Λιβίσι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Λεβίσσι)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 36°34′29.94″N 29°5′27.94″E / 36.5749833°N 29.0910944°E / 36.5749833; 29.0910944

Λεβίσσι

Το Λιβίσσι (τουρκικά: Kayaköy, Καγιάκιοϊ), ή επίσης Λειβίσσι και Λεβίσσι, είναι χωριό 8 χιλιόμετρα νότια της Μάκρης (Φετίγιε) στη νοτιοδυτική Τουρκία, όπου ζούσαν Έλληνες της Ανατολίας μέχρι περίπου το 1923. Το χωριό-φάντασμα, που διατηρείται πλέον ως μουσείο, αποτελείται από εκατοντάδες κατοικίες και δύο εκκλησίες, οι οποίες καλύπτουν ένα μικρό μέρος βουνοπλαγιάς και χρησιμεύουν ως τόπο στάθμευσης για τους τουρίστες που επισκέπτονται τη Φετίγιε και το Ολουντενίζ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή όπου βρίσκεται το Λιβίσι κατοικούνταν από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια, όπως αναφέρουν αρχαίοι συγγραφείς. Στην ίδια περιοχή που βρισκόταν το Λιβίσι οι μελετητές τοποθετούν την Λυκιακή πόλη Καρμυλησσό. Η Καρμυλησσός ήταν ένα μικρό πόλισμα κοντά στην παραλία, στο όρος Αντικράγος.

Κατά τη δεκαετία του 1990 μία ομάδα Γιαπωνέζων αρχαιολόγων διενέργησε ανασκαφές στο γειτονικό στο Λιβίσι νησί Gemiler Adasi (το νησί του Αγίου Νικολάου των Λιβισιανών). Το νησί αυτό ταυτίστηκε με τη Λεβισσό των Βυζαντινών πηγών. Η Λεβισσός μαρτυρείται σε Νεαρές από τον 7ο αιώνα έως και το 1120. Δεχόμενοι αυτές τις μαρτυρίες μπορούμε να πούμε ότι το Λιβίσι αποτελεί τη μετεξέλιξη- μετεγκατάσταση της βυζαντινής Λεβισσού, σε μία προσπάθεια των κατοίκων να καταφύγουν στο πιο ασφαλές εσωτερικό, σε μία θέση όπου δεν ήταν ορατός ο οικισμός από τη θάλασσα και τους πειρατές. Κατά τον Sodini αυτή η μετακίνηση προς το εσωτερικό έγινε στο 2ο μισό του 17ου αιώνα ή στις αρχές του 18ου αιώνα.

Αναφέρεται συχνά ότι κτίστηκε στα ερείπια της αρχαίας πόλης Καρμυλησσού. Όμως κατά το βυζαντινολόγο Jean Pier Sodini «Η ταύτιση του τόπου με την Καρμυλησσό βασισμένη στο Στράβωνα, είναι τουλάχιστον τολμηρή. Η ταύτιση του Λιβισίου με την Καρμυλησσό στις δυτικές πλαγιές του βουνού δεν συμφωνεί με το Στράβωνα. Μερικά ταφικά μνημεία που βρέθηκαν βόρεια του Λιβισίου, στα περίχωρα του Keciler και Kelemther των οποίων οι κάτοχοι είναι από την Τελμησσό- καμία νύξη για Καρμυλησσό- Συγκεκριμένα οι κάτοχοι είναι από την Τελμησσό και τα Σίδυμα». Η περιοχή άλλαξε δημογραφικά μετά το σεισμό που ισοπέδωσε την κοντινή Φετίγιε, γνωστή και ως Μάκρη, το 1856 και τη μεγάλη πυρκαγιά του 1885. Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919-1922), το Λεβίσσι εγκαταλείφθηκε μετά τη συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών που υπογράφηκε από την ελληνική και τουρκική κυβέρνηση το 1923.

Η σπουδαιότητα του Λιβισίου ήδη από τον 19ο αιώνα για αυτή την περιοχή της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας φαίνεται από τους δεκάδες χάρτες στους οποίους αποτυπώθηκε. Η ανάπτυξη του οικισμού σε έναν από τους σημαντικότερους της Λυκίας έχει φυσικά σχέση με τη μετανάστευση πληθυσμών από τα ευάλωτα στους πειρατές Δωδεκάνησα, ενώ είναι γνωστές οι σχέσεις των κατοίκων με το γειτονικό Καστελόριζο έως και τον 20ο αιώνα. Οι σχέσεις του Λιβισίου και της Μάκρης με το Καστελόριζο φαίνονται και στη μουσική: δύο μοιρολόγια του Καστελόριζου έχουν ομοιότητες με αυτά της Μάκρης . Το Λιβίσι διοικητικά ανήκε στο βιλαέτι Αϊδινίου/ Σμύρνης , στο σαντζάκι Μεντεσέ και στον καζά Μάκρης. Το χωριό εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Πισιδίας, γεγονός που οδήγησε πολλούς στο λάθος να εντάσσουν το Λιβίσι και τη Μάκρη και γεωγραφικά στην Πισιδία . Η ανάπτυξη του Λιβισίου σε έναν από τους σημαντικότερους ελληνικούς οικισμούς της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας φαίνεται και στις πολλές μαρτυρίες του 19ου αιώνα από ξένους, κυρίως Άγγλους, περιηγητές. Οι περιηγητές αυτοί, αν και κινήθηκαν στην περιοχή κυρίως ή αποκλειστικά με αρχαιολογικά ενδιαφέροντα, ωστόσο μέσα στα βιβλία τους μπορούμε να βρούμε ενδιαφέροντα στοιχεία για το Λιβίσι. Το 1851 το Λιβίσι και η γύρω περιοχή υπέστη μεγάλες ζημιές από καταστροφικό σεισμό. Σχετική είναι η αναφορά (ενδεικτικά) στην εγκυκλοπαίδεια ‘A Gazetteer of the World, vol. Iv, 1856, εκδότης Fullarton: «Levisi, ένα μεγάλο ελληνικό χωριό της Ασιατικής Τουρκίας, στο σαντζάκι του Mentasha, χτισμένο σε μία επικλινή πεδιάδα κοντά στην ακτή, 5 μίλια βορειοανατολικά του ακρωτηρίου Άγγιστρο και 3 χιλιόμετρα νότια/ νοτιοδυτικά της Μάκρης. Καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από σεισμό το Φεβρουάριο του 1851, ο οποίος, όπως αναφέρεται, ισοπέδωσε όλα τα σπίτια του χωριού, 1500 στον αριθμό, και έθαψαν 600 κατοίκους στα ερείπια» (σελίδα 720). Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει τις προγενέστερες περιηγητικές μαρτυρίες και αποτελεί πολύτιμη πηγή για τη χρονολόγηση των υφιστάμενων σήμερα κτισμάτων . Συνοικίες και ενορίες Το χωριό χωριζόταν σε τρεις συνοικίες- ενορίες, την πάνω γειτονιά (με την εκκλησία του Ταξιάρχη και τη βοτσαλωτή πλατεία του Στούμπου , τα καφενεία και το Αρρεναγωγείο), τη μέση γειτονιά (με την εκκλησία της Αγίας Άννας - «μέση Παναγιά» και το Παρθεναγωγείο - «κάτω σχολειό») και την κάτω γειτονιά με την Παναγία Πυργιώτισσα - «κάτω Παναγιά». Η κάτω γειτονιά θεωρούνταν από τους Λιβισιανούς του Ταξιάρχη πιο λαϊκή συνοικία και ανάλογα ήταν τα περιπαιχτικά δίστιχα: ‘Στην πάνου γειτονιάν παίζουν τα σπαθιά, στην κάτου γειτονιάν πνίουν τα γατιά’. Άλλες γειτονιές ήταν οι Άι Παρασκηυγή, Καμάρα, Ορούτζα, Αλαμά, Κουνουσάτα, Πουρτίν, Φουρνάρη, Βουνάριν, Ληά του κυρ Παλιού, Σκυλλαρούδα, Χάνιν, Βούρβουρη, Ξηρά Περιβόλια και Σταυρίν.

Οι διώξεις των κατοίκων του Λιβισίου, αλλά και της γειτονικής Μάκρης εντάσσονται στο ευρύτερο σχέδιο των Νεοτούρκων να εκκενώσουν τα πλούσια παράλια από τους Έλληνες κατοίκους τους. Οι διωγμοί στην περιοχή άρχισαν το 1914 με τον εγκλεισμό των κατοίκων στη Μάκρη. Το 1916 πολλές οικογένειες οδηγήθηκαν στο Ντενιζλί, μετά από πορεία έξι ημερών. Το 1917 άλλοι κάτοικοι οδηγήθηκαν στα χωριά Χουρουτούμ, Ατζί Παγιάμ και Στεφενή, επίσης κοντά στο Ντενιζλί. Το 1919 εξορίστηκαν οι άντρες ηλικίας 13- 70 χρόνων και το 1921 οι εναπομείναντες 480 (στο στο Ικόνιο, την Καισάρεια και τελικά – μετά από 55 ημέρες πορεία – στο Χαμητιέ της Συρίας, όπου παρέμειναν έως τον Νοέμβριο του 1922. Οι πρόσφυγες από την περιοχή της Μάκρης εγκαταστάθηκαν στην Αττική ιδρύοντας τον Δήμο Νέας Μάκρης, ενώ οι κάτοικοι από το Λιβίσι ίδρυσαν το Νέο Λειβήσι, που ανήκε στην κοινότητα Μαρκόπουλου. Επίσης Λιβισιανοί εγκαταστάθηκαν στη Βοιωτία (Αγ. Γεώργιος Άμφισσας), τη Φθιώτιδα (Ιτέα) και την Εύβοια (Φάρακλα).

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους ελληνικούς οικισμούς της Μικράς Ασίας οι πληροφορίες που έχουμε για τον αριθμό των κατοίκων είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Σχετικά με το Λιβίσι μπορούν να παρατεθούν οι πληροφορίες: του Schonborn για 2.000 κατοίκους και (του πρώτου τετάρτου του 20ου αιώνα) από τη ‘Γεωγραφία της Μικράς Ασίας’  : Έλληνες 6.000, Τούρκοι 500, από το περιοδικό του Συλλόγου ‘Ανατολή’ ‘Ξενοφάνης’: 4.500 Έλληνες, τον Κάλφογλους (4.000 Έλληνες). Ο Μουσαίος αναφέρει για τον πληθυσμό της Λυκίας: «Σήμερον τα ναυάγια των Λυκίων ανέρχονται εις δεκαεπτά περίπου χιλιάδας Γραικούς […] πέντε δε περίπου χιλιάδες οικούσι την Μάκρη και το Λειβήσιον» και αλλού «Προς Νότον της Μάκρης εις απόστασιν ωριαίαν κείται κοιλάς ευμεγέθης και εις την μεσημβρινήν αυτής πλευράν εύρηται η κωμόπολις Λειβήσιον, κατοικουμένη υπό 650- 700 περίπου οικογενειών χριστιανικών, αμιγής πάσης άλλης φυλής». Νεότεροι μελετητές δίνουν τον αριθμό των 6.500 Ελλήνων κατοίκων (Κ.Μ.Σ. «Η έξοδος», τόμος Β΄) ή 4.500 -550 οικογένειες (Σ. Αναγνωστοπούλου).

Σήμερα είναι εντελώς άδειο, εκτός από τις ομάδες τουριστών και τους επιχώριους πωλητές που πωλούν χειροτεχνήματα και αντικείμενα ξεθαμμένα από το χωριό.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία έως και τα μέσα του 19ου αιώνα η μοναδική εκπαιδευτική προσπάθεια ήταν η διδασκαλία από ιερείς. Στο Λιβίσι τα παιδιά συγκεντρώνονταν στον νάρθηκα της εκκλησίας της Αγίας Άννας. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης στο Λιβίσι έπαιξε ο Μιχαήλ Μουσαίος, ο οποίος έμεινε στη μνήμη των Λιβισιάνων έως και μετά την Καταστροφή με το χαρακτηριστικό όνομα ‘ο δάσκαλος’. Προσπάθησε, εκτός των άλλων, να βελτιώσει τη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής γράφοντας το ‘Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου’, πολύτιμη και σπάνια πηγή για τη Λυκία του 19ου αιώνα. Με ενέργειες του Μουσαίου ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο το 1864 (στη θέση ‘Κουνουσάτα’). Το 1878 συγχωνεύτηκαν τα οικονομικά τριών ναών (Παναγίας Πυργιώτισσας, Αγίας Άννας και Ταξιαρχών) με σκοπό την καλύτερη διαχείριση των χρημάτων για την εκπαίδευση και ιδρύθηκε η ‘Εφορία των σχολείων και εκκλησιών’. Από τους δασκάλους που δίδαξαν στα σχολεία του Λιβισίου γνωρίζουμε τους Παυλίνο Ιωαννίδη, Α. Σπανό, Σταματιάδη , Βασίλειο Σαράφη και Κυριάκο Τσακίρη. Έως και το 1850 οι μαθητές που φοιτούσαν στα (υποτυπώδη) σχολεία του Λιβισίου έφταναν τους 20-25. Έως το 1868 είχαν αυξηθεί σε 200 μαθητές του ‘αλληλοδιδακτικού’ και σε 53 του ‘ελληνικού’ . Το 1896 οι μαθητές και των δύο σχολείων ήταν 400 . Στη δεκαετία του 1910 στο Αρρεναγωγείο οι μαθητές ήταν 420-440, οι δάσκαλοι 5 και η ετήσια δαπάνη 280 τουρκικές λίρες. Αντίστοιχα στο Παρθεναγωγείο οι μαθήτριες ήταν 240-250, οι δασκάλες 3 και η ετήσια δαπάνη 130 τουρκικές λίρες . Άλλη μαρτυρία των αρχών του 20ου αιώνα (περιοδικό ΄Ξενοφάνης’) δίνει για το Αρρεναγωγείο τον αριθμό των 398 μαθητών σε 6 τάξεις, 5 δασκάλους και ετήσια δαπάνη 270 τουρκικές λίρες. Οι δάσκαλοι του χωριού είχαν οργανωθεί στο ‘Διδασκαλικό Σύλλογο Λιβίσίου’, όπως μαρτυρούν έγγραφα/ κώδικες του 1907.

Τα έξοδα της εκπαίδευσης καλύπτοταν με πολλούς και ποικίλους τρόπους: Με δωρεές , με δίδακτρα , με φορολογία της προίκας με 2%, με αφιερώματα από τις εκκλησίες, από ενοικίαση κοινοτικών κτημάτων και κτισμάτων, από πρόστιμα για όσους παραβίαζαν τις κοινοτικές αποφάσεις. Σημαντική ήταν η προσφορά του Χατζή Νικόλαου Λουιζίδη, ο οποίος απέκτησε σημαντική περιουσία από τα ορυχεία χρωμίου. Βοήθησε στην κατασκευή Αστικής Σχολής στη Μάκρη, επισκεύασε το παλιό σχολείο και ίδρυσε το 1886 σχολείο στο λόφο του Αγίου Γεωργίου. Επίσης χορήγησε υποτροφίες σε δασκάλους και δασκάλες για σπουδές στην Αθήνα. Ανάλογη ήταν η γενναιοδωρία του και προς την Τουρκική και Εβραϊκή κοινότητα της Μάκρης. Αξιόλογη επίσης ήταν η προσφορά του Βασίλειου Βασιλειάδη με την αγορά οικίας και τη μετασκευή της σε Παρθεναγωγείο και τη χορήγηση 300 φράγκων για μισθούς δασκάλων . Η τελευταία χρονολογικά πληροφορία που έχουμε προέρχεται από τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Στο χάρτη που συνοδεύει την «Επίτομη Ιστορία της Μικρασιατικής εκστρατείας» της Διεύθυνσης Ιστορίας, Στρατού αναφέρεται ότι το Φεβρουάριο του 1919 συνολικά στον καζά Μάκρης υπήρχαν 1053 μαθητές και 6 εκκλησίες.

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πλούτος των Λιβισιανών, αλλά και το αυξημένο θρησκευτικό αίσθημα τους οδήγησε στο χτίσιμο συνολικά είκοσι μια εκκλησιών και παρεκκλησίων μέσα στο χωριό και στη γύρω περιοχή . Από αυτές οι εννιά βρίσκονταν εντός του οικισμού: Παναγία η Πυργιώτισσα, Ταξιάρχης, Αγία Άννα, ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου, δεύτερος ναός του Αγίου Γεωργίου, ο Άγιος Ιωάννης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Θαραννός και ο Άγιος Γεώργιος . Από τις θαυματουργές εικόνες πιο ξακουστές ήταν τέσσερις: του Άη Παντελεήμονα, της Παναγίας του Κίκου, η Παναγία η Πυργιώτισσα και ο Άη Μηνάς. Αναφέρω επίσης την ανώνυμη εκκλησία ανατολικά από την Παναγία Πυργιώτισσα με κτητορική επιγραφή και σωζόμενες τοιχογραφίες. Καλύτερα διατηρημένες και πολύ ικανοποιητικά δημοσιευμένες είναι οι δύο μεγαλύτερες, η Παναγία Πυργιώτισσα και ο Ταξιάρχης. Οι δύο αυτοί ναοί ανήκουν στον τύπο των σταυροθολιακών ναών των Δωδεκανήσων . Πιθανώς χτίστηκαν από Δωδεκανήσιους περιοδεύοντες μαστόρους. Η Παναγία Πυργιώτισσα είναι η παλαιότερη των δύο, χτίστηκε το 1840 και επιβίωσε από τον καταστροφικό σεισμό του 1851. Η χρονολογία κατασκευής της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ- Ταξιάρχη δεν είναι γνωστή. Είναι όμως παλαιότερη του βοτσαλωτού (στην πλατεία του Στούμπου ) με χρονολογία 1910. Είναι μονόχωρη βασιλική με πέντε σταυροθόλια και σε δεύτερη φάση προστέθηκε γυναικωνίτης (συνολικές διαστάσεις 27 επί 9,45 μέτρα) . Εξωτερικά οι επιφάνειες είναι από επιχρισμένες λιθοδομές και πιο επιμελημένη η νότια και κύρια όψη. Το τέμπλο ήταν μάλλον μαρμάρινο, αλλά σώζονται μόνο ελάχιστα ίχνη της βάσης του. Η εκκλησία της Αγίας Άννας θεωρείται η παλαιότερη του χωριού και ονομαζόταν ‘παλιά Παναγιά’, ενώ γύρω από αυτήν βρίσκονταν τα παλαιότερα σπίτια του χωριού. Η Μονή Ευκόλων- στα δυτικά του χωριού- πήρε το όνομα της κατ΄ ευφημισμόν, επειδή η περιοχή όπου βρισκόταν ήταν δύσβατη και απόκρημνη. Υπάρχει όπως και η άποψη ότι ονομάστηκε έτσι επειδή οι γυναίκες που γεννούσαν επικαλούνταν τον προστάτη της μονής Άγιο Ελευθέριο για να ευκολύνει τη γέννα. Στη μονή ανήκαν και δύο σπήλαια, το "Καταφυγίν" προς τιμή του Αγίου Νικολάου και της Παναγίας.

Άλλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λεβίσσι υποτίθεται ότι είναι το χωριό που ενέπνευσε το «Eskibahçe», το φανταστικό χωριό που επέλεξε ο Λουί ντε Μπερνιέ (Louis de Bernières) για το μυθιστόρημά του Πουλιά χωρίς Φτερά του 2004.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • C.B. Elliott ‘Travels in the three great Empires’ Richard Bentley 1838 vol. ii
  • Μ. Ι. Μουσαίος ‘Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου’ (1884)
  • R.M. Dawkins ‘Modern Greek in Asia Minor’ (Journal of Hellenic Studies, 30, 1910, σελ. 109- 131)
  • Π. Μ. Κοντογιάννης, "Γεωγραφία της Μικράς Ασίας", (1921)
  • Γ. Κ. Σκαλιέρης, "Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας", (1922)
  • Ι. Η. Κάλφογλους «Ιστορική γεωγραφία της Μικρασιατικής χερσονήσου», Κωνσταντινούπολη, 1899- Ανατύπωση «Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών», Αθήνα, 2002
  • Κ. Λαμέρας "Η Μάκρη και το Λιβίσι" (1945)
  • Κ. Μουσαίου- Μπουγιούκου ‘Η θανή και ο θρήνος στο Λιβίσι και τη Μάκρη της Λυκίας’ (Μικρασιατικά Χρονικά, 12ος τόμος,1965)
  • Κ. Μουσαίου- Μπουγιούκου ‘Έθιμα, δοξασίες, προλήψεις στο Λιβίσι και τη Μάκρη’ (Μικρασιατικά Χρονικά, 14ος τόμος,1970)
  • Γ. Αμαργιανάκης ‘Συμβολή εις την μελέτην της δημώδους ελληνικής μουσικής εκ Μάκρης και Λιβισίου Μ. Ασίας’ (Μικρασιατικά Χρονικά, 14ος τόμος,1970)
  • Kaya: beau village oublie’ (‘Voyager magazine’, Νο 71, Mai 1977)
  • Ν. Καραγεωργίου "Μάκρη και Λιβίσι Μ. Ασίας" (1986)
  • Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αρχείο προφορικής παράδοσης, φάκελοι Λυκία 1- 11
  • Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών "Η Έξοδος", τόμος Β΄, VI. 1
  • Χρ. Σολδάτος «Η εκπαιδευτική και πνευματική κίνηση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας», τόμοι Α- Γ, Αθήνα, 1989
  • Ladislav Zgusta "Kleinasiatische Ostnamen" (1984)
  • J.P. Sodini ‘Restes Byzantines au sud de Fethyie (Makri- Telmessos) en Lycie occidentale’ Ευφρόσυνον. Αφιέρωμα στο Μ. Χατζηδάκη, vol. 2 (1992)
  • Μ. Δελησάββας ΄Λαογραφικά Μάκρης και Λiβισίου Λυκίας Μ. Ασίας’ (2002)
  • Ν. Αγριαντώνης ‘Ιστορικός χώρος και Περιβάλλον: Λιβίσι, κοινό Ελληνοτουρκικό πρόγραμμα’ (Διεθνές Συνέδριο στην Καβάλα, 2001 και ‘Τεχνικά χρονικά’ Σεπτέμβριος/ Οκτώβριος 2004)
  • Π. Μεχτίδης ‘Λιβίσι: Μία ακμάζουσα ελληνική κοινότητα της Μ. Ασίας’ (CORPUS, Τεύχος 63 (Αύγουστος/ Σεπτέμβριος 2004))
  • Σ. Αναγνωστοπούλου «Μικρά Ασία. Οι Ελληνορθόδοξες κοινότητες», «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα, 1998
  • Π. Μεχτίδης ‘Λεβισσός: Ιστορία μίας βυζαντινής νησίδας στις ακτές της Λυκίας’ (7η Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδας και Κύπρου, Κομοτηνή, Σεπτέμβριος 2007)
  • Γ. Ντέλλας ‘Οι εκκλησίες της Παναγίας της Πυργιώτισσας και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ- Ταξιάρχη στο Λιβίσι της Μ. Ασίας’ (Κέντρο σπουδής και ανάδειξης Μικρασιατικού πολιτισμού, 3ο Συμπόσιο ‘Τρεις χιλιετίες Μικρασιατικού πολιτισμού’ 23-25/11/2007)
  • Π. Μεχτίδης ‘Μαρτυρίες Άγγλων περιηγητών για το Λιβίσι και τους Έλληνες της Λυκίας’ (Μικρασιατικά Χρονικά,23, 2009)
  • Π. Μεχτίδης 'Λιβίσι- Το Μουσείο της Μικρασιατικής Καταστροφής' (Μικρασιτική Σπίθα, 15, 2010)

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]