Κυμβελίνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιμογένη από τον Herbert Gustave Schmalz

Ο Κυμβελίνος είναι έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Αν και στο Πρώτο Φόλιο, συγκαταλέγεται στις σαιξπηρικές τραγωδίες, οι μελετητές το χαρακτηρίζουν «τραγικωμωδία».

Το έργο δεν μπορεί να χρονολογηθεί ακριβώς. Έχει ως πηγή μια ομοερωτική ιστορία του Τζέφρεϊ του Μονμάουθ για τον Βρετανό άρχοντα Κυνοβελίνο, την οποία μετέβαλε ο Σαίξπηρ με τις δικές του ιδέες και μικρότερες ιστορίες.

Εκδότες των σαιξπηρικών έργων πιστεύουν ότι το όνομα της Ιμογένης είναι παραφθορά του Ιννογένη. Ως επιχείρημα προβαίνουν σε σύγκριση μεταξύ του Κυμβελίνου και του έργου Πολύ κακό για το τίποτα: σε αυτό, ένα φάντασμα με το όνομα Ιννογένη υποτίθεται πως είναι η σύζυγος του Λεονάτο, επίθετο που κατέχει ο Πόστουμος στον Κυμβελίνο.

Υπόθεση του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιμογένη, κόρη του Βρετανού βασιλιά Κυμβελίνου, παρά την επιθυμία του πατέρα της παντρεύεται έναν «παρακατιανό», τον Πόστουμο Λεονάτο, αντί για τον βραδύνου Κλότεν. Ο Κλότεν είναι ο γιος της δεύτερης συζύγου και Βασίλισσας του Κυμβελίνου, μιας μοχθηρής γυναίκας που τον έχει μετατρέψει σε πιόνι της.

Η Dame Έλλεν Τέρρυ ως Ιμογένη, σε μια από τις τελευταίες της παραστάσεις

O Κυμβελίνος εξορίζει τον Πόστουμο στην Ιταλία, όπου γνωρίζει τον γλυκομίλητο Ιάκιμο. Ο Iάκιμος πιστεύει πως όλες οι γυναίκες είναι εκ φύσεως ακόλαστες, γι' αυτό βάζει στοίχημα με τον Πόστουμο ότι θα καταφέρει να ξελογιάσει την Ιμογένη. Όντως πηγαίνει στη βασιλική αυλή, αλλά δεν καταφέρνει να γοητεύσει την πριγκίπισσα, γι' αυτό καταφεύγει σε δόλια μέσα: κρύβεται μέσα σε ένα μπαούλο, μπαίνει στο δωμάτιό της όταν κοιμάται και κλέβει ένα βραχιόλι που της είχε χαρίσει ο Πόστουμος.

Ο Ιάκιμος γυρίζει στην Ιταλία και πείθει τον Πόστουμο ότι κέρδισε το στοίχημα, δείχνοντάς του το βραχιόλι και περιγράφοντας την κρεβατοκάμαρα της Ιμογένης. Έξαλλος εκείνος από τη συζυγική «απιστία», στέλνει μήνυμα στον υπηρέτη του, Πιζάνιο, να δολοφονήσει την Ιμογένη. Ωστόσο, ο Πιζάνιο πιστεύει στην αθωότητα της Ιμογένης, την πείθει να μεταμφιεστεί ως άντρας και να ψάξει τον σύζυγό της, ενώ λέει ψέματα στον Πόστουμο ότι τη σκότωσε.

Η Ιμογένη χάνεται στις ερημιές της Ουαλίας και βρίσκει μια σπηλιά όπου ζουν ο άδικα καταδικασμένος ευγενής Βελάριος με τον Γουϊδέριο και τον Αρβιράγο: είναι κι οι δυο γιοι του Κυμβελίνου, αλλά το αγνοούν, κι ο Βελάριος τους απήγαγε για να εκδικηθεί την άδικη τιμωρία του. Την Ιμογένη έχει ακολουθήσει ο Κλότεν, που εμπλέκεται σε μονομαχία με τον Γουϊδέριο και σκοτώνεται. Η Ιμογένη δεν αισθάνεται καλά και πίνει ένα φίλτρο που της έδωσε η Βασίλισσα, η οποία ήθελε να τη δηλητηριάσει. Ωστόσο, το φίλτρο δεν έχει τέτοια αποτελέσματα, παρά μόνο προκαλεί ένα βαθύ λήθαργο στην πριγκίπισσα, η οποία όταν ξυπνά βλέπει το νεκρό Κλότεν και τον μπερδεύει για τον σύζυγό της.

Στη Βρετανία, εν τω μεταξύ, εισβάλλει στρατός από Ρωμαίους για να διεκδικήσουν την πληρωμή ενός φόρου, στον οποίο βρίσκονται και ο Πόστουμος με τον Ιάκιμο. Ο Πόστουμος βρίσκει την πανοπλία ενός Βρετανού χωρικού και ρίχνεται στη μάχη με τη Βρετανία, όπου επιδεικνύει γενναιότητα επιδιώκοντας να πεθάνει, καθώς μετάνιωσε για την εντολή δολοφονίας της Ιμογένης που εκπλήρωσε ο υπηρέτης του.

Οι Ρωμαίοι ηττούνται, με τη συνδρομή του Βελάριου, του Γουϊδέριου και του Αρβιράγου, κι ο Πόστουμος αλλάζει και πάλι πανοπλία και θέλοντας να αυτοτιμωρηθεί, συλλαμβάνεται ως Ρωμαίος αιχμάλωτος.

Εκείνο το βράδυ, ο θεός Δίας μεσολαβεί και υπόσχεται δικαίωση στους προγόνους του Πόστουμου για τον απόγονό τους. Την επόμενη μέρα, ο Κυμβελίνος καλεί τους αιχμαλώτους ενώπιόν του κι έτσι λύεται η παρεξήγηση. Ο Πόστουμος και η Ιμογένη είναι και πάλι μαζί, αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα των γιων του Κυμβελίνου, ο Βελάριος συγχωρείται κι η Βασίλισσα πεθαίνει. Ως τελική χειρονομία καλής θέλησης, ο Κυμβελίνος ελευθερώνει τους Ρωμαίους αιχμαλώτους και πληρώνει τον φόρο.

Παραστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν είναι γνωστή με ακρίβεια η χρονολογία της πρώτης παρουσίασης του έργου, ωστόσο υπάρχει καταγεγραμμένη μια παράσταση, την Πρωτοχρονιά του 1634, ενώπιον της Αυλής και του Βασιλιά Καρόλου Α΄. Το έργο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1623 στο Πρώτο Φόλιο.

Το συγκεκριμένο έργο του Σαίξπηρ δεν ανεβαίνει συχνά σε θεατρικές παραστάσεις. Στην Ελλάδα, παρουσιάστηκε από το Εθνικό Θέατρο τον Οκτώβριο του 1957.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα