετατεθεί στο μέτωπο ως απλός στρατιώτης και τοποθετήθηκε σε μάχιμη μονάδα στο ρωσικό μέτωπο, όπου ζήτησε επίσης ένα από τα πιο επικίνδυνα πόστα, αυτό του παρατηρητή. Τον Μάρτιο του 1918 μετατέθηκε σε ένα σύνταγμα του ορεινού πυροβολικού στο ιταλικό μέτωπο. Για ένα διάστημα νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο του Μπολτζάνο, όπου θεωρείται πολύ πιθανό πως δούλεψε πάνω στο σχεδόν ολοκληρωμένο τότε βιβλίο του. Λίγο αργότερα τιμήθηκε για την ανδρεία του με την Ταινία του Μεταλλίου Στρατιωτικών Πράξεων μετά Ξιφών ενώ του παραχωρήθηκε και μεγάλη άδεια. Περίπου το καλοκαίρι του 1918 φαίνεται πως το Tractatus, όπως το γνωρίζουμε σήμερα, έλαβε την οριστική του μορφή. Η περίοδος αυτή συνέπεσε με την είδηση του θανάτου του πολύ στενού του φίλου David Pinsent, γεγονός που αποτέλεσε και την αφορμή να αφιερώσει ο Βιτγκενστάιν το βιβλίο του στη μνήμη του. Παράλληλα ξεκίνησε να ασχολείται με την δημοσίευσή του. Μετά την επιστροφή του στη Ιταλία, ο Βιτγκενστάιν αιχμαλωτίστηκε από τον ιταλικό στρατό και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του Κόμο. Χάρη στις ενέργειες του Ράσσελ και άλλων γνωστών του από το Καίμπριτζ, του δόθηκε η ευκαιρία να αφεθεί ελεύθερος με την προϋπόθεση πως θα δήλωνε ιατρικά ανίκανος να αντέξει τον περιορισμό του. Τελικά, ο Βιτγκενστάιν αρνήθηκε τέτοιου είδους προνόμιο αλλά δέχθηκε την άδεια να λαμβάνει βιβλία και να διατηρεί αλληλογραφία. Με αυτό τον τρόπο κατάφερε να στείλει το χειρόγραφο του βιβλίου του στον Ράσσελ. Στην μεταξύ τους αλληλογραφία, ο Βιτγκενστάιν εμφανίζεται δυσαρεστημένος από το γεγονός ότι ο πρώην καθηγητής του δεν μπορεί να κατανοήσει σε βάθος το έργο του, κάτι που παραδέχεται και ο ίδιος ο Ράσσελ. Στις 21 Αυγούστου του 1919 αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Αυστρία.

Δημοδιδάσκαλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Βιτγκενστάιν επέστρεψε στην πατρίδα του με τη λήξη του πολέμου, αν και αποτελούσε έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ευρώπης, φρόντισε να εκχωρήσει όλη του την περιουσία στις αδελφές του Helene και Hermine, καθώς και στον αδελφό του Paul. Την περίοδο αυτή, η αποτυχία να βρεθεί ένας εκδότης για το Tractatus αλλά και η γενικευμένη αδυναμία των φιλοσόφων να κατανοήσουν το έργο του αποτέλεσε πηγή κατάθλιψης για τον Βιτγκενστάιν. Τον Σεπτέμβριο του 1919 γράφτηκε επίσης στην Παιδαγωγική Ακαδημία όπου εκπαιδεύτηκε σύμφωνα με τις αρχές του Κινήματος Σχολικής Μεταρρύθμισης, με βάση τα δημοκρατικά και σοσιαλιστικά ιδεώδη.

Με το τέλος της εκπαίδευσής του, ο Βιτγκενστάιν διορίστηκε ως δάσκαλος στο αγροτικό χωριό Trattenbach. Η διδασκαλία του ακολουθούσε τις γενικές αρχές του κινήματος μεταρρύθμισης σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά έπρεπε να ενθαρρύνονται να σκέφτονται κάθε πρόβλημα παρά να αποστηθίζουν γνώσεις ενώ σημαντικό ρόλο είχε και η πρακτική άσκηση. Ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν ήταν ως δάσκαλος απαιτητικός και αρκετά αυστηρός, ενώ έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στα μαθηματικά και δεν δίσταζε να διδάσκει ύλη που τυπικά δεν συμβάδιζε με την ηλικία των μαθητών του, ειδικά σε περιπτώσεις προικισμένων παιδιών. Στις μεθόδους που χρησιμοποιούσε συμπεριλαμβανόταν και η χρήση σωματικής τιμωρίας, πρακτική που εν γένει ήταν αποδεκτή, διέφερε όμως από τις μεθόδους της μεταρρύθμισης. Η προσωπικότητα του Βιτγκενστάιν αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από τους κατοίκους του χωριού ενώ σταδιακά και ο αρχικός ενθουσιασμός του άρχισε να εξασθενεί.

Την ίδια περίπου περίοδο, εκδόθηκε για πρώτη φορά το βιβλίο του, κυρίως χάρη σε ενέργειες του Ράσσελ. Η έκδοση αυτή, κατευθείαν από το χειρόγραφο του Βιτγκενστάιν, περιείχε πολλά λάθη και γενικά δεν έτυχε ιδιαίτερης επιμέλειας, σε τέτοιο βαθμό που ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν την αποκάλεσε "πειρατική έκδοση" ενώ μέχρι την εμφάνιση της αγγλικής μετάφρασης το 1922 δεν θεωρούσε πως το έργο του είχε εκδοθεί. Η επόμενη μεταφρασμένη έκδοση, έγινε αντικείμενο μελέτης στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Η κριτική παρουσίαση του στο περιοδικό Mind από τον τότε φοιτητή στο King's College, Φρανκ Ράμσεϋ (Frank Ramsey), παραμένει ως σήμερα μία από τις πιο διεισδυτικές αναφορές στο Tractatus. O Ράμσεϋ γνώρισε και προσωπικά το συγγραφέα του όταν τον επισκέφτηκε στην Αυστρία.

Τον Σεπτέμβριο του 1924 ο Βιτγκενστάιν εγκατέλειψε το Trattenbach και έγινε δάσκαλος στο γειτονικό χωριό του Otterthal. Την περίοδο αυτή καταγράφεται μία σημαντική συνεισφορά του στην αυστριακή σχολική μεταρρύθμιση, η δημιουργία ενός ορθογραφικού λεξικού για διδασκαλία στα δημοτικά σχολεία. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε τελικά το 1926 μετά από επίσημη έγκριση και αφού υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις. Τον Απρίλιο του 1926, ο Βιτγκενστάιν εγκατέλειψε οριστικά το Otterthal και την διδασκαλία. Για την απόφασή του αυτή, στάθηκε αφορμή ένα συμβάν με έναν από τους μαθητές του, τον οποίο ο Βιτγκενστάιν χτύπησε προκαλώντας τη λιποθυμία του. Μετά από ανάκριση που ακολούθησε, αποφασίστηκε πως δεν είχε διαπράξει κάποιο υπηρεσιακό αδίκημα, ωστόσο ο ίδιος είχε ήδη υποβάλει την παραίτησή του στις 28 Απριλίου του 1926 και αποφάσισε να μην εργαστεί ξανά ως δάσκαλος.[2]

Επιστροφή στο Καίμπριτζ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικία Βιτγκενστάιν, έργο του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Paul Engelmann.

Το καλοκαίρι του 1926 ο Βιτγκενστάιν επέστρεψε στη Βιέννη αφού είχε εργαστεί για ένα σύντομο διάστημα ως κηπουρός σε μοναστήρι. Μετά από επιθυμία της αδελφής του ανέλαβε την κατασκευή του νέου σπιτιού της, σε συνεργασία με τον Πωλ Έγκελμαν (Paul Engelmann), ο οποίος είχε επιμεληθεί των αρχικών σχεδίων. Το έργο τους ολοκληρώθηκε στις 13 Νοεμβρίου του 1926 και ως αρχιτέκτονες αναγράφονταν οι P. Engelmann και L. Wittgenstein. Μέσα από την εργασία του αυτή, ο Βιτγκενστάιν επανήλθε σταδιακά στους κόλπους της κοινωνίας της Βιέννης αλλά και στην φιλοσοφία.

Το 1929 αποφάσισε να επιστρέψει στο Καίμπριτζ, έπειτα από παρότρυνση αρκετών ακαδημαϊκών και φιλοσόφων. Σε ένα γράμμα του, ο Λόρδος Κέινς (Keynes) ανακοίνωσε την άφιξη του με την φράση "Ο Θεός αφίχθη. Τον συνάντησα στο τρένο των 5:15", ενδεικτικό της φήμης που είχε αποκτήσει αλλά και του θρύλου που είχε καλλιεργηθεί γύρω από τη φυσιογνωμία του. Παρά την αναγνώριση της σπουδαιότητας του έργου του, ο Βιτγκενστάιν επέστρεψε στο Καίμπριτζ χωρίς κάποιο τίτλο. Υπέβαλε το Tractatus ως διδακτορική διατριβή και η προφορική του εξέταση έγινε από τους Ράσσελ και G. E. Moore στις 18 Ιουνίου του 1929. Η έκθεση του Moore ανέφερε πως "[...] η διατριβή του κυρίου Wittgenstein είναι ένα μεγαλοφυές έργο" και τελικά απέκτησε τον τίτλο του διδάκτορα.[3]

Τον επόμενο χρόνο, ο Βιτγκενστάιν ανέλαβε μια σειρά διαλέξεων για το τμήμα Ηθικών Επιστημών. Παράλληλα, ολοκλήρωσε το έργο που είναι σήμερα γνωστό ως Φιλοσοφικές παρατηρήσεις (Philosophische Bemerkungen), στο οποίο αποτυπώνεται μια διαφοροποίηση από τις ιδέες του Tractatus. Το κείμενο αυτό υποβλήθηκε ως διατριβή, στο τέλος του φθινοπωρινού τριμήνου του 1930, για την οποία του δόθηκε μια πενταετής υποτροφία εταίρου (fellow) στο Trinity College. Τα επόμενα χρόνια, ο Βιτγκενστάιν ανέπτυξε νέες φιλοσοφικές ιδέες οι οποίες αποτυπώνονταν κυρίως στις διαλέξεις του στο Καίμπριτζ. Κατά τη διάρκεια αυτών, μία ομάδα φοιτητών του, τις κατέγραφε σε σημειώσεις που αργότερα δέθηκαν με ένα μπλε εξώφυλλο και αποτέλεσαν το αποκαλούμενο Μπλε βιβλίο, μία πρώτη μορφή δημοσίευσης της νέας φιλοσοφικής μεθόδου του Βιτγκενστάιν που έγινε αρκετά δημοφιλής στην φιλοσοφική κοινότητα της Οξφόρδης. Κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 1934-1935, ο Βιτγκενστάιν υπαγόρευσε το έργο που γνωρίζουμε σήμερα ως Καφέ βιβλίο. Τα κείμενα που περιέχονταν σε αυτό δεν αποτελούσαν σημειώσεις διαλέξεων αλλά περισσότερο μια συγκέντρωση των αποτελεσμάτων του για προσωπική χρήση.

Τον Σεπτέμβριο του 1935, ο Βιτγκενστάιν οργάνωσε ένα ταξίδι στην Σοβιετική Ένωση. Την ίδια εποχή, αρκετοί έκριναν πως η σοβιετική Ρωσία αποτελούσε μια εναλλακτική λύση σε σχέση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στις οποίες είχε ήδη ξεκινήσει η άνοδος του φασισμού. Τελικά δεν παρέτεινε την παραμονή του στη Ρωσία, παρά την αρχική του πρόθεση να εγκατασταθεί και να εργαστεί εκεί και επέστρεψε στο Καίμπριτζ. Το επόμενο διάστημα, αποφάσισε να ολοκληρώσει το επόμενο φιλοσοφικό του βιβλίο και για το σκοπό αυτό, με τη λήξη της υποτροφίας του Εταίρου, αναχώρησε για την Νορβηγία. Ο Βιτγκενστάιν εργάστηκε πάνω στο προγενέστερο Καφέ βιβλίο και το αποτέλεσμα της εργασίας του αποτέλεσε ένα μέρος του μεταγενέστερου βιβλίου Φιλοσοφικές Έρευνες (Philosophische Untersuchungen).

Καθηγητής φιλοσοφίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την Νορβηγία επέστρεψε στην Αυστρία, τον Δεκέμβριο του 1937. Στην περίοδο που ο Χίτλερ επιζητούσε την ενσωμάτωση της Αυστρίας στη ναζιστική Γερμανία, ο Βιτγκενστάιν αναζήτησε και τελικά του δόθηκε μια θέση διδάσκοντος στο πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, στις 11 Φεβρουαρίου του 1939, γεγονός που τον βοήθησε στην αίτησή του για βρετανική υπηκοότητα ενώ τον Ιούνιο απέκτησε βρετανικό διαβατήριο. Οι διαλέξεις του στο πανεπιστήμιο καταγράφονται ως ξεχωριστές και μάλλον αντισυμβατικές, καθώς το περιεχόμενό τους δεν ήταν μόνο η φιλοσοφία ή τα μαθηματικά αλλά παράλληλα και η αισθητική ή το ζήτημα της θρησκευτικής πίστης. Παράλληλα διαμόρφωνε απόψεις σε πλήρη αντίθεση με τους επαγγελματίες μαθηματικούς της εποχής και απολύτως ριζοσπαστικές σε ότι αφορούσε την φιλοσοφία των μαθηματικών. Μέρος στις διαλέξεις του πήρε για ένα διάστημα και ο Άλαν Τούρινγκ, με τον οποίο όμως ο Βιτγκενστάιν ήρθε σε ριζική διαφωνία.

Στη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων του Β' Παγκοσμίου πολέμου, ο Βιτγκενστάιν συνέχισε να διδάσκει, ωστόσο αναζητούσε εργασία έξω από την ακαδημαϊκή ζωή. Τελικά κατάφερε να εργαστεί εθελοντικά στο νοσοκομείο Guy's του Λονδίνου ως τραυματιοφορέας και αργότερα στο θεραπευτήριο "Βασίλισσα Βικτώρια" στο Νιούκαστλ, ως βοηθός εργαστηρίου. Μετά τον πόλεμο, ο Βιτγκενστάιν επέστρεψε στην έδρα του Καίμπριτζ διδάσκοντας μέχρι το καλοκαίρι του 1947. Οι διαλέξεις του κατά τη διάρκεια του τελευταίου του τριμήνου εγκαινίαζαν τα θέματα που θα τον απασχολούσαν τα επόμενα χρόνια και τα οποία αποτελούν σήμερα το δεύτερο μέρος των Φιλοσοφικών Ερευνών.

Τα τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τάφος του Βιτγκενστάιν στο Καίμπριτζ. Η ανεμόσκαλα αποτελεί αναφορά στην πρόταση 6.54 του Tractatus[4].

Εγκαταλείποντας την έδρα του στο πανεπιστήμιο, ο Βιτγκενστάιν αφοσιώθηκε στη συγγραφή ενός επόμενου βιβλίου, σε καθεστώς απομόνωσης στην Ιρλανδία. Εκεί, σχεδόν ολοκλήρωσε την έκδοση των Φιλοσοφικών Ερευνών που γνωρίζουμε σήμερα. Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του, ταξίδεψε στη Βιέννη, στις ΗΠΑ και στην Οξφόρδη, ενώ παράλληλα ξεκίνησε να επεξεργάζεται μια νέα σειρά σημειώσεων που μετά το θάνατό του αποτέλεσαν το βιβλίο Περί της βεβαιότητας (On Certainty). Η τελευταία παρατήρηση που περιλαμβάνεται στο βιβλίο γράφτηκε στις 27 Απριλίου του 1951, μία ημέρα πριν το θάνατό του από καρκίνο. Πριν χάσει τις αισθήσεις του, η τελευταία του φράση - απευθυνόμενος στον γιατρό του - ήταν "Πείτε τους πως έζησα μια υπέροχη ζωή".

Φιλοσοφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tractatus Logico-Philosophicus[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Tractatus Logico-Philosophicus

To Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-Φιλοσοφική Πραγματεία) αποτελεί το μοναδικό έργο που δημοσίευσε ο Βιτγκενστάιν όσο ζούσε και μέσα από αυτό εγκαινιάστηκε μία νέα κατεύθυνση στη φιλοσοφία που αφορούσε στην ανάλυση της γλώσσας. Ο τίτλος του προτάθηκε από τον G. E. Moore και παραπέμπει στο έργο του Σπινόζα Tractatus Theologico-Politicus. Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η διάκριση ανάμεσα στο λέγειν και στο δεικνύναι. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Βιτγκενστάιν, το έργο του αφορά στα προβλήματα της φιλοσοφίας και πώς αυτά δημιουργήθηκαν από την παρανόηση της λογικής της γλώσσας. Εκεί στηρίζεται και η δημοφιλής καταληκτική φράση του βιβλίου "για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς καλύτερα να σωπαίνει"[5]. Επιπλέον, με το Tractatus, εισάγεται η απεικονιστική θεωρία του Βιτγκενστάιν, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο σχηματίζοντας εικόνες των γεγονότων. Η δομή του έργου αποτελείται από αριθμημένες προτάσεις, συνήθως με τη μορφή αξιωμάτων και χωρίς να δικαιολογούνται.

Οι βασικές προτάσεις και κύριες θέσεις του έργου μπορούν να συνοψιστούν στα παρακάτω:

  1. Ο κόσμος είναι όλα όσα συμβαίνουν.
  2. Το γεγονός, είναι η ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.
  3. Κάθε σκέψη είναι μία λογική εικόνα των γεγονότων.
  4. Η σκέψη είναι μια πρόταση με νόημα.
  5. Η πρόταση είναι μια συνάρτηση αλήθειας των στοιχειωδών προτάσεων.
  6. Η γενική μορφή της συνάρτησης αλήθειας είναι [\bar p,\bar\xi, N(\bar\xi)].
  7. Για όσα δεν μπορεί να μιλά κανείς θα πρέπει να σωπαίνει.

Ο Βιτγκενστάιν αναθεώρησε αργότερα αρκετές από τις ιδέες του έργου, αν και μετά την ολοκλήρωσή του, πίστευε πως είχε καταφέρει να λύσει όλα τα παραδοσιακά προβλήματα της φιλοσοφίας.

Χειρόγραφες σημειώσεις του Βιτγκενστάιν, Wren Library, Καίμπριτζ.

Φιλοσοφικές έρευνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο του Βιτγκενστάιν Φιλοσοφικές Έρευνες (Philosophische Untersuchungen) δημοσιεύτηκε το 1953, μετά το θάνατό του. Περιλαμβάνει δύο κύρια μέρη, με το πρώτο να αποτελείται από 693 αριθμημένες παραγράφους. Το μέρος αυτό ήταν έτοιμο προς δημοσίευση το 1946, ωστόσο ο Βιτγκενστάιν τελικά ανέβαλε την έκδοσή του. Το δεύτερο μέρος του έργου προστέθηκε μεταγενέστερα και σε αυτό ο Βιτγκενστάιν χρησιμοποιεί συχνά έναν διαφορετικό τρόπο παρουσίασης των ιδεών του. Σύμφωνα με την μεθοδολογία που ακολουθεί, αρχικά θέτει στον αναγνώστη ένα νοητικό πείραμα μέσα από το οποίο ο ίδιος οδηγείται σε φιλοσοφικά συμπεράσματα.

Στις Φιλοσοφικές Έρευνες αναλύεται η χρήση της γλώσσας, την οποία ο Βιτγκενστάιν περιγράφει ως ένα σύνολο από γλωσσικά παιχνίδια, μέσα από τα οποία οι λέξεις που απαρτίζουν τη γλώσσα λειτουργούν και αποκτούν νόημα. Σε αυτό τον τομέα διαφοροποιείται σε σχέση με το Tractatus, καθώς δεν εστιάζει στην απεικονιστική προσέγγιση αλλά συνδέει πλέον το νόημα με τη χρήση. Σε μια απλοϊκή προσέγγιση, μπορούμε να περιγράψουμε την ιδέα αυτή λέγοντας πως δεν ορίζουμε τις λέξεις συνδέοντας αυτές με τα αντικείμενα (εικόνες) αλλά με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται.

Ύστερο έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Βιτγκενστάιν συμπλήρωσε το έργο του με σημειώσεις ή προσωπικές αναφορές πάνω σε διάφορα ζητήματα που δεν αφορούσαν αποκλειστικά σε φιλοσοφικά προβλήματα. Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται τα:

  • Περί της βεβαιότητας – μία συλλογή αφορισμών και της σχέσης γνώσης και βεβαιότητας.
  • Παρατηρήσεις πάνω στα χρώματα – μία αναφορά στο έργο του Γκαίτε Θεωρία των Χρωμάτων.
  • Πολιτισμός και αξίες – μία συλλογή παρατηρήσεων πάνω σε πολιτισμικά θέματα, τη θρησκεία και τη μουσική. Περιλαμβάνει ακόμα μία κριτική της φιλοσοφίας του Κίρκεγκαρντ.

Στον κινηματογράφο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζωή του Βιτγκενστάιν έχει γυριστεί, το 1993, σε ταινία σύγχρονου θεατρικού στυλ από τον σκηνοθέτη Ντέρεκ Τζάρμαν (Derek Jarman), με (αγγλικό) τίτλο "Wittgenstein".[6]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η Kimberly Cornish, στο βιβλίο της The Jew of Linz (1998), ισχυρίζεται πως ο Βιτγκενστάιν και ο Χίτλερ γνωρίζονταν πολύ περισσότερο μεταξύ τους και πως μέσα από την ανταγωνιστική τους σχέση καλλιεργήθηκε ο αντισημιτισμός του Χίτλερ. Κατά τον βιογράφο του Βιτγκενστάιν, Ray Monk, συνυπήρξαν στο ίδιο γυμνάσιο την περίοδο 1904-1905, ωστόσο είχαν διαφορά δύο σχολικών τάξεων, καθώς ο Χίτλερ είχε αποτύχει σε μία χρονιά ενώ ο Βιτγκενστάιν αντιθέτως είχε κερδίσει ένα χρόνο. Τα συμπεράσματα και η έρευνα της Cornish παραμένουν έντονα αμφιλεγόμενα.
  2. Hausmann, Luise: «Ο Wittgenstein στην Αυστρία ως δάσκαλος δημοτικού». Μετάφρ. Ζηνοβία Ρακοπούλου. Εποπτεία 97 (1985), 7-18.
  3. Passmore, John: «Το φιλοσοφικό κλίμα στο Καίμπριτζ την εποχή του Βίττγκενσταϊν». Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου. Εποπτεία 97 (1985), 59-74.
  4. «Οι προτάσεις μου αποτελούν διευκρινίσεις όταν αυτός που με καταλαβαίνει, αφού με τη βοήθεια τους - πατώντας πάνω τους - τις υπερπηδήσει και προχωρήσει πέρα από αυτές, τελικά τις αναγνωρίσει ως στερημένες από νόημα. (Πρέπει, θα λέγαμε, να πετάξει μακριά την ανεμόσκαλα, αφού ανέβει πρώτα σε αυτή.» (Tractatus Logico-Philosophicus 6.54)
  5. L. Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus 7.
  6. Imdb, Wittgenstein (1993)

Εργογραφία στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φιλοσοφική Γραμματική, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Κωστή Μ. Κωβαίου, εκδ.Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 1994
  • Παρατηρήσεις για τη θεμελίωση των μαθηματικών, μετάφραση Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο Κρήτης, 2006.
  • Περί τέχνης & αισθητικής, εκδ. Καρδαμίτσα, 2002
  • Περί ηθικής, εκδ. Καρδαμίτσα, 2000
  • Πολιτισμός και αξίες,μετάφραση Μυρτώ Δραγώνα - Μονάχου, Κωστής Μ. Κωβαίος · επιμέλεια Κωστής Μ. Κωβαίος,εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 2000
  • Αφορισμοί και εξομολογήσεις,μετάφραση Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Καρδαμίτσα, 1993
  • Διαλέξεις για τη θρησκευτική πίστη, εκδ. Ευθύνη, 1993
  • Γλώσσα μαγεία τελετουργία,μετάφραση Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ. Καρδαμίτσα, 1990
  • Παρατηρήσεις πάνω στα χρώματα, εκδ. Πνευματικός, 1987
  • Το μπλε και το καφέ βιβλίο, εκδ. Καρδαμίτσα, 1984
  • Tractatus Logico-philosophicus, εκδ. Παπαζήση, 1978
  • Βιττγκενστάιν : Στοχασμοί , μετάφραση Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ.Στιγμή, Αθήνα 2007.
  • Φιλοσοφικές παρατηρήσεις, μετάφραση Κωστής Μ. Κωβαίος, εκδ.Γνώση, 1993 ·
  • Σελίδες μυστικού ημερολογίου, Μετάφρ. Πάνος Δοξιάδης, Ευθύνη 169 (1986), 28-29.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δραγώνα-Μονάχου, Μυρτώ: «Οι ηθικοί αφορισμοί του Wittgenstein: Τα σύγχρονα Εις εαυτόν ή πώς ‘κουβεντιάζεται’ η σιωπή». Φιλοσοφία 10-11 (1980-81), 433-481.
  • Schulte, Joachim, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν : Η ζωή: Το έργο: Η επίδραση, μετάφραση Θόδωρος Παρασκευόπουλος,εκδ. Αλεξάνδρεια,Αθήνα, 2008
  • Σταυρούλα Τσινόρεμα, «Ο Wittgenstein και η συζήτηση γύρω από την γλωσσική κανονιστικότητα”, Δευκαλίων, 13/2-3, 1995, 137-173
  • Σακελλαριάδης, Θανάσης Γ, Από το Tractatus στις Έρευνες : Η φιλοσοφική διαδρομή του Ludwig Wittgenstein, εκδ.Ελληνικά Γράμματα,Αθήνα, 2006.
  • Μακρής Νίκος, «Λόγος και Μυστική στο Tractatus Logico-philosophicus του Ludwig Wittgenstein». Νέα Εστία 125 (1989), 573-579
  • Μπασάκος, Παντελής, «Η μετακριτική του Λ. Βιτγκενστάιν», Ο πολίτης 83 (1987), 40-51.
  • Κουκάκης Κώστας, «Η φιλοσοφική μεταγλώσσα (με αναφορές κύρια στον Tractatus Logico-Philosophicus του L. Wittgenstein) και ο ρόλος της φιλοσοφίας μετά τη ‘φιλοσοφία’», Ατραπός 3-4 (1986), 10-12.
  • Quinton Anthony, «Οι δύο φιλοσοφίες του Wittgenstein. Συζήτηση με τον Bryan Magee», Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου, Εποπτεία 97 (1985), 75-87.
  • Passmore John, «Το φιλοσοφικό κλίμα στο Καίμπριτζ την εποχή του Βίττγκενσταϊν», Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου, Εποπτεία 97 (1985), 59-74.
  • Hausmann Luise, «Ο Wittgenstein στην Αυστρία ως δάσκαλος δημοτικού». Μετάφρ. Ζηνοβία ρακοπούλου, Εποπτεία 97 (1985), 7-18.
  • Drury, M. O’C, «Συνομιλίες με τον Wittgenstein», Μετάφρ. Ζηνοβία Δρακοπούλου. Εποπτεία 97 (1985), 19-58.
  • Κωβαίος Κωστής, «Η γλωσσαναλυτική μέθοδος του Ludwig Wittgenstein», στο Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία: Η φιλοσοφία σήμερα. (Πρακτικά του Β΄ πανελλήνιου συνέδριου φιλοσοφίας), Αθήνα., 1985,σελ.145-154
  • Κωβαίος Κωστής, «Το πρόβλημα των καθόλου και η θέση του στην ύστερη φιλοσοφία του Wittgenstein». Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 1 (1984), 172-185.
  • Βουδούρης, Κωνσταντίνος, «Πλάτων και Wittgenstein. Ιδιαίτερη αναφορά στο πρόβλημα περί των καθόλου όντων». Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 1 (1984), 27-38.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα