Κρυπτοτσικνιάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Κρυπτοτσικνιάς
Czapla modronosa.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Αves)
Τάξη: Πελαργόμορφα (Ciconiiformes)
Οικογένεια: Ερωδιίδαι (Ardeidae)
Γένος: Ερωδιίσκος (Ardeola)
Είδος: A. Ralloides
Διώνυμο
Ardeola ralloides (Ερωδιίσκος ο ραλλοειδής)
(Scopoli, 1769)
Ardeola ralloides map.svg
Ardeola ralloides

Ο Κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides - Ερωδιίσκος ο ραλλοειδής) (Scopoli 1769) είναι ένας μικρόσωμος ερωδιός αρκετά κοινός αν και δύσκολο να παρατηρηθεί. Ανήκει στην τάξη των Πελαργόμορφων (Ciconiiformes), στην οικογένεια των Ερωδιίδων (Ardeidae) και το Γένος Ερωδιίσκος (Ardeola). Είναι μεταναστευτικό είδος, στις περιοχές φωλιάσματος φτάνει τον Μάρτιο και αναχωρεί γύρω στον Σεπτέμβριο.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ένας μικρόσωμος ερωδιός με μήκος 44-47 εκ. άνοιγμα φτερών 80-92 εκ. και βάρος 250-370 γρ. Δεν υπάρχει διμορφισμός μεταξύ των δύο φύλων ούτε όσον αφορά το μέγεθος ούτε και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά. Έχει κοντό λαιμό και πόδια σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ερωδιούς. Ο χρωματισμός των ενήλικων είναι εντυπωσιακός, το κεφάλι, ο λαιμός και το πάνω μέρος της πλάτης είναι ανοιχτό κιτρινοκόκκινο καφέ, το ίδιο χρώμα έχουν και τα καλυπτήρια των φτερών. Το κάτω μέρος της πλάτης, η κοιλιά, τα φτερά και η ουρά είναι λευκά. To ράμφος είναι κίτρινο με την άκρη μαύρη ενώ και τα πόδια είναι κίτρινα. Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής αποκτά ένα έντονο ξανθοκόκκινο χρώμα ενώ τα λευκά μέρη του δεν αλλάζουν χρώμα, το ράμφος γίνεται γαλάζιο, με την άκρη πάντα μαύρη, και τα πόδια παίρνουν ροζ απόχρωση. Το κεφάλι του στολίζεται με μακριά φτερά κοκκινωπού και μαύρου χρώματος που φτάνουν μέχρι τους ώμους του. Τα νεαρά μοιάζουν με τα ενήλικα κατά την μη αναπαραγωγική περίοδο

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κρυπτοτσικνιάς (Ardeola ralloides) είναι ένας μοναχικός ερωδιός αν και δεν είναι σπάνιο να τον δούμε σε μικρές ομάδες και είναι συνηθισμένο να βρίσκεται παρέα με άλλα είδη της οικογένειας. Δεν είναι θορυβώδες πουλί και η φωνή του ακούγεται μόνο κατά την περίοδο της αναπαραγωγής. Κατά τη διάρκεια της ημέρας παραμένει στην βλάστηση και βγαίνει αργά το απόγευμα τις ώρες κοντά στη δύση για να κυνηγήσει. Τρέφεται με βατράχια, που είναι και η αγαπημένη του τροφή, έντομα και μικρά ψάρια, όλα μικρού μεγέθους. Κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, που στην Ελλάδα είναι μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου, δημιουργούνται τα ζεύγη που χτίζουν την φωλιά τους σε θάμνους και δέντρα συνήθως μαζί με άλλα είδη ερωδιών. Εκεί το θηλυκό γεννά 4-6 γαλαζοπράσινα αυγά, στην Αφρική περιορίζονται σε 2-3, όπου και τα κλωσσάει μαζί με το αρσενικό για 22-24 μέρες, στη Μαδαγασκάρη μόνο για 18. Όταν βγουν τα μικρά τα αναθρέφουν και οι δύο γονείς. Τα μικρά πετούν ύστερα από 40 ημέρες ενώ γίνονται ανεξάρτητα μετά από 7 εβδομάδες περίπου.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Του αρέσουν οι περιοχές που έχουν γλυκά νερά με μικρό βάθος και πλούσια βλάστηση στις όχθες. Μπορούμε να το συναντήσουμε στις όχθες λιμνών, ποταμών, έλη, κανάλια, στα δέλτα των ποταμών, σε ρυζοχώραφα και υγρά λιβάδια

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι ένα είδος που το βρίσκουμε στην νότια Ευρώπη, τη βόρειο Αφρική και στην κεντρική Ασία κατά τους θερινούς μήνες, εξαίρεση αποτελεί το δέλτα του Νείλου που τον βρίσκουμε όλο το χρόνο όπως και στην Αφρική νότια της Σαχάρας και στη νότια Ασία. Στην Ελλάδα έρχεται τον Μάρτιο και αναπαράγεται στη λίμνη της Καστοριάς, Στις Πρέσπες, στον Αμβρακικό κόλπο, στην Λίμνη Κερκίνη, στο δέλτα Αξιού και στη λίμνη Μητρικού. Κατά την μετανάστευση μπορούμε να τον συναντήσουμε σε όλη τη χώρα

Υποείδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]