Λουκρητία Αγκουιάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
H Αγκουιάρι σε πίνακα του Πιέτρο Φερράρι (1735-1787)

Η Λουκρητία Αγκουιάρι ή Αγκουγιάρι (Lucrezia Aguiari ή Agujari, Φερράρα 1743 [i]Πάρμα 18 Μαΐου 1783), ήταν Ιταλίδα σοπράνο, διάσημη για τις εκπληκτικές φωνητικές της δυνατότητες. Στην εποχή της δεν ήταν γνωστή με το πραγματικό της όνομα, αλλά με το -ουδόλως κολακευτικό- παρατσούκλι «La Bastardella».

Προσωνύμιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αγκουιάρι ήταν θυγατέρα ενός ευγενούς από τη Φερράρα, πιθανότατα του Μαρκησίου του Μπεντιβόλιο (Bentivoglio), ή απλά μπορεί να βρέθηκε εγκατελειμμένη στο δρόμο και την περιέθαλψαν. Αργότερα πήρε το όνομα του ανθρώπου που την υιοθέτησε, κάποιου Λορέντσο Αγκουιάρι (Lorenzo Agujari), από τη Φερράρα, ο οποίος την βοήθησε να σπουδάσει.

  • Η Αγκουιάρι αποτελεί κλασσικό παράδειγμα για το, πώς μπορεί ένα παρατσούκλι να επηρεάσει καθοριστικά τη ζωή και, κυρίως, την καριέρα ενός ανθρώπου, ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις. Ακόμη και όταν ήταν διάσημη και έδινε συνεχείς παραστάσεις, ποτέ δεν αναφέρθηκε στις εφημερίδες αλλά και στα ενημερωτικά φυλλάδια των συναυλιών με το πραγματικό της όνομα, με το οποίο υιοθετήθηκε. Πάντοτε ανακοινωνόταν ως «La Bastardella» ή «La Bastardina» (=η μικρή μπάσταρδη)! [1]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αγκουιάρι σπούδασε στη Φερράρα, αρχικά με τον Μ. Πετρούτσι (Brizio Petrucci), διευθυντή του παρεκκλησίου της Duomo (Καθεδρικός του Αγ. Γεωργίου) και, κατόπιν, με τον αββά Λαμπερτίνι (Lambertini) σε μοναστήρι της πόλης.

Έκανε το ντεμπούτο της στη Φλωρεντία το 1764, όπου αναγνωρίστηκε για τη δεξιοτεχνία της και, ακολούθησαν άλλες μεγάλες πόλεις, όπως η Πάντοβα, η Γένοβα, η Λούκα και η Βερόνα το 1765, κατόπιν πάλι η Γένοβα, η Λούκα και η Πάρμα, όπου εγκαταστάθηκε το 1766. Όπου και αν εμφανίστηκε γνώρισε τεράστια επιτυχία λόγω των φωνητικών της δυνατοτήτων. Σε αυτή την περίοδο, είναι πιθανόν να διατηρούσε σχέση με τον Τσέχο συνθέτη Γιόζεφ Μισλίβετσεκ (Josef Mysliveček), ο οποίος βρισκόταν επίσης εκείνη την εποχή στην Πάρμα.

Την 1η Γενάρη 1768 αναγορεύεται ως virtuosa di camera στην Αυλή της Πάρμα και είναι τώρα από τις πιο διάσημες τραγουδίστριες της Ιταλίας. Το Μάιο του 1768 τραγουδάει στη Νάπολη στο έργο Ο Γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας του Παϊζιέλο επί τη ευκαιρία του γάμου του βασιλιά Φερδινάνδου με την Αρχιδούκισσα Μαρία Καρολίνα των Αψβούργων και η εμφάνισή της είναι ένας θρίαμβος. Άλλωστε ο Παϊζιέλο είχε συνθέσει δύο άριες ειδικά γι’αυτήν, ακραία δεξιοτεχνικές ώστε να είναι δύσκολες. Τον Αύγουστο του επομένου έτους, η Αγκουιάρι εμφανίστηκε επί τη ευκαιρία των εορτασμών για κάποιον άλλο πριγκηπικό γάμο, που εντασσόταν στην πολιτική κατευνασμού των ερίδων μεταξύ Αψβούργων και Βουρβόνων στην Πάρμα. Εκεί, τραγούδησε σε ένα διπλό ρόλο στην όπερα Οι Γιορτές του Απόλλωνα, του Γκλουκ (Christoph Willibald Gluck).

Στην Πάρμα, συνάντησε το συνθέτη Τζουζέπε Κόλλα (Giuseppe Colla) με τον οποίο, μετά την επιστροφή από τη Νάπολη, θα σχετιστεί όχι μόνον καλλιτεχνικά αλλά και προσωπικά. Θα παντρευτούν το 1780, αφού συζήσουν για πολλά χρόνια, αλλά η Αγκουιάρι δεν θα ζήσει για πολύ ακόμη. Τραγούδησε σε έργα του Κόλλα στη Βενετία (1770), τη Γένοβα (1771), το Τορίνο (1772, 1773), την Πάρμα (1773), το Μιλάνο (1774) και πάλι στο Τορίνο (1775). Ειδικά στο Μιλάνο, το 1774, έκανε μεγάλη αίσθηση στο έργο του Κόλλα Βαρθολομαίος και σε μία καντάτα του ίδιου.[1]

Αφού είχε εμφανιστεί τον Ιούλιο, στο Παρίσι, στις 12 Οκτωβρίου 1774 έκανε το ντεμπούτο της στο Λονδίνο, όταν την προσέλαβε ο Άγγλος ιστορικός της μουσικής Τσαρλς Μπάρνεϊ (Charles Burney), στο Θέατρο «Πάνθεον» της οδού Oxford. Εκεί, μεταξύ άλλων, θα βρεθεί ανάμεσα στο κοινό ο Βενιαμίν Φραγκλίνος (Benjamin Franklin) (μία από τις επιστολές της, στην οποία αναφέρει στον Φραγκλίνο τη μουσική που θα τραγουδήσει εκείνο το βράδυ, διατηρείται στην αλληλογραφία του). Εκείνο τον καιρό, η Αγκουιάρι ήταν τόσο διάσημη που, για τη συμμετοχή της σε δύο μονάχα τραγούδια, πήρε το τεράστιο για την εποχή ποσόν των £ 100 (στερλινών). Επέστρεψε στην Ιταλία το 1776 και, βρέθηκε στη σκηνή για άλλα τέσσερα χρόνια πριν από την οριστική της απόσυρση.

Πέθανε στην Πάρμα το 1783, σε ηλικία μόλις 40 ετών από «αδυναμία στο στήθος», όπως ήταν τότε γνωστή η φυματίωση, ενώ λέγεται ότι κάποια «αντίζηλος» την είχε δηλητηριάσει. Ενταφιάστηκε στην εκκλησία del Carmine, η οποία καταστράφηκε το 1912. Το πορτρέτο της βρίσκεται στην Αίθουσα Ντοράτα του Μουσείου Glauco Lombardi της Πάρμα.

Έκταση φωνής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιστορικές αναφορές δείχνουν ότι, η έκταση φωνής («τεσιτούρα») (tessitura) της Αγκουιάρι ήταν πολύ μεγάλη. Σύμφωνα με το γερμανικό σύστημα Φαχ (Stimmfach), η Αγκουιάρι ανήκε στην πρώτη κατηγορία φωνής, κολορατούρα σοπράνο (coloratura ή leggero), αλλά η έκταση της φωνής της ξέφευγε από τα όρια της κατηγορίας. Συγκεκριμένα, μία τυπική σοπράνο έχει έκταση φωνής περίπου 2½ οκτάβες, από το μεσαίο Ντο (Do4) έως το κόντρα Φα (Fa6). Όμως η Αγκουιάρι κατέβαινε πιο χαμηλά, στο Σολ κάτω από το μεσαίο Ντο (Sol3) και, κυρίως, ανέβαινε πολύ ψηλότερα φθάνοντας στο δις κόντρα Ντο (Do7)

H τεσιτούρα της Αγκουιάρι

Αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον μέχρι τα 35 της, είχε έκταση φωνής 3½ οκτάβες και, ακόμη και αν δεχθούμε ότι δεν έφθανε συχνά στα όριά της, είχε άνετη έκταση 3 οκτάβων. Σημειωτέον ότι αυτές οι αναφορές είναι καταγεγραμμένες ιστορικά. Μάλιστα, σε μία από αυτές, ο ίδιος ο Μότσαρτ αναφέρει ότι τραγούδησε παρουσία του φθάνοντας στο Do7 (Do acuto) [2] Επομένως, και σε συνδυασμό με τις αναφορές ότι η φωνή της ήταν επί πλέον ζεστή και τρυφερή, η Αγκουιάρι συνδύαζε την ευλυγισία μίας δραματικής σοπράνο με τη γλυκύτητα μίας μέτζο (alto) (Βλ. Αναφορές). Υστερούσε λίγο σε ποιότητα, αλλά στις εκτελεστικές της ικανότητες δεν υπήρχε ισάξια στην εποχή της.[2]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ο Μπάρνεϊ, με τον οποίο είχε συνάψει συμβόλαιο στο Λονδίνο, αναφέρεται κολακευτικά για τη φωνή της Αγκουιάρι: «..πραγματικά ήταν τρομερή ερμηνεύτρια. Τα χαμηλά της φωνής της ήταν γεμάτα, στρογγυλά, εξαιρετικής ποιότητας και υφής και, αφού άφηνε αυτή τη φυσική περιοχή κατανομής, πήγαινε πολύ πέρα από οτιδήποτε είχε μέχρι τότε ακουστεί. Κατέληγε άνετα δύο οκτάβες πάνω από αυτή την περιοχή και, στα νιάτα της, ανέβαινε άλλη μία οκτάβα. Ο Σακίνι (Sacchini) είπε ότι την άκουσε να φθάνει στο υψηλότατο Σι ύφεση (σημ. Sib6). Οι τρίλιες της ήσαν ανοικτές και τέλειες, ο τονισμός ακριβής, η εκτέλεση δυνατή και γρήγορη και το ύφος της, ευγενές και μεγαλόπρεπο. Παρά το γεγονός ότι τα παθητικά και τρυφερά περάσματα δεν ήσαν εκεί που «βόλευε» τις φωνητικές χορδές της, διέθετε συγκινητικά εκφραστικά μέσα και, θα μπορούσε να φθάσει μόλις ένα βήμα πριν την τελειότητα, αν η εκτέλεσή της ήταν πιο χαριτωμένη σε αυτά τα μέρη και η εμφάνισή της μετριαζόταν από μια πιο θηλυκή γλυκύτητα και συστολή...» [3]
  • Το 1770 στην Πάρμα, η Αγκουιάρι τραγούδησε παρουσία των Μότσαρτ, πατέρα και γιου, όντας σε τουρνέ στην Ιταλία. Από την Μπολόνια, σε επιστολή προς την αδελφή του, με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1770, ο Λέοπολντ Μότσαρτ, κάνει μια εντυπωσιακή και γλαφυρή περιγραφή της φωνής της, και όχι μόνον: «... η σοπράνο τραγούδησε τρεις άριες για μας. Όταν την άκουσα, απλά δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα μπορούσε να έφθανε στο Do acuto (Do7). Στα περάσματα μέσα στις άριες, μεταγραμμένα από τον Βόλφγκανγκ, τραγούδησε στην πραγματικότητα κάπως πιο αργά από ό, τι στις χαμηλότερες περιοχές, αλλά τόσο καλά ώστε να μοιάζει με την άνω περιοχή του οργάνου (ottavino dell’organo). Με λίγα λόγια, απέδωσε τις τρίλιες και όλα τα υπόλοιπα, ακριβώς όπως τα είχε σημειώσει ο Βόλφγκανγκ, νότα προς νότα. Έχει επίσης μια καλή κοντράλτο φωνή που κατεβαίνει μέχρι το Σολ (Sol3). Δεν είναι όμορφη αλλά ούτε άσχημη και τα μάτια της μερικές φορές έχουν μια αστραφτερή αγριάδα, όπως οι επιληπτικοί (! sic), και κουτσαίνει από το ένα πόδι...Κατά τα λοιπά είναι γοητευτική, πολύ εγκάρδια και απολαμβάνει εξαιρετικής φήμης...» .[2][4]

Η επιστολή συνεχίζει με ένα υστερόγραφο του ίδιου του Μότσαρτ : «...στην Πάρμα συναντήσαμε μία τραγουδίστρια και την ακούσαμε να τραγουδάει πολύ καλά στο σπίτι της: είναι η περίφημη Bastardella, η οποία έχει μια όμορφη φωνή, πολύ ευέλικτο λαρύγγι και μία απίστευτη έκταση (Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ)...»

  • Υπάρχει όμως και κάποια κριτική της ταξιδεύτριας και επιστολογράφου Σάρα Γκούνταρ (Sarah Goudar), που όχι μόνον είναι κακή αλλά φθάνει στα όρια της χυδαιότητας: «...η Αγκουιάρι ονομάζεται «αηδόνι της σκηνής» και, είναι στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό, ένα αηδόνι. Το τραγούδι του δεν αποδίδει τη λαμπρότητα της εκτέλεσής του. Εκπέμπει αφύσικους λαρυγγισμούς, που πολύ συχνά θυμίζουν σφυρίχτρες. Πολύ εύστοχα, λοιπόν, ονομάζεται «Bastardina», επειδή η μουσική της δεν έχει τίποτα γνήσιο, όλα τα τραγούδια που τραγουδάει είναι και αυτά μπάσταρδα!..» (sic).[4]

Κύριοι ρόλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φούλβια στο Αέτιος (Ezio) του Τομάζο Τραέτα (Tommaso Traetta) (Πάδοβα, 1765)
  • Βερόη στο Νιτέτι (La Nitteti) του Μπρίτζιο Πετρούτσι (Brizio Petrucci) (Μάντοβα, 1766)
  • Κλεοπάτρα στο Τιγράνης (Tigrane) του Τζουζέπε Κόλλα (Giuseppe Colla) (Πάρμα, 1767)
  • Θέτις στο Οι Νύχτες του Πηλέα και της Θέτιδος (Le nozze di Peleo e Tetide) του Τζοβάννι Παϊζιέλλο (Giovanni Paisiello) (Νάπολη, 1768)
  • Αρκινία και Βαυκίς στο Οι Γιορτές του Απόλλωνα (Le feste d'Apollo) του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ (Christoph Willibald Gluck) (Πάρμα, 1769)
  • Βερενίκη στο Βολογήσης (Vologeso) του Κόλλα (Βενετία, 1770)
  • Ανδρομέδα στο Ανδρομέδα (Andromeda) του Κόλλα (Τορίνο, 1772)
  • Ζάμα στο Ο Τάμας Κουλί-Καν στις Ινδίες (Tamas Kouli-Kan nell'Indie) του

Γκαετάνο Πουνιάνι (Gaetano Pugnani) (Τορίνο, 1772)

  • Ερασιθέα στο Ουρανός και Ερασιθέα (Urano ed Erasitea) του Κόλλα (Πάρμα, 1773)
  • Κλεονίκη στο Δημήτριος (Demetrio) του Γιόζεφ Μισλίβετσεκ (Josef Mysliveček) (Παβία, 1773)
  • Ανδρομέδα στο Ανδρομέδα (Andromeda) του Παϊζιέλλο (Μιλάνο, 1772)
  • Κλεοπάτρα στο Πτολεμαίος Tolomeo του Κόλλα (Μιλάνο, 1774)
  • Αυγή στο Αυγή (Aurora) του Γκαετάνο Παμπάνι (Gaetano Pampani) (Τορίνο, 1775)

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βρετανός συγγραφέας Άλντους Χάξλεϋ, κάνει αναφορά στις αξιοσημείωτες φωνητικές επιδόσεις της Αγκουιάρι, στο έργο του Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος ( Brave new World).

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Κατ’άλλους [5] γεννήθηκε το 1741 ή το 1746. Εδώ ακολουθείται η ημερομηνία γέννησης σύμφωνα με το παλαιότατο έργο του George Grove, D.C.L (Oxford, 1880), ως πλησιέστερο στην αναφερομένη εποχή.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Grove, v. I
  2. 2,0 2,1 2,2 Grove, v. Ι, p. 45
  3. Burney
  4. 4,0 4,1 Ιταλική Βικιπαίδεια
  5. Ιταλική Βικιπαίδεια, Αγγλική Βικιπαίδεια

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Λεξικό Μουσικής και Μουσικών» (Dictionary of Music and Musicians) του George Grove, D.C.L (Oxford, 1880)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1991, τόμος 2, λήμμα «Αγκουγιάρι».
  • Enciclopedia Bompiani-Musica, Milano (εκδ. ΑΛΚΥΩΝ, 1985)
  • Michael Kennedy, Λεξικό Μουσικής της Οξφόρδης (Oxford University Press Αθήνα: Γιαλλέλης, 1989) ISBN 960-85226-1-7
  • Eric Blom, «The new Everyman Dictionary of Music», 1988
  • Gaspare Nello Vetro "Lucrezia Agujari, La Bastardella", Parma 1993, Zara Editrice, ISBN 1-135-26520-8
  • Ian Woodfield, Opera and Drama in Eighteenth-Century London: The King's Theatre, Garrick and the Business of Performance, Cambridge Studies in Opera, Cambridge University Press ISBN 0-521-80012-9
  • Charles Burney, A General History of Music, vol. IV, 1789, p. 504.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lucrezia Aguiari της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα La Bastardella της Ιταλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).