Λείος καρχαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λείος καρχαρίας
λείος καρχαρίας στην Κούβα
λείος καρχαρίας στην Κούβα
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 NT el.svg
Προ Απειλής (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υπερομοταξία: Χονδριχθύες (Chondrichthyes)
Υφομοταξία: Ελασμοβράγχιοι (Elasmobranchii)
Τάξη: Καρχαρινόμορφα (Carcharhiniformes)
Οικογένεια: Καρχαρινίδες (Carcharhinidae)
Γένος: Καρχαρίνος (Carcharhinus)
Είδος: C. falciformis
Διώνυμο
Carcharhinus falciformis (Καρχαρίνος ο δρεπανόμορφος)
J. P. Müller & Henle, 1839

Ο λείος καρχαρίας (επιστημονική ονομασία Carcharhinus falciformis - Καρχαρίνος ο δρεπανόμορφος) είναι καρχαρίας της οικογένειας των Καρχαρινιδών, γνωστός για τη λεία υφή του δέρματός του. Είναι ένας από τους πιο άφθονους πελαγικούς καρχαρίες, μαζί με τον γλαυκοκαρχαρία και τον ωκεάνιο λευκοπτέρυγο καρχαρία, και είναι το μεγάλο πελαγικό είδος με τον μεγαλύτερο πληθυσμό, τουλάχιστον δεκάδων εκατομμυρίων.[2] Βρίσκεται στα τροπικά νερά όλου του κόσμου.[3][4] Είναι πολύ κινητικός και μεταναστευτικός καρχαρίας και βρίσκεται συνήθως πάνω από την άκρη της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας, σε βάθος 50 μέτρων. Έχει λεπτό, υδροδυναμικό σώμα και συνήθως φτάνει σε μήκος 2,5 μέτρων, αν και έχουν καταγραφεί καρχαρίες με μήκος 3,5 μέτρα.[5] Ξεχωρίζει από τους άλλους παρόμοιους καρχαρίες από το σχετικά μικρό πρώτο ραχιαίο πτερύγιο, το μικρό δεύτερο ραχιαίο πτερυγίο και τα μακριά, όμοια με δρεπάνια πτερύγια.

Με τη λεία συχνά να σπανίζει στο ωκεάνιο περιβάλλον του, ο λείος καρχαρίας είναι ένας γρήγορος, περίεργος και επίμονος κυνηγός. Τρέφεται κυρίως με οστεϊχθύες και κεφαλόποδα, και είναι γνωστό ότι οδηγούν τα ψάρια σε συμπιεσμένα κοπάδια[3] πριν αρχίσουν να περνούν από μέσα τους με ανοιχτό στόμα.[6] Αυτό το είδος ακολουθεί συχνά κοπάδια τόνου, ενός αγαπημένου θηράματος. Η αίσθηση της ακοής είναι ιδιαίτερα οξεία, επιτρέποντάς τους να εντοπίσουν τους χαμηλής συχνότητας ήχους που παράγονται από άλλα ζώα που διατρέφονται, και κατ' επέκταση, πηγές τροφής. Ο λείος καρχαρίας είναι ζωοτόκος, που σημαίνει ότι τα αναπτυσσόμενα έμβρυα που υφίστανται συνδέονται με πλακούντα με τη μητέρα τους. Υπάρχει σημαντική γεωγραφική διακύμανση στις λεπτομέρειες της ζωής του. Η αναπαραγωγή γίνεται όλο το χρόνο, εκτός από τον Κόλπο του Μεξικού, όπου ακολουθεί έναν εποχιακό κύκλο. Τα θηλυκά γεννούν μέχρι 16 νεογνά ετησίως ή ανά διετία.[1][3] Οι νεογέννητοι καρχαρίες περνούν τους πρώτους μήνες τους σε σχετικά προστατευμένους υφάλους στην εξωτερική υφαλοκρηπίδα, και αναπτύσσονται σημαντικά και πριν από τη μετάβαση στον ανοιχτό ωκεανό.

Το μεγάλο μέγεθος και τα κοφτερά δόντια του λείου καρχαρία τον καθιστούν ενδεχομένως επικίνδυνο, και έχει συμπεριφερθεί επιθετικά προς τους δύτες. Ωστόσο, οι επιθέσεις είναι σπάνιες, καθώς λίγοι άνθρωποι εισέρχονται στον ωκεάνιο βιότοπό του. Οι λείοι καρχαρίες εκτιμώνται για τα πτερύγιά τους, και σε μικρότερο βαθμό για το κρέας, το δέρμα τους, λάδι από το συκώτι, και τα σαγόνια. Λόγω της αφθονίας τους, αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της εμπορικής και βιοτεχνικής αλιείας καρχαριών σε πολλές χώρες. Επιπλέον, η σύνδεση τους με τον τόνο έχει αποτέλεσμα πολλοί καρχαρίες να πιάνονται ως παρεμπίπτοντα αλιεύματα κατά την αλιεία τόνου. Αν και αναπαράγονται με αργούς ρυθμούς όπως και οι περισσότεροι άλλοι καρχαρίες, η ευρεία διάδοση και το μεγάλο μέγεθος του πληθυσμού του λείου καρχαρία θεωρούνταν ότι άμβλυνε τις πιέσεις προς το είδος. Ωστόσο, τα στοιχεία τώρα δείχνουν ότι οι αριθμοί των λείων καρχαριών μειώνονται σε όλο τον κόσμο, γεγονός που οδήγησε τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN) να επανεκτιμήσει την κατάσταση διατήρησής του από ελαχίστης ανησυχίας σε Σχεδόν Απειλούμενο το 2007.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Bonfil, R., Amorim, A., Anderson, C., Arauz, R., Baum, J., Clarke, S.C., Graham, R.T., Gonzalez, M., Jolón, M., Kyne, P.M., Mancini, P., Márquez, F., Ruíz, C. & Smith, W. (2007). Carcharhinus falciformis στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 27 Ιανουαρίου 2014.
  2. Fowler, S.L. et al. (2005). Sharks, Rays and Chimaeras: The Status of the Chondrichthyan Fishes. International Union for Conservation of Nature and Natural Resources. σελ. 288–290. ISBN 2831707005. http://books.google.com/?id=z6scNrsln2MC&pg=RA2-PA288. 
  3. 3,0 3,1 3,2 Bonfil, R. (2008). «The Biology and Ecology of the Silky Shark, Carcharhinus falciformis». Στο: Camhi, M., Pikitch, E.K. and Babcock, E.A.. Sharks of the Open Ocean: Biology, Fisheries and Conservation. Blackwell Science. σελ. 114–127. ISBN 0632059958. 
  4. Compagno, L.J.V. (1984). Sharks of the World: An Annotated and Illustrated Catalogue of Shark Species Known to Date. Food and Agricultural Organization. σελ. 470–472. ISBN 9251013845. 
  5. Froese, Rainer & Pauly, Daniel, επιμ. (2014). "Carcharhinus falciformis" στην FishBase. Έκδοση: Ιανουάριος 2014.
  6. Martin, R.A. Open Ocean: Silky Shark. ReefQuest Centre for Shark Research. Ανακτήθηκε τις 12 Σεπτεμβρίου 2009.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Silky shark της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).