Λουίτζι Κερουμπίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Λουίτζι Κερουμπίνι σε λιθογραφία της εποχής του

Ο Λουίτζι Κερουμπίνι (ιτ. Luigi Cherubini, 8 ή 14 Σεπτεμβρίου 1760 – 15 Μαρτίου 1842) ήταν Ιταλός συνθέτης του Κλασικισμού. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Γαλλία, γράφοντας κυρίως όπερες και θρησκευτική μουσική· κατά τον Μπετόβεν, ήταν ο "μεγαλύτερος συνθέτης" της εποχής του.[1]

Τα πρώτα του χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κερουμπίνι, το πλήρες όνομα του οποίου ήταν Maria Luigi Carlo Zenobio Salvatore Cherubini, γεννήθηκε στη Φλωρεντία. Όσον αφορά στην ημερομηνία γέννησής του υπάρχει διχογνωμία: αν και τα αρχεία του ληξιαρχείου αναγράφουν ξεκάθαρα 14 Σεπτεμβρίου, ο ίδιος ο συνθέτης θεωρούσε την 8η Σεπτεμβρίου ως σωστή. Ίσως η απόδειξη να επαφίεται στο πρώτο του όνομα, καθώς το όνομα Μαρία δινόταν παραδοσιακά σε παιδιά γεννημένα στις 8 Σεπτεμβρίου, οπότε και εορτάζεται η Γέννηση της Θεοτόκου[2]. Έλαβε τα πρώτα του μαθήματα μουσικής στην ηλικία των έξι ετών, από τον ίδιο τον πατέρα του -Μπαρτολομέο-, ο οποίος ήταν επαγγελματίας τσεμπαλίστας και διευθυντής ορχήστρας (maestro al cembalo). Ο Κερουμπίνι υπήρξε παιδί-θαύμα και διδάχθηκε από νωρίς αντίστιξη και φωνητική γραφή· μέχρι τα δεκατρία του είχε ήδη ολοκληρώσει τις βασικές του σπουδές και είχε γράψει αρκετά θρησκευτικά έργα.

Η ενηλικίωση και οι πρώτες του όπερες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα 1780, ο Κερουμπίνι, με υποτροφία του Μέγα Δουκα της Τοσκάνης, συνεχίζει τις σπουδές του στην Μπολόνια και το Μιλάνο[2]. Οι πρώτες του «σοβαρές όπερες» γράφονται σε λιμπρέτα στο καθιερωμένο τότε δραματικό ύφος, όπως αυτά του Απόστολο Ζένο και του Μεταστάσιο. Η δε μουσική του συμβαδίζει με αυτή των σύγχρονών του και εμπεριέχει σαφείς επιρροές από συνθέτες όπως τον Νικολό Τζομέλλι, τον Τομάζο Τραέττα και τον Αντόνιο Σακίνι -όλοι τους πρωτοπόροι στις μέρες τους.

Εντούτοις, η ιταλική παράδοση στην όπερα είναι τρόπον τινά δεσμευτική και ο νεαρός Κερουμπίνι ταξιδεύει το 1785 μέχρι το Λονδίνο· οι μουσικοί του πειραματισμοί αποφέρουν δύο σοβαρές όπερες και μία κωμική για το Βασιλικό Θέατρο. Τον ίδιο χρόνο, επισκέπτεται το Παρίσι με τον βιολιστή και φίλο του Τζιανμπατίστα Βιόττι, ο οποίος τον συστήνει στη Μαρία Αντουανέτα και την παρισινή υψηλή κοινωνία. Σύντομα λαμβάνει μια σημαντική παραγγελία για την σύνθεση μιας όπερας: το αποτέλεσμα είναι η πρώτη του «μουσική τραγωδία» (tragédie en musique -είδος όπερας που άνθισε στη Γαλλία του 18ου και 19ου αιώνων) Δημοφών (Démophon), σε γαλλικό λιμπρέτο του Ζαν-Φρανσουά Μαρμοντέλ. Με εξαίρεση τη σύντομη επιστροφή στο Λονδίνο και το Τορίνο, όπου παρουσίασε μια όπερα παραγγελίας του ηγεμόνα του Οίκου της Σαβοΐας, ο Κερουμπίνι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του[2].

Ο «Γάλλος» Κερουμπίνι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την μόνιμη εγκατάστασή του στο Παρίσι, ο Κερουμπίνι σταδιακά αφομοίωσε την πολιτιστική του ταυτότητα μ' αυτήν της νέας του πατρίδας, αρχής γενομένης από το όνομά του, το οποίο και εξεγάλλισε σε Marie-Louis-Charles-Zénobi-Salvador Cherubini, όπως εμφανίζεται σε όλα τα επίσημα έγγραφα όπου αναφέρεται μετά το 1790[2]· στις μέρες μας τείνει να προτιμάται η πρωτότυπη ιταλική του εκδοχή. Η όπερα Δημοφών έτυχε θερμής υποδοχής στην Όπερα των Παρισίων το 1788. Με τη βοήθεια του Βιόττι ο Κερουμπίνι διορίζεται διευθυντής του θεάτρου Théâtre de Monsieur στο Παλάτι του Κεραμεικού το 1789· μετά την πτώση της μοναρχίας το θέατρο μετονομάζεται σε Θέατρο Φεντώ (Théâtre Feydeau) και ο συνθέτης βρίσκει την ευκαιρία να μελετήσει εκατοντάδες λιμπρέτα, επιλέγοντας τα πλέον κατάλληλα για κάθε περίσταση.

Ο εναγκαλισμός του γαλλικού ύφους είναι πλέον εμφανής στα έργα του, τα οποία χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία και προσωπικό στίγμα. Πρώτη μεγάλη του επιτυχία αποτελεί η όπερα "Λοντόισκα" (1791), όπου κυριαρχεί ο ρεαλιστικός ηρωισμός. Ακολουθεί, το 1794, η "Ελίζα" και το 1797 η πιο γνωστή του σήμερα όπερα με τίτλο "Μήδεια". Σπουδαία επιτυχία σημείωσε και η κωμική όπερα του 1800 "Les deux journées", στην οποία και διαφαίνεται μια απλοποίηση στο ύφος του. Η οικονομική ευημερία που προέκυπτε με τις απανωτές του επιτυχίες τον οδηγούν να παντρευτεί το 1794 την Anne Cécile Tourette, με την οποία και απέκτησαν τρία παιδιά.

Τα αποτελέσματα της Γαλλικής Επανάστασης επηρέασαν τον Κερουμπίνι μέχρι το τέλος της ζωής του, αναγκάζοντάς τον να ελίσσεται πολιτικά για να αποφύγει την έκθεσή του, λόγω της πάλαι ποτέ σχέσης του με την αριστοκρατία. Παρότι η μουσική του παραήταν περίπλοκη για τον Ναπολέοντα, εντούτοις ο συνθέτης έγραφε τουλάχιστον ένα πατριωτικής χροιάς έργο κάθε χρόνο, για πάνω από μια δεκαετία[2]. Εν τέλει διορίστηκε μουσικός τομεάρχης στη Βιέννη στα 1805-1806, όπου και παρουσίασε αρκετά του έργα.

Από την όπερα στη θρησκευτική μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιτυχία της όπερας Les deux journées άνοιξε τον δρόμο για την ανάδειξη νεότερων συνθετών, όπως τον Φρανσουά Μπουαλντιέ. Η οπερατική σταδιοδρομία του Κερουμπίνει αρχίζει να φθίνει, με σημείο καμπής την παταγώδη αποτυχία την όπερα-μπαλέτο "Ανακρέων" (Anacréon )· μετέπειτα σκηνικά του έργα είχαν παρόμοια τύχη με το απαιτητικό παρισινό κοινό, με εξαίρεση την όπερα "Φανίσκα" (1806), η οποία ενθουσίασε, μεταξύ άλλων τον Γιόζεφ Χάυντν και τον Μπετόβεν. Ανταγωνιζόμενος την όπερα La Vestale του Γκασπάρε Σποντίνι, ο Κερουμπίνι ανεβάζει το 1813 το έργο Les abencérages, ένα ηρωικό δράμα με θέμα την πτώση του Μαυριτανικού βασιλείου στη Γρανάδα· η μάλλον θερμή υποδοχή δεν ήταν εντούτοις αρκετή για τη μακρά παρουσίασή του επί σκηνής.

Απογοητευμένος από το ακατάδεχτο κοινό, ο Κερουμπίνι αρχίζει να στρέφεται στα θρησκευτικά έργα: γράφει επτά λειτουργίες, δύο ρέκβιεμ και πολλά άλλα μικρότερα έργα. Την περίοδο αυτή η μοναρχία έχει αποκατασταθεί και του προσφέρεται η θέση του βασιλικού μουσικού επιμελλητή (Surintendant de la Musique du Roi), ένα πόστο που θα κρατήσει μέχρι την πτώση της Δυναστείας των Βουρβόνων. Το 1815, η Βασιλική Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου τού αναθέτει τη σύνθεση μιας συμφωνίας, μιας ουβερτούρας καθώς και ενός έργου για χορωδία και ορχήστρα· ο συνθέτης διηύθυνε και τα τρία έργα στο Λονδίνο, ανεβαίνοντας ένα ακόμη σκαλοπάτι στο μονοπάτι της δόξας.

Το Ρέκβιεμ σε ντο ελάσσονα του 1816, επί της επετείου της εκτέλεσης του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄, αποτέλεσε τεράστια επιτυχία, αποσπώντας τον μεγάλο θαυμασμό του Μπετόβεν, του Ρόμπερτ Σούμαν καθώς και του Γιοχάνες Μπραμς. Το 1836, ένα δεύτερο ρέκβιεμ σε ρε ελάσσονα, απευθυνόμενο στον ίδιο του τον εαυτό, χρησιμοποιεί μόνο τις ανδρικές φωνές της χορωδίας, καθώς το προηγούμενο είχε δεχθεί κριτική από τις θρησκετικές αρχές (ΣτΣ: η γυναικεία συμμετοχή στην ψαλμωδία της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας θεωρούνταν παραδοσιακά βέβηλη).

Ύστερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του Κερουμπίνι από τον Ενγκρ (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι)

Το 1822 ο Κερουμπίνι γίνεται διευθυντής του Παρισινού Κονσερβατουάρ, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1835, ολοκληρώνει το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο πάνω στην αντίστιξη και τη φούγκα Cours de contrepoint et de fugue (μαθήματα αντίστιξης και φούγκας). Ο ρόλος του στο ωδείο θα τον φέρει συχνά αντιμέτωπο με τον νεαρό Εκτόρ Μπερλιόζ, ο οποίος τον μνημονεύει στην αυτοβιογραφία του με τα πιο μελανά χρώματα. Αρκετές πηγές της εποχής κάνουν αναφορά στο ευέξαπτο του χαρακτήρα του Κερουμπίνι, ο οποίος ωστόσο διατηρούσε φιλικές σχέσεις με πολλούς καλλιτέχνες, μεταξύ άλλων τον Τζοακίνο Ροσσίνι, τον Φρεντερίκ Σοπέν και κυρίως τον εικαστικό Ζαν Ωγκύστ Ντομινίκ Ενγκρ. Η σχέση του με τον τελευταίο ήταν τρόπον τινά αλληλοσυμπληρωματική: ο Κερουμπίνι ζωγράφιζε ερασιτεχνικά, ενώ ο Ενγκρ μελετούσε συχνά βιολί.

Όσον αφορά στα έργα μουσικής δωματίου ο Κερουμπίνι δεν συνεισέφερε σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό, χωρίς ωστόσο να υπολείπονται σε ποιότητα. Τα έξι κουαρτέτα εγχόρδων του χαρακτηρίστηκαν από τον Βίλχελμ Άλτμαν ως πρώτης ποιότητας, ενώ περιγράφει ειδικά τα αρ. 1 και 4 ως αριστουργήματα. Το κουιντέτο για δύο βιολιά, βιόλα και δύο βιολοντσέλα θεωρείται εξίσου σπουδαίο έργο.

Για το συνολικό του έργο, ο Κερουμπίνι τιμήθηκε εν ζωή με τις υψηλότερες τιμές της Γαλλίας, συμπεριλαμβανομένου του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1814) καθώς και ως Μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών (1815). Το 1841 ανακυρήχθηκε Διοικητής της Λεγεώνας της Τιμής, ο πρώτος μουσικός που έλαβε τέτοια διάκριση[3].

Πέθανε στο Παρίσι σε ηλικία 81 ετών και ετάφη στο κοιμητήριο Περ Λασαίζ, περίπου τέσσερα μέτρα από το μνήμα του συναδέλφου και φίλου του Σοπέν. Το ταφικό του μνημείο σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Ασίλ Λεκρέρ, με ένθετο γλυπτό του Ωγκυστίν Ντυμόν, το οποίο αναπαριστά τη "Μουσική" να στέφει τον συνθέτη με δάφνες.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Holden, Amanda; (editor), with Kenyon, Nicholas and Walsh, Stephen. The Viking Opera Guide. London: Viking. σελ. 209. ISBN 0-670-81292-7. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Sadie, p. 833
  3. Willis, in Sadie (ed.), p. 834

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Altmann, Wilhelm, Handbuch für Streichquartettspielers, Amsterdam: Hinrichtshofen, 1972
  • Cherubini, Luigi (with Fromental Halévy, Cours de contrepoint et de fugue, Paris: M. Schlesinger, 1835 OCLC 11909698
  • Deane, Basil, Cherubini (Oxford Studies of Composers, 1965)
  • Cobbett, W.W. (Ed.), Cobbett's Cyclopedic Survey of Chamber Music, Oxford University Press, 1963
  • Holden, Amanda (Ed.), The New Penguin Opera Guide, New York: Penguin Putnam, 2001. ISBN 0-140-29312-4
  • Willis, Stephen C., "Cherubini, (Maria) Luigi (Carlo Zanobi Salvadore)" in Sadie, Stanley (Ed.), The New Grove Dictionary of Opera, Vol. 1, A-D, New York: MacMillan, 1994 ISBN 0-935859-92-6

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Luigi Cherubini της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).