Λιμός της Φινλανδίας 1866–1868

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ξυλογραφία Σουηδικής εφημερίδας του 1867

Ο λιμός του 1866-68 που ξέσπασε στη Φινλανδία και βόρεια Σουηδία αφάνισε 15% - 20% του πληθυσμού, ή περ. 270.000 κατοίκους μέσα σε διάστημα τριών ετών.

Οι καιρικές συνθήκες πριν από το λιμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες κατέστρεφαν τη σοδιά κάθε χρόνο από τις αρχές του 1860. Το 1862 μεγάλο μέρος της χώρας έχασε όλη τη παραγωγή. Το καλοκαίρι του 1866 ήταν τόσο βροχερό, που τα σπαρτά και οι πατάτες σάπισαν στα χωράφια. Όταν τελείωσαν τα αποθέματα, χιλιάδες κόσμος άρχισε να ζητιανεύει από τη πείνα. Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν ιδιαίτερα δριμύς, και η άνοιξη άργησε να έρθει. Στο Ελσίνκι έκανε τόσο κρύο που η μέση θερμοκρασία το Μάιο του 1867 δεν έφτασε καν τους δύο βαθμούς, που κανονικά έπρεπε να είναι δέκα βαθμούς ψηλότερη το ελάχιστο. Οι ποταμοί και οι λίμνες ήταν παγωμένοι μέχρι τον Ιούνιο, ενώ αμέσως μετά επέστρεψε ο χειμώνας, με θερμοκρασίες υπό το μηδέν. Την άνοιξη του 1867 οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν από τη πείνα. Η κυβέρνηση ήταν απροετοίμαστη, και δεν διέθεσε χρήματα για την εισαγωγή τροφίμων. Όταν συνειδητοποίησαν την κατάσταση ήταν πλέον αργά.

Μετά το λιμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καιρικές συνθήκες επανήλθαν στο κανονικό το 1868 και οι σοδειές έγιναν πάλι. Η οικονομία της Φινλανδίας φιλελευθεροποιήθηκε και η ποιότητα ζωής βελτιώθηκε. Πολλοί όμως μετανάστευσαν στην Αμερική για να βρουν την τύχη τους.