Κύπελλο Σαπόρτα
Κύπελλο Σαπόρτα, είναι το όνομα μιας Ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης καλαθοσφαίρισης. Σε αυτή συμμετείχαν οι κυπελλούχες ομάδες ή οι φιναλίστ του κυπέλλου από όλη την Ευρώπη.
Η διοργάνωση δημιουργήθηκε το 1967 ως Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, αλλά στην πορεία μετονομάστηκε αρκετές φορές μέχρι την οριστική διακοπή της το 2002:
- 1967 έως 1991 - Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης
- 1992 έως 1996 - Ευρωπαϊκό Κύπελλο
- 1997 έως 1998 - Ευρωκύπελλο
- 1999 έως 2002 - Κύπελλο Σαπόρτα
Στις πρώτες τρεις διοργανώσεις ιταλοί, έλληνες και τσεχοσλοβάκοι εναλλάχθηκαν στους τίτλους. Τη δεκαετία του ΄70 στο θεσμό κυριάρχησε η ιταλική Καντού που δημιούργησε μια μεγάλη παράδοση με τις συνεχείς επιτυχίες της. Την επόμενη δεκαετία ήρθε η σειρά των γιουγκοσλάβων και των ισπανών να διακριθούν, ενώ στα 90's έρχεται η ώρα της χώρας μας. Η Ιταλία έχει συνολικά φτάσει σε 15 κατακτήσεις, με οκτώ διαφορετικές ομάδες. Ακολουθούν η Ισπανία (7 τρόπαια με 3 διαφορετικές ομάδες) και η Ελλάδα με 5 τίτλους (4 ομάδες). Η πρώην Γιουγκοσλαβία έχει φθάσει τρεις φορές στην κορυφή με την Τσιμπόνα του Ζάγκρεμπ (που σήμερα εκπροσωπεί την Κροατία) και τον Ερυθρό Αστέρα και η ΕΣΣΔ δύο, με τη Σπαρτάκ Λένινγκραντ. Τσεχία, Γαλλία, Λιθουανία και Σλοβενία (όλες άπό μία κατάκτηση) συμπληρώνουν το παλμαρέ της 36χρονης διαδρομής του Κυπέλλου Ευρώπης.
Από τους 36 Τελικούς που έγιναν οι τρεις ήταν διπλοί, διεξήχθησαν δηλαδή από ένα παιχνίδι στην έδρα κάθε ένα από τους δυο φιναλίστ και κυπελλούχος αναδείχθηκε ο καλύτερος βάσει του συνολικού σκορ. Σε περίπτωση που οι φιναλίστ είχαν από μια νίκες με την ίδια διαφορά, παιζόταν παράταση, μετά τη λήξη της οποίας αναδεικνυόταν ο νικητής.
Οι υπόλοιποι 33 Τελικοί ήταν μονοί και έλαβαν χώρα σε "ουδέτερες" έδρες που ορίζονταν εκ των προτέρων. Ωστόσο, το 1996 σαν έδρα του Τελικού είχε οριστεί η Βιτόρια, έδρα της μιας από τους δυο φιναλίστ (Ταουγκρές), η οποία κέρδισε το κύπελλο. Συνολικά, μονούς Τελικούς φιλοξένησαν 24 διαφορετικές πόλεις δεκατριών διαφορετικών Ευρωπαϊκών χωρών. Εννέα από τις πόλεις αυτές μεταξύ των οποίων και η Αθήνα, οργάνωσαν από δυο Τελικούς, ενώ οι δυο Τελικοί της Θεσσαλονίκης ήταν συνεχόμενοι. Κορυφαία σε διοργανώσεις Τελικών χώρα ήταν η Ιταλία, με επτά Τελικούς. Ελλάδα και Ισπανία είχαν την ευκαιρία να φιλοξενήσουν από 4 Τελικούς.
Ελληνική εκπροσώπηση[Επεξεργασία]
Η ελληνική παρουσία στην ευρωπαϊκή αυτή διοργάνωση θεωρείται πολύ επιτυχημένη, ιδιαίτερα στην τελευταία δεκαετία ύπαρξής της (1991-2001). Η Α.Ε.Κ. άνοιξε το δρόμο των επιτυχιών για το ελληνικό μπάσκετ το 1968 και χάρισε στην Ελλάδα το πρώτο ευρωπαϊκό τρόπαιο σε διασυλλογικό επίπεδο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τελικός εκείνη την περίοδο διεξήχθη στο Παναθηναϊκό στάδιο, παρούσια 80.000 θεατών, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ Γκίνες ακόμη και σήμερα για αγώνα μπάσκετ. Στα μεταγενέστερα χρόνια, η Α.Ε.Κ. κατέκτησε για δεύτερη φορά το τρόπαιο το 2000. Ο Π.Α.Ο.Κ. κατάφερε να κατακτήσει το τρόπαιο το 1991, ενώ είχε ακόμη άλλες δύο παρουσίες σε τελικούς, κάτι το οποίο δεν έχει καταφέρει καμία άλλη ελληνική ομάδα (σε αυτή τη διοργάνωση) - χωρίς όμως την ίδια επιτυχία. Ο Άρης Θεσσαλονίκης ήταν νικητής στον τελικό του 1993, ενώ τον κύκλο έκλεισε ο Γ.Σ. Αμαρουσίου που έγινε η έκτη ελληνική ομάδα μπάσκετ που κατακτά ευρωπαϊκό τίτλο και η τέταρτη που πήρε το Κύπελλο Σαπόρτα.
Οι τελικοί συνοπτικά[Επεξεργασία]
Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία]
|
|||||