Λουδοβίκος Θείρσιος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λουδοβίκος Θείρσιος
Λούντβιχ Τίερς
Πραγματικό όνομα Ludwig Thiersch
Γέννηση 12 Απριλίου 1825
Flag of Germany.svg Μόναχο, Γερμανία
Θάνατος 10 Μαΐου 1909 (84 ετών)
ό.π.
Εθνικότητα Γερμανική
Είδος Τέχνης Μυθολογική
εικονογραφία, Χριστιανική
εικονογραφία

Ο Λουδοβίκος Θείρσιος (γερμανικά: Ludwig Thiersch, προφ. Λούντβιχ Τίερς, Μόναχο, 12 Απριλίου 1825 - ό.π., 10 Μαΐου 1909)[1] ήταν Γερμανός ζωγράφος, κυρίως θεμάτων με μυθολογικό και αγιογραφικό ενδιαφέρον, με επιρροές από την Ελλάδα.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πίνακας του 1874 "Unergründlich" που αποδίδεται ως "Ανεξιχνίαστος".

Γεννήθηκε στο Μόναχο της Βαυαρίας το 1825. Ήταν γιος του κλασικιστή και ελληνιστή φιλόλογου Ειρηναίου Θείρσου και αδελφός του χειρουργού Καρλ Τίερς και του θεολόγου Χάινριχ Βίλελμ Γιόζιας Τίερς. Εγγράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου για να σπουδάσει γλυπτική, αλλά έπειτα από μερικά χρόνια αποφάσισε να ασχοληθεί με την ζωγραφική, όπου είχε ως καθηγητές τους Χάινριχ Μαριά φον Ες (Heinrich Maria von Hess), Γιούλιους Σνορρ φον Κάρoλσφελντ (Julius Schnorr von Carolsfeld) και Καρλ Σορν (Karl Schorn). Μετά την αποφοίτησή του από την ακαδημία, ζωγράφισε πίνακες με θέμα τη Σακουντάλα, ηρωικό πρόσωπο ενός δράματος γραμμένο από τον Ινδό ποιητή Καλιντάσα, και μια σκηνή την εξέγερση των Καμισάρ. Έπειτα μετέβηκε στη Ρώμη, όπου φιλοτέχνησε σκηνές από την καθημερινή ζωή των Ιταλών. Ενδεικτικός πίνακας εκείνης της περιόδου, είναι ο πίνακας "Hiob unter seinen Freunden" (Ο Ιώβ μεταξύ των φίλων του).[1]

Στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογράφημα του έργου του Λουδοβίκου Θείρσιου "Alarich in Athen als Sieger gefeiert" (Ο Αλάριχος Α΄ στην Αθήνα, εορτάζει την νίκη του, 1894).

Το 1852, συνόδεψε τον πατέρα του στην Αθήνα, όπου αντικατέστησε το ναπολιτάνο ζωγράφο Ραφαέλο Τσέκολι, καθηγητή του Σχολείου των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών).[1][2] Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, τράβηξε το ενδιαφέρον του για τη βυζαντινή εικονογραφία. Αγιογράφησε αρκετές νωπογραφίες σε ελληνικές εκκλησίες και αποτέλεσε εισηγητής της εφαρμογής δυτικών τεχνοτροπιών, όπως η νατουραλιστική άποψη και την ανατομία των σώματος, ώστε να μοντερνοποιηθεί η βυζαντινή τέχνη.[3] Στο πλαίσιο αυτό, του πιστώνεται ορισμένες φορές η αποκάλυψη της βυζαντινής τέχνης στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης. Ωστόσο μια τέτοια μεταρρυθμιστική κίνηση, ήταν αμφιλεγόμενη στην Ελλάδα, αφού συναντούσε τη σθεναρή αντίσταση από όσους αντιτίθονταν σε αυτήν.[4] Οι τελευταίοι υποστήριζαν ότι αποτελεί μια προσπάθεια να αντικαταστήσει τη μακρόχρονη ελληνική παράδοση με ξενόφερτες επιρροές.[3] Αρκετές εφημερίδες της εποχής, αντιτάχθηκαν στον διορισμό του Λουδοβίκου Θείρσιου ως καθηγητή και συνέχιζαν να αντιτάσσονται στην παραλαβή των απαραίτητων προμηθειών ώστε να μπορέσει να αγιογραφήσει τις εκκλησίες που αναλάμβανε.

Επί βασιλείας του Όθωνα, τέτοιες δυτικές μεταρρυθμίσεις, ήταν θεμιτές από τον Βαυαρό μονάρχη, όπως επίσης και από τον πρύτανη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και εξέχοντα αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου, κάνοντας τις αντιδράσεις των συντηρητικών ανεπιτυχείς. Μαθητής του Θέρσιου ήταν ο ζωγράφος Νικόλαος Γύζης,[5] ο οποίος μέσα από την τέχνη του, εμφάνιζε δυτικές επιδράσεις αρκετά ελληνοποιημένες, καταξιώνοντάς τον ως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα.[6] Οι πιο γνωστές νωπογραφίες του, βρίσκονται στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικοδήμου του Νυκτερινού μαθητή του Κυρίου, στη συνοικία της Ακρόπολης, δίπλα στην ρωσική εκκλησία της Αγίας Τριάδας.[7][8]

Μετέπειτα πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η υπογραφή του καλλιτέχνη από τον πίνακα του 1874 "Unergründlich"που αποδίδεται ως "Ανεξιχνίαστος".

Τα επόμενα έτη, ταξιδεύει σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες όπου ζωγραφίζει νωπογραφίες σε εκκλησίες και ελαιογραφίες σε οικίες ιδιωτών. Η εκκλησιαστική του τέχνη, θεωρήθηκε εφάμιλλη δυτικοευρωπαίων αγιογράφων, όπως οι Λούντβιχ Σάιτζ και Ζαν-Ιππολύτ Φλαντρέν, που κατάφεραν να φέρουν ξανά στο προσκήνιο την δυτικοευρωπαϊκή εκκλησιαστική τέχνη..[7] Το 1856, μετέβηκε στη Βιέννη για να αναλάβει την αγιογράφηση μιας ελληνορθόδοξης εκκλησίας,[1] όπου γνωρίζεται με τον Θεόφιλο Χάνσεν, έναν Δανοαυστριακό αρχιτέκτονα που επίσης πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα και ενδιαφέρθηκε για τη βυζαντινή ναοδομία. Όταν ο Χάνσεν ανέλαβε την ανακατασκευή της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας σε νεοβυζαντινή μορφή, ζήτησε από το Θείρσιο και τον Καρλ Ραλ, Αυστριακό ζωγράφο, την αγιογράφηση της εκκλησίας. Τη χρηματοδότηση του έργου έγινε με δωρεά του ευεργέτη Σίμονα Σινά,[9] ο οποίος έπειτα ζήτησε από τον Θείρσιο, την αγιογράφηση και μιας άλλης εκκλησίας στην Ρώμη. Κατά την διάρκεια της παραμονής του εκεί, φιλοτέχνησε τα έργα "Charon als Seelenführer" (Ο Χάροντας ως οδηγός των ψυχών), "Bakchos' Einzug in den Hain von Kolonos" (Είσοδος του Βάκχου στο Άλσος του Κολωνού) και "Thetis' Klage um Achilleus" (Ο θρήνος της Θέτιδας για τον Αχιλλέα).[1]

Το 1860, μετέβηκε στην Αγία Πετρούπολη όπου αγιογράφισε τις νωπογραφίες και τις φορητές εικόνες του παρεκκλησίου του Μεγάλου Δούκα Νικόλαου Νικολάεβιτς και του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ Νικολάεβιτς, και την προτεσταντική εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης.[1][7] Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία, φιλοτέχνησε το "Auferweckung der Tochter des Jairus und Christus in Gethsemane" (Η ανάσταση της της κόρης του Ιαείρου και o Χριστός στη Γεθσημανή, 1866) στον πανεπιστημιακό ναό στο Κέμπτεν, όπως επίσης "Predigt des Paulus auf dem Areopag" (Το κήρυγμα του Παύλου στον Άρειο Πάγο) και τα επόμενα χρόνια αρκετά άλλα έργα, όπως "Christus am Teich Bethesda" (Ο Χριστός στη δεξαμενή της Βηθεσδά), "Ceres, die ihre Tochter sucht" (Η Δήμητρα που αναζητά την κόρη της), "Christus in der Wüste" (Ο Χριστός στην έρημο), "Alarich in Athen als Sieger gefeiert" (Ο Αλάριχος στην Αθήνα εορτάζει τη νίκη του) και "Kreuztragung Christi" (Ο Χριστός φέρει το Σταυρό).[1] Κάποια χρόνια αργότερα, αγιογραφεί τις εικόνες από το τέμπλο του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο, το οποίο καθαγιάστηκε το 1882.[7][10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 "Thiersch", Meyers Konversations-Lexikon
  2. Αγγελική Πολλάλη
  3. 3,0 3,1 Αντώνης Δανός, σ. 79
  4. Στέλιος Λυδάκης, σ. 86, όπως αναφέρθηκε η Αγγελική Πολλάλη
  5. Στέλιος Λυδάκης, σ. 186, όπως αναφέρθηκε η Αγγελική Πολλάλη
  6. Αντώνης Δανός, σσ. 90–93
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Αναστάσιος Διομήδης Κυριακός, σσ. 87–88
  8. «Αγία Τριάδα (Ρωσική Εκκλησία)». Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. http://www.iaath.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=714:2011-05-09-08-30-32&catid=121:2011-04-06-21-39-40&Itemid=570. Ανακτήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2013. 
  9. "Wien (Kirchen, Profanbauten)", Meyers Konversations-Lexikon
  10. Don Bianco

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ludwig Thiersch (έκδοση 564745078) της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).