Λάπαθο
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
| Λάπαθο | ||||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||||||
|
||||||||||||||||
| Διώνυμο | ||||||||||||||||
| Rumex acetosa (Ρούμεξ ο ξυνός) L. |
||||||||||||||||
| Συνώνυμα | ||||||||||||||||
|
Rumex stenophyllus Ledeb. |
Το λάπαθο ή λάπατο[1] (αρχ. ελλ. λάπανθον, άλλες ονομασίες αγριοσέσκλο, ξινήθρα, ξινολάπατο) είναι διετής πόα που ανθίζει από το Μάιο έως τον Απρίλιο και έχει ύψος 20-60 εκατοστά. Θεωρείται βότανο με εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες κυρίως για όσους πάσχουν από αιμορροΐδες, αναιμία, δυσεντερία, ίκτερο ή φυματίωση.
Λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε κερκετίνη βοηθά στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων. Πρόκειται για εδώδιμο λαχανικό και χρησιμοποιείται πολύ στην ελληνική κουζίνα, κυρίως στις χορτόπιτες, και έχει ελαφριά πικρή γεύση.
Παραπομπές [Επεξεργασία]
Πηγές [Επεξεργασία]
- Καταγραφή της χλωρίδας της νήσου Τήνου
- Άρθρα για τα φυτά Rumex pulcher - Fiddle Dock
- Rumex acetosa, ονομασία του λάπαθου σε διάφορες γλώσσες
- Συνηθισμένα ζιζάνια στην Ελλάδα
- Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Α' έκδοση 1998