Κωνσταντίνος Ζωγράφος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος (1796-1856) ήταν Έλληνας γιατρός, πολιτικός και διπλωμάτης. Είχε διατελέσει υπουργός και ήταν από τους πρώτες νομάρχες του νέου Ελληνικού Κράτους που προέκυψε μετά την επανάσταση του 1821.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο χωρίο Σόλος της επαρχίας Καλαβρύτων και ήταν γιος του αγιογράφου Μαυρονικόλα Ζωγράφου. Σπούδασε ιατρική στην Πίζα και συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Με το ξέσπασμα της επανάστασης αναχώρησε για την Ελλάδα και αρχικά εργάστηκε ως γιατρός στα Καλάβρυτα. Αναμίχθηκε με την πολιτική, όντας υποστηρικτής του Καλαβρυτινού Ανδρέα Ζαΐμη. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος στην Γ' Εθνοσυνέλευση (πήρε μέρος στην Γ' Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου και στην Γ' Εθνοσυνέλευση Τροιζήνας) ενώ υπηρέτησε και ως γενικός γραμματέας της κυβέρνησης Ζαΐμη. Την περίοδο 1832 με 1833, διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Τρικούπη ενώ στις 8 Μαΐου 1833 διορίστηκε νομάρχης Αρκαδίας. Ήταν ένας από τους πρώτους δέκα της Ελλάδας.[1], ενώ στις 24 Αυγούστου του 1833, διορίστηκε πληρεξούσιος παρά την Πύλη, δηλαδή πρεσβευτής της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σουλτάνος όμως, τον αναγνώρισε επίσημα τον Δεκέμβριο του 1837. Τον ίδιο χρόνο ανακλήθηκε πίσω στην Ελλάδα και διορίστηκε υπουργός επί των Εξωτερικών.

Το 1839 με την ιδιότητα του υπουργού επί των Εξωτερικών ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη για να μεταφέρει την συγχαρητήρια επιστολή του Όθωνα προς τον νέο σουλτάνο Aβδούλ Mετζήτ. Ο Αβδούλ Μετζήτ τον δέχτηκε στις 7 Δεκεμβρίου στα ανάκτορα, όπου του απένειμε ανώτερο οθωμανικό παράσημο. Ο Ζωγράφος εργάστηκε για την σύναψη φιλικής συνθήκης, κάτι το οποίο επετεύχθη τελικώς στις 3 Μαΐου 1840. Υπήρξε η πρώτη ελληνοοθωμανική συνθήκη και η οποία ρύθμιζε οικονομικές και ιδιαίτερα εμπορικές εκκρεμότητες ετών μεταξύ των δύο χωρών. Μετά την επιστροφή του όμως στην Αθήνα, αντιμετώπισε σφοδρές αντιδράσεις, κυρίως από τους πολιτικούς του αντιπάλους, επειδή θεώρησαν ότι η συνθήκη ήταν επιζήμια για τα ελληνικά συμφέροντα. Το υπουργικό συμβούλιο στις 11 Μαΐου την απέρριψε, ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας αρνήθηκε να την επικυρώσει. Έτσι στις 16 Μαΐου αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το υπουργικό του αξίωμα και να περιοριστεί στην αντιπολίτευση. Έλαβε μέρος στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843 και ουσιαστικά αποτέλεσε την πολιτική τριανδρία του κινήματος μαζί με τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Μεταξά. Αργότερα εκλέχτηκε πληρεξούσιος των Καλαβρύτων στην Εθνοσυνέλευση της Αθήνας, ενώ στη συνέχεια το 1850, διορίστηκε από την κυβέρνηση Αντώνιου Κριεζή πρέσβης της Ελλάδας στην Πετρούπολη.

Απεβίωσε το 1856 στο Μπελβί της Γαλλίας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Απόφαση της 23 Απριλίου/8 Μαΐου του 1833 «Περί διορισμού των νομαρχών δια τους δέκα νομάρχες του βασιλείου της Ελλάδος»:Φραγκίσκος Μαύρος (Αργολίδος και Κορινθίας), Γεώργιος Γλαράκης (Αχαΐας και Ήλιδος), Δημήτριος Χρηστίδης (Μεσσηνίας), Κωνσταντίνος Ζωγράφος (Αρκαδίας), Ανδρέας Π. Μεταξάς (Λακωνίας), Αναγνώστης Μοναρχίδης (Ακαρνανίας και Αιτωλίας), Ιωάννης Αμβροσιάδης (Φωκίδος και Λοκρίδος), Μ. Σχινάς (Αττικής και Βοιωτίας), Γεώργιος Αινιάν (Εύβοιας), και Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός (Κυκλάδων)

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μαριέττα Οικονομοπούλου, «Όψις της Ρωσικής πολιτικής στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου. Υπόμνημα του Κωνσταντίνου Ζωγράφου (1854)», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τομ.29, σελ.118-156