Λάπαθο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Λάπαθο
Rumex acetosa cultivar 01.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Υφομοταξία: Καρυοφυλλίδες (Caryophyllidae)
Cronquist
Τάξη: Πολυγονατώδη (Polygonales)
Οικογένεια: Πολυγονατοειδή (Polygonaceae)
Γένος: Λάπαθον (Rumex)
Είδος: R. acetosa (Λάπαθον το οξυλάπαθον)
Διώνυμο
Rumex acetosa
L.
Συνώνυμα

Rumex stenophyllus       Ledeb.

Λάπαθον το ούλον (Rumex crispus)

Το λάπαθο (αρχ. ελλ. λάπανθον[1], άλλη ονομασία είναι αγριοσέσκλο) επιστημονική ονομασία Rumex, είναι γένος της τάξης των πολυγονατωδών και της οικογένειας των πολυγονατοειδών που περιλαμβάνει περί τα 200 είδη. Όλα είναι ιθαγενή εύκρατων χωρών. Είναι φυτά ποώδη, ετήσια, διετή και πολυετή. Τα πλείστα θεωρούνται ζιζάνια, πολλά είδη όμως είναι εδώδιμα και ορισμένα καλλιεργούνται. Όλα τα είδη έχουν υπόξινη γεύση λόγω της περιεκτικότητάς τους σε οξαλικό κάλιο. Στην Ελλάδα φύονται γύρω στα είκοσι είδη. Μερικά από αυτά είναι τα εξής: Λάπαθον η οξαλίς (Rumex acetosella), το κοινό οξαλίδι, ξινάκι ή ξινήθρα, λάπαθον το αμβλύφυλλον (Rumex obtusifolius), του οποίου η ρίζα θεωρείται φαρμακευτική, λάπαθον το ασπιδωτόν (Rumex scutatus), λάπαθον το βουκεφαλοφόρον (Rumex bucephalophorus), λάπαθον το κονδυλόρριζον (Rumex tuberosus), λάπαθον το οξυλάπαθον (Rumex acetosa), το κοινό ξινολάπαθο, λάπαθον το ούλον (Rumex crispus), το κοινό αγριολάπαθο, λάπαθον το συνεσπειρωμένον (Rumex conglomeratus), λάπαθον το υδρολάπαθον (Rumex hydrolapathum), λάπαθον το υδρόβιον (Rumex aquaticus).

Όλα τα είδη ευδοκιμούν σε υγρά και αρδευόμενα εδάφη, αναπτύσσονται ταχέως και η καλλιέργειά τους είναι πολύ εύκολη διότι δεν έχουν καμιά ιδιαίτερη ανάγκη.Πολλά από τα ανωτέρω είδη είναι εδώδιμα και σε πολλά μέρη καταναλώνονται όπως το σπανάκι.

Λάπαθον το αμβλύφυλλον (Rumex obtusifolius)

Το λάπαθον το οξυλάπαθον, το κοινό ξινολάπαθο είναι διετής πόα που ανθίζει από το Μάιο έως τον Απρίλιο και έχει ύψος 20-60 εκατοστά. Θεωρείται βότανο με εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες κυρίως για όσους πάσχουν από αιμορροΐδες, αναιμία, δυσεντερία, ίκτερο ή φυματίωση.

Λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς του σε κερκετίνη βοηθά στην πρόληψη καρδιαγγειακών νοσημάτων. Πρόκειται για εδώδιμο λαχανικό και χρησιμοποιείται πολύ στην ελληνική κουζίνα, κυρίως στις χορτόπιτες, και έχει ελαφριά πικρή γεύση.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]