Λαγόχορτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λαγόχορτο
Tragopogon porrifolius - Stierch.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Αστερώδη (Asterales)
Οικογένεια: Σύνθετα (Compositae)
Γένος: Τραγοπώγων (Tragopogon)
Είδος: T. porrifolius
Διώνυμο
Tragopogon porrifolius
L.[1]

Το λαγόχορτο (Tragopogon porrifolius, Τραγοπώγων ο πρασόφυλλος) είναι μονοετές, διετές ή πολυετές καλλωπιστικό φυτό το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων. Το φυτό είναι ιθαγενές στην περιοχή της Μεσογείου αλλά έχει εισαχθεί επιτυχημένα και σε άλλες περιοχές. Τα φύλλα και οι ρίζες του είναι εδώδιμες. Αποκαλείται επίσης "γένια του λαγού", "λαγομούστακα", "λαγονούρι", "σκούλος" και "γένια του τράγου".[2][3]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φυτό φτάνει σε ύψος μεταξύ 30-120 εκατοστών και οι ρίζες του είναι λευκές, σαρκώδεις και συνήθως διακλαδίζονται, σχηματίζοντας ριζώματα. Έχει ένα κεντρικό βλαστό, ο οποίος είναι συνήθως χωρίς διακλαδώσεις, που περιέχει ελαφρά πικρό, γαλακτώδη χυμό. Τα φύλλα του είναι ανοιχτοπράσινα, στενόμακρα και λογχοειδή, με βαθιά αυλάκωση στο μέσο.

Τα άνθη του έχουν διάμετρο περίπου πέντε εκατοστά και περιβάλλονται από οκτώ πράσινα μακρόστενα βάκτρια, τα οποία είναι μακρύτερα από τα πέταλα. Έχουν ελαφρώς μωβ χρώμα. Είναι ερμαφρόδιτα και η επικονίαση γίνεται από έντομα. Τα άνθη είναι χαρακτηριστικά διότι ανοίγουν μόνο τις πρωινές ώρες και κλείνουν μετά το μεσημέρι.[3] Ο καρπός είναι αχαίνιο με μήκος τέσσερα εκατοστά και αυλακωτή επιφάνεια το οποίο φέρει μακριές τρίχες (πάππος).

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι βλαστοί και τα φύλλα του τρώγονται βρασμένα μαζί με άλλα χόρτα ως σαλάτα ή χρησιμοποιούνται σε μείγματα για χορτόπιτες. Η γεύση του είναι ελαφρώς πικρή. Η ρίζα τρώγεται και σκέτη. Χρησιμοποιείται επίσης ως διουρητικό και καθαρτικό. Έγχυμά του χορηγείται σε αρθρίτιδες, ρευματισμούς και παθήσεις του δέρματος.[3] Το φυτό καλλιεργείται στην Ευρώπη από τον 15ο και 16ο αιώνα μέχρι σήμερα για τη ρίζα του, ενώ πιθανόν στην Ελλάδα και στην Ιταλία καλλιεργείται από την αρχαιότητα. Καλλιεργείται επίσης στη Χιλή και την Ινδία.[4]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]