Λίνα Μπο Μπάρντι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Λίνα Μπο Μπάρντι (Achillina Bo) γεννήθηκε στη Ρώμη της Ιταλίας στις 5 Δεκεμβρίου το 1914 και απεβίωσε στο Σάο Πάολο το 1992. Υπήρξε σπουδαία Αρχιτέκτονας, σχεδιάστρια, σκηνογράφος, εικονογράφος κ.α. αφήνοντας πίσω της ανεκτίμητη πολιτισμική κληρονομιά που δυστυχώς δεν είναι ευρέως γνωστή παρά μόνο στη πατρίδα της Βραζιλία.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σπούδασε σχέδιο στο Art Lyceum και αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης το 1940. Στο ξεκίνημα της καριέρας της μετακόμισε στο Μιλάνο όπου και βρήκε επαγγελματική στέγη στο γραφείο του Gio Ponti, διευθυντή της Triennale di Milano και του περιοδικού «Domus». Το 1942, σε ηλικία 24 χρόνων ανοίγει δικό της αρχιτεκτονικό γραφείο, αλλά η έλλειψη της ανάθεσης έργων κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου σύντομα την οδήγησε σε διαφορετικό δρόμο. Ξεκίνησε να εικονογραφεί και γράφει για εφημερίδες και περιοδικά όπως είναι το «Stile», «Tempo», «Grazia», «Vertina» , «l’ Illustrazione Italiana», ενώ ανέλαβε ακόμα την διοργάνωση της έκθεσης «Quaderni di Domus». Στις 13 Αυγούστου του 1943 το Μιλάνο βομβαρδίζεται και καταστρέφεται το γραφείο της Βo Bardi πράγμα που αποτέλεσε καταλύτης για την εγγραφή και συμμετοχή της στο Κομουνιστικό κίνημα της Ιταλίας. Το πατρικό της διαμέρισμα γίνεται σημείο συνάντησης για τους Ιταλούς διανοούμενους, ανθρώπους του πνεύματος και των τεχνών που μοιράζονταν τις ίδιες πολιτικές πεποιθήσεις. Μετά το τέλος του πολέμου η Lina ταξιδεύει σε ολόκληρη την Ιταλία με σκοπό να συγγράψει ένα δοκίμιο σχετικό με τις περιοχές που καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων που πήραν μέρος στη χώρα. Σχεδόν παράλληλα στη Ρώμη ιδρύει το εβδομαδιαίο περιοδικό A Cultura della Vita μαζί με τον κριτικό τέχνης Bruno Zevi και παίρνει μέρος στο Διεθνές Κογκρέσο για την Αναδόμηση.

Το 1946 , η Lina παντρεύεται τον Pietro Maria Bardi, ιστορικό και κριτικό τέχνης και από τότε ξεκίνησε να χρησιμοποιεί επίσημα το όνομά του. Εξαιτίας των ιδιαίτερων πολιτικών ιδεών τους, το ζευγάρι έβρισκε την ζωή στην μεταπολεμική Ιταλία ιδιαίτερα πιεστική και ένα ταξίδι κάποιους μήνες αργότερα στο Ρίο της Βραζιλίας του πείθει να εγκατασταθούν μόνιμα. Η Μπάρντι γρήγορα προσαρμόστηκε στη νέα της ζωή στη Βραζιλία «την πατρίδα της κατ’ επιλογή» όπως η ίδια θέλει να την αποκαλεί και με νέα ώθηση συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία της στο χώρο των τεχνών. Ξαναστήνει το ατελιέ της και το 1950 ιδρύει μαζί με τον σύζυγό της το σημαίνον περιοδικό τέχνης Habitat που την φέρνει στο προσκήνιο της Βραζιλιάνικης αρχιτεκτονικής πραγματικότητας. Ο τίτλος του περιοδικού έρχεται να συμπληρώσει την σύλληψη της Bardi για την κατοικία «Habitat», σαν ένα δοχείο ζωής σχεδιασμένο να υποστηρίζει και να πολλαπλασιάζει τις προοπτικές που έχει ο κάτοικος του. Το 1951 σχεδιάζει την ίδια της την κατοικία το λεγόμενο «Glass House» στην περιοχή Morumbi ή οποία αργότερα θα αποκαλεστεί παράδειγμα αρχιτεκτονικού ορθολογισμού για την Βραζιλία. Μέχρι τη δεκαετία του 90’ η Λίνα εργάζεται ακατάπαυστα και με εξαιρετική ενέργεια σε όλους τους τομείς του καλλιτεχνικού και πολιτισμικού κόσμου παράγοντας έναν αξιοσημείωτο αριθμό έργων και ποικίλης μορφής.

Στις 20 Μαρτίου η Λίνα αποβιώνει στο γυάλινο σπίτι της («Glass House»), ενώ με αυτό τον τρόπο εκπληρώθηκε η επιθυμία της να εργάζεται μέχρι το τέλος, αφού ακόμα και τότε στη δύση της ζωής της, άφησε πίσω τα σχέδια για το καινούργιο δημαρχείο στο Σάο Πάολο και για το πολιτισμικό κέντρο στη Βέρα Κρουζ.

Έργο και Θεωρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μουσείο τέχνης του Σάο Πάολο (MASP)

Η Lina Bo Bardi σχεδίασε ιδιωτικές κατοικίες (τόσο μερικά ως εσωτερική διακόσμηση όσο και εξ’ ολοκλήρου, χρησιμοποιώντας καινοτόμα υλικά και επαναστατικές ιδέες, σχεδίασε μοντέρνα έπιπλα από κόντρα πλακέ και από άλλα είδη ξύλου της Βραζιλίας (το πιο διάσημο από αυτά είναι η ταπετσαρισμένη πολυθρόνα με σχήμα μπολ σε μεταλλικό πλαίσιο) (1951). Η Λίνα σχεδίασε επίσης πληθώρα δημόσιων κτηρίων μεταξύ των οποίων κτήρια γραφείων, θέατρα, εκκλησίες και πολιτιστικά κέντρα όπως το διάσημο πολιτιστικό κέντρο στην Pompeia το «Pompeia Factory» (1977), ενώ ήταν υπεύθυνη για τον σχεδιασμών μερικών από τα πιο εντυπωσιακά νέα μουσεία τέχνης , συμπεριλαμβανομένου και αυτού του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο Σάο Πάολο (1957-1968). Ακόμα ήταν υπεύθυνη για την διοργάνωση και την όλη σύνθεση πολλών εκθέσεων, ήταν συγγραφικά ενεργή με άρθρα και δοκίμια για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ τέλος ασχολήθηκε και με τη σκηνογραφία την θεατρική και κινηματογραφική ενδυματολογία και τον σχεδιασμό κοσμημάτων.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν την εικόνα μιας εξαιρετικής πνευματικής προσωπικότητας του 20ου που όμως απ’ ότι φαίνεται επισκιάστηκε από τις μεγάλες προσωπικότητες της εποχή μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, (Λε Κορμπυζιέ, Maxwell Fry, Peter Smithson, Geoffry Bawa). Στη Μπραζίλια συγκεκριμένα ονόματα όπως αυτά του Lucio Costa και Oscar Niemeyer αποθεώθηκαν για την συνεισφορά τους στην εκμοντερνοποίηση της πόλης. Η Μπραζίλια δεν ήταν απλά η πόλη στην οποία θεωρήθηκε ότι βρήκε χώρο η μοντέρνα αρχιτεκτονική αλλά θεωρήθηκε και γόνιμο πεδίο για την δοκιμή μιας πολιτικής θεωρίας που θέλει μια υποανάπτυκτη χώρα να γκρεμίζεται για να χτιστεί από πάνω της μια άλλη προοδευτική , μοντέρνα πόλη του μέλλοντος. Σε αυτή την ιδέα ήταν αντίθετη η Bo Bardi και ίσως αυτό ήταν που την αποστασιοποίησε από τους μοντέρνους αρχιτέκτονες της εποχής.

Η ίδια πίστευε σε μια πιο ανθρώπινη αντιμετώπιση της Βραζιλιάνικης πραγματικότητας στην οποία αναγνωρίζει των αγώνα για επιβίωση του γενικού πληθυσμού και βρίσκει σε αυτόν την αγάπη για ζωή. Θεωρεί ότι οι αρχές και οι αξίες που επιβιώνουν εκατοντάδες χρόνια στις παραδόσεις και τα ήθη και τα έθιμα ενός λαού είναι στοιχεία προς μελέτη και συντήρηση. Δεν πιστεύει στην επιφανειακή αλλαγή αλλά σε μια αλλαγή που θέλει πρώτα να μελετάει κανείς τις ρίζες και τα προβλήματα που ενυπάρχουν σε μια κοινωνία και ύστερα αυτά να αποτελούν πρωταρχικό δεδομένο για την επίλυση του οποιουδήποτε έργου. Υποστηρίζει την ιδέα ότι οι διανοούμενοι της εποχής θα πρέπει να αποδέχονται και να αναγνωρίζουν τους τρόπους ζωής των λιγότερων ευνοούμενων ανθρώπων ώστε να μπορούν ύστερα να προσφέρουν τα εχέγγυα για την πρόοδο σε ένα πιο μοντέρνο τρόπο ζωής. Και μάλιστα αναφέρεται στη παράδοση ως ένα σύστημα που αλλάζει συνεχώς αφού το κάθε άτομο που θα χτίσει τη ζωή του στα πλαίσια μιας κουλτούρας του εκάστοτε τόπου θα επαναδιαπραγματεύεται κάθε φορά με τις αρχέγονες αξίες της παράδοσης. Υπογραμμίζει ότι Αυτές οι πεποιθήσεις της είναι που ουσιαστικά αποτελούν το υπόβαθρο για το σύνολο της δουλειάς της. Εργάζεται κοντά στους τεχνίτες του κάθε τόπου μαθαίνει να χρησιμοποιεί εγγενή υλικά με διάφορους τόπους, το κάθε τι που σχεδιάζεται αντικατοπτρίζει μια κατάσταση της καθημερινότητας δημιουργώντας μια αρχιτεκτονική ζωντανή και για κάθε τόπο ξεχωριστά.

Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό στο θεωρητικό υπόβαθρο της δουλειάς της είναι αντίληψή της για τον χρόνο γενικά σαν έννοια και τον ορισμό της ιστορίας. Η Λίνα δεν αντιλαμβάνεται την ιστορικότητα γραμμικά και ομογενοποιημένα όπως αυτή έχει αντιμετωπιστεί ως τώρα στο δυτικό κόσμο και θέλει να την διαχωρίζει κάθετα από την έννοια της παράδοσης. Για εκείνη η ιστορία μπορεί να διηγηθεί μόνο το παρελθόν και να υποδείξει το μέλλον με αυταρχικό τρόπο ενώ η παράδοση εμπεριέχει το εδώ και το τώρα, τον αυθορμητισμό της ζωής. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που τίποτα δεν τελείωνε ήδη στη φάση των σχεδίων, καμία κατασκευή δεν παραδιδόταν έτοιμη σε σχέδια. Ο σχεδιασμός άλλαζε και προσαρμοζόταν καθώς η κατασκευή χτιζόταν ώστε να μπορεί να είναι ελαστικός απέναντι στις αστοχίες και να μπορεί να απορροφά όλες τις δυσκολίες ή ευκολίες , τις μικροαλλαγές, τις προσαρμογές που θα γινόντουσαν. Ίσως ακόμα αυτός να ήταν και ο λόγος που ήταν κάθετη σε θέματα συντήρησης ιστορικών τόπων. Πίστευε ότι στη διαδικασία συντήρησης θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη και το «τώρα» αλλά και να διατηρείται το τότε και το αυθεντικό της εποχής που αντιπροσωπεύεται. Δηλαδή παρελθόν και παρόν να συνομιλούν.

Η Λίνα γκρέμισε το μοντέλο που εξιδανίκευε το «χρόνο» και δημιούργησε μια αρχιτεκτονική «done by doing» μια αρχιτεκτονική για τους ανθρώπους. Η ίδια στο τέλος της ζωής της συνοψίζει την δουλειά της κάτω από μια φράση «απλή αρχιτεκτονική» και πιστεύει ότι η Βραζιλιάνικη παράδοση είναι φτωχή αλλά στην ουσία πλούσια σε φαντασία.

Το «Γυάλινο Σπίτι»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Lina σχεδίασε το «Γυάλινο Σπίτι» για να γίνει η μόνιμη κατοικία αυτής και του συζύγου σε μια περιοχή όπου κάποτε θριάμβευε ένα από τα ομορφότερα τροπικά δάση της Βραζιλίας το Mata Atlantica, περιμετρικά γύρω από το Σάο Πάολο. Η περιοχή θεωρείται πλέον προάστιο της πόλης Morumbi. Το σπίτι παρ’ ότι κοντά στη πόλη περικλείεται από πυκνή βλάστηση συμπεριλαμβανομένων και μερικών σπάνιων φυτών δείγμα της σπάνιας ομορφιάς ενός δάσους που κάποτε πρωταγωνιστούσε στη περιοχή. Το κτίριο αποτελείται από δύο ορόφους ορθογώνιας κάτοψης όπου στο ισόγειο βρίσκονται οι δευτερεύοντες βοηθητικοί χώροι (με χρήσεις όπως : χώρος για parking, ο χώρος για τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις και αποθήκες) ενώ στο 1ο όροφο και στο ανατολικό κομμάτι βρίσκονται οι κοινόχρηστοι χώροι του σπιτιού και στο δυτικό κομμάτι οι πιο ιδιωτικοί χώροι των υπνοδωματίων και των χώρων εξυπηρέτησης. Ουσιαστικά το κτίριο χωρίζεται σχεδόν στη μέση αφού τα κομμάτι που βρίσκεται το καθημερινό, καταλαμβάνει τη μισή περίπου επιφάνεια από το συνολικό εμβαδόν του πάνω ορόφου ενώ επίσης χαρακτηρίζεται από διαφάνεια και διαμπερότητα. Το υπόλοιπο μισό στη βόρεια πλευρά, είναι κλειστό και μοιάζει εδράζεται στο έδαφος του λόφου. Οι λεπτές πλάκες από οπλισμένο σκυρόδεμα στηρίζονται σε λεπτά υποστυλώματα κυκλικής διατομής (στο μπροστινό μέρος μεταλλικά) . Κάτω από τον όγκο του καθημερινού δηλαδή στο νότιο κομμάτι σχηματίζεται pilotis και έτσι σε όψη δίνεται η εντύπωση ότι το σπίτι αιωρείται σαν να ήταν «αεροσκάφος» όπως η ίδια επιθυμούσε να μοιάζει, έδαφος ενώ η φύση από κάτω από τον βασικό όγκο ξεχειλίζει. Στο εσωτερικό, στους χώρους με τι μεγαλύτερη κεντρικότητα είναι που συναντάμε σχεδόν εξ’ ολοκλήρου πλήρωση από γυαλί. Ακόμα , γνωρίζουμε ότι τα γυάλινα πανέλα στο καθιστικό είναι ανοιγόμενα πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι δεν υπάρχει πρόβολος και έτσι αναστέλλεται η αίσθηση της κίνησης. Ανάμεσα στους δύο μακρυτενής όγκους όπου στεγάζονται τα υπνοδωμάτια υπάρχει αίθριο που επιτρέπει τα δέντρα που φυτρώνουν από κάτω να αναπτύσσονται στη καρδία του σπιτιού. Επίσης από τα υπνοδωμάτια υπάρχει η δυνατότητα εκτόνωσης σε μια μικρή αυλή με πολύ μικρό πλάτος και ανάπτυξη κατά μήκος που συνορεύει με την πτέρυγα του προσωπικού. Μόνο η κουζίνα γεφυρώνει τον υπαίθριο στη μέση στην οποία υπάρχει πρόσβαση και από το καθιστικό και από το δωμάτιο υπηρεσίας και από τα υπνοδωμάτια.

Η Lina συνέθεσε «το γυάλινο σπίτι» με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια και υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από φωτογραφίες, σκίτσα, σχέδια κ.α. εκφραστικά μέσα που το αποδεικνύουν. Ένα παράδειγμα είναι η επίλυση της σκάλας που αποτελεί και την κύρια είσοδο του σπιτιού από τον υμιυπαίθριο χώρο στη pilotis έως το καθιστικό. Είναι σημαντικό για εκείνη να ενυπάρχει στο σχέδιο της σκάλας η εντύπωση ότι η σκάλα ανήκει τόσο στο σπίτι όσο και στο φυσικό τοπίο. Αυτό τελικά επιτυγχάνεται από την ντελικάτη μορφολογία της από την έδρασή της κατευθείαν στο χώμα, από τη κλίμακα που της δίνεται και από την ελάχιστη εμφάνιση των κατασκευαστικών λεπτομερειών. Η ίδια ευαισθησία της Bo Bardi για τη λεπτομέρεια συναντάται κει στον εξοπλισμό της κατοικίας που σε μεγάλο μέρος αποτελείται από έπιπλα και οικιακές συσκευές που η ίδια σχεδίασε και τοποθέτησε στο χώρο. Ποικίλα αντικείμενα από διάφορες χρονικές περιόδους, έργα τέχνης από διαφορετικά στυλ το ένα δίπλα στο άλλο και πολύχρωμα έπιπλα από διαφορετικές υλικότητες συνθέτουν μια εικόνα πολυμορφική αλλά όχι χαοτική παρά καλά συντεθειμένη. Οι ίδιοι οι χώροι μοιάζουν με χώρους εκθέσεων. Τέλος, το μέσα και το έξω συνομιλούν αρμονικά αλληλοσυμπληρώνοντας το ένα το άλλο. Είναι σημαντικό να παρατηρήσει κανείς πώς το εξωτερικό είναι εξίσου προσεκτικά σχεδιασμένο με το εσωτερικό. Κτίριο και φύση θεωρούνται ένα. Μοιάζει να φυτρώνει από το έδαφος ενώ όσο προχωράμε μπροστά αρχίζει να αποκολλάται από αυτό σαν αεροπλάνο που σιγά σιγά απογειώνεται. Ο κάτοικος του σπιτιού σύμφωνα με τη Lina θα πρέπει να απολαμβάνει την απέραντη αίσθηση ελευθερίας που δίνει η συνδιαλλαγή του με το φυσικό τοπίο μέσα από τις μεγάλες επιφάνειες διαφάνειας και παράλληλα να μη ξεχνά ότι όσο καθαρά υπάρχει η θέαση προς τα έξω υπάρχει και η ανασφάλεια του να σε βλέπουν από έξω. Μια σχέση αμφίδρομη και αντιθετική αλλά με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Το glass house αποτελεί έμβλημα της αρχιτεκτονικής της Linas Bo Bardi, ένα εξαιρετικό παράδειγμα διαχείρισης της κατοικίας που ενώ σχολιάστηκε και πολλές φορές συγκρίθηκε με άλλα αριστουργηματικά κτήρια ( Villa Savoye του Le Corbusier, Γερμανικό περίπτερο στη Βαρκελώνη, Tugendhat House Mies va der Rohe κ.α.) κατάφερε να ξεχωρίσει για τις δικές του αρχές.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Βιβλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • “Subtle Substances. The Architecture of Lina Bo Bardi”, Olivia de Oliveira, Barcelona and São Paulo, 2006.
  • "Preservation as Confrontation: The Work of Lina Bo Bardi”, “Future Anterior” volume 2, number 2, Zeuler Lima, winter 2005.

Άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • “LINA BO BARDI and L'ombra della sera.” Irma Arribas Pérez, Πολυτεχνείο Καταλανίας.
  • “LINA BO BARDI”, από τον Rowan Moore για το περιοδικό “Architectural Review”, 24 Ιουλίου 2012.
  • “Lina Bo Bardi, the artist’s architect Artists to create works for “discreet intervention” in São Paulo’s Glass House”, από την Charlotte Burns για την εφημερίδα “ The Art Newspaper”, 01 Αυγούστου 2011.

Ιστοσελίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]