Κουνισάντα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι ώρες της Γοσιμάρα; περίπου 1818
από μια γνωστή σειρά μπιτζίν του Κουνισάντα
Πορτραίτο του Χιροσίτζε από τον Κουνισάντα

Ο Ουταγκάουα Κουνισάντα (1786 - 1865) (Ιαπωνικά: 歌川国貞), επίσης γνωστός ως Ουταγκάουα Τογιοκούνι Γ' (Ιαπωνικά: 三代歌川豊国) ήταν πιο δημοφιλής, δημιουργικούς και οικονομικά επιτυχημένους καλλιτέχνες ουκίγιο-ε στην Ιαπωνία του 19ου αιώνα. Στην εποχή του η φήμη του ξεπέρασε κατά πολύ, αυτή των σύγχρονών του καλλιτεχνών Χιροσίτζε και Ουταγκάουα Κουνιγιόσι.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία από τη ζωή του Κουνισάντα, είναι γνωστό ότι γεννήθηκε το 1786 με το όνομα Σουμίντα Σογκορο IX (角田庄五朗), αποκαλούταν Σούμιντα Σοτζό (角田庄蔵), στη Χοντζό, ένα ανατολικό προάστιο του Έντο. Ένα μικρό οχηματαγωγό πλοίο άνηκε στην οικογένειά του και τα έσοδα εκμετάλλευσής του, κάλυπταν επαρκώς τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειάς του. Ο πατέρας του ήταν ένας ερασιτέχνης ποιητής με κάποια φήμη στην περιοχή που έζησε, πέθανε ένα χρόνο μετά τη γέννησή του. Ο Κουσινάντα μεγαλώνοντας ορφανός από πατέρα, εξέλιξε ένα πρώιμο ταλέντο στη ζωγραφική. Τα πρώτα του σχέδια εντυπωσίασαν τον Τογιοκούνι, τον μεγάλο δάσκαλο της Σχολής Ουταγκάουα και τον δέχτηκε ως μαθητή το 1800 στο εργαστήριό του. Το καλλιτεχνικό του όνομα γκο ΚΟΥΝΙ-σάντα προήλθε από την τελευταία συλλαβή του δάσκαλού του Τογιο-ΚΟΥΝΙ όπως παραδοσιακά γινόταν στην Σχολή Ουταγκάουα. Τα πρώτα γνωστά του έργα έχουν ημερομηνία 1807, αλλά η πραγματική ανέλιξή του ως καλλιτέχνη ξεκίνησε το 1809 - 1810. Από το 1080 άρχισε να διακοσμεί σε στυλ έχον (διακόσμηση βιβλίων με την τεχνική ουκίγιε-ε) και η φήμη του επεκτεινόταν ραγδαία. Το 1809 θεωρούταν το ανερχόμενο αστέρι της σχολής και πολύ γρήγορα θεωρήθηκε ισάξιος με τον δάσκαλό του Τογιοκούνι στην διακόσμηση βιβλίων. Οι πρώτες του αφίσες ηθοποιών του Καμπούκι κυκλοφόρησαν το 1808 ή 1809. Οι πρώτες του σκηνές μπιτζίνγκα ήταν μια σειρά πεντάπτυχων που απεικόνιζαν σκηνές της καθημερινής ζωής στο Έντο κυκλοφόρησαν το 1809. Το 1813 είχε ήδη καθιερωθεί ως ο απόλυτος καλλιτέχνης στην καλλιτεχνική ζωή του Έντο και μέχρι το θάνατό του το 1865 παρέμεινε ως ένας από τους κύριους δημιουργούς των καλλιτεχνικών τάσεων της τέχνης της ξυλογραφίας στην Ιαπωνία. Το 1810 ο Κουνισάντα χρησιμοποίησε το όνομα Γκοτοτέι που παρέπεμπε κρυπτικά στη μεταφορική εταιρία του πατέρα του. Από το 1842 με το όνομα αυτό υπέγραψε όλα τα έργα του για τους ηθοποιούς του Καμπούκι. Το 1825 χρησιμοποιεί το όνομα Κοτσόρο για έργα που δεν σχετίζονται με το Καμπούκι. Στο τέλος της ζωής του χρησιμοποιεί το όνομα Τογιοκούνι. Πέθανε στην ίδια γειτονιά όπου και γεννήθηκε.

Η καλλιτεχνική του καριέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την πρώτη μέρα της καριέρας του μέχρι το θάνατό του το 1865 ο Κουνισάντα ήταν πρωτοπόρος στην τέχνη του. Πάντα στην πρωτοπορία του καιρού του, εξέλισσε το στυλ του ασταμάτητα, πάντα σε συμφωνία με τις προτιμήσεις του κοινού του και δεν προσκολλήθηκε στο καλλιτεχνικό ύφος κανένα σύγχρονού του καλλιτέχνη. Η δημιουργικότητά του ήταν εντυπωσιακή. Σχεδίασε περίπου 14.500 σχέδια ενώ πολλοί ισχυρίζονται ότι ο πραγματικός αριθμός έργων του είναι γύρω στα 20,000-25.000.

Ακολουθώντας το καλλιτεχνικό παράδειγμα των προκατόχων του στη σχολή Ουταγκάουα, η κύρια ενασχόληση του Κουνισάντα ήταν η ζωγραφική ηθοποιών και σκηνών Καμπούκι. ήταν όμως πολύ δραστήριος και στη ζωγραφική σχεδίων μπιτζίν (15% του συνολικού του έργου). Ζωγράφισε περισσότερα μπιτζίν σχέδια από κάθε άλλο καλλιτέχνη. Από το 1820 εώς το 1860 κυριάρχησε στην σχεδίαση αφισών με παλαιστές Σούμο. Για ένα μεγάλο διάστημα είχε το μονοπώλιο στη σχεδίαση της Ιστορίας της Γκεντζί, μόνο μετά το 1850 άρχισαν να σχεδιάζουν παρόμοια έργα άλλοι καλλιτέχνες. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η συνεισφορά του στην τέχνη του Σουριμόνο. Οι πίνακες του Κουνισάντα παραγγέλνονταν ιδιωτικά και αν και είναι λίγο γνωστοί, η αξία τους θεωρείται εφάμιλλη με αυτή των έργων των άλλων μεγάλων δασκάλων ουκίγιο-ε. Δημιούργησε πολλά έργα έχον αν και δεν ασχολήθηκε τόσο με αυτό το είδος τέχνης όσο με την παραγωγή αφισών. Αξιόλογες είναι οι εικόνες σούνγκα (εικόνες σεξουαλικού περιεχομένου) που εμφανίστηκαν σε πολλά βιβλία, αλλά λόγω της σχετικής απαγόρευσης τις υπέγραφε με το γκό Ματαχέι.

Απεικονίσεις τοπίων και μούσα-ε (αφίσες πολεμιστών σαμουράι) είναι εξαιρετικά σπάνιες και μόνο 100 σχέδια του είναι γνωστά στα είδη αυτά, και το κενό αυτό καλύφθηκε από τους σύγχρονούς του Χιροσίτζε και Κουνιγιόσι.

Στα μέσα των 1840 και στα 1850 οι αφίσες ξυλογραφίας είχαν μεγάλη ζήτηση στην Ιαπωνία. Ο Κουνισάντα συνεργάστηκε με τους Χιροσίτζε και Κουνιγιόσι σε τρεις τουλάχιστον μεγάλες σειρές έργων και πολλές μικρότερες. Η συνεργασία αυτή είχε και πολιτική χροιά και δείχνει την αλληλεγγύη των καλλιτεχνών της εποχής απέναντι στις νομοθετικές μεταρρυθμίσεις Τενπο. Στο ξεκίνημα του 1850 πολλά έργα του είναι υπογεγραμμένα από τους μαθητές του, βάσει μιας πρακτικής που ο δάσκαλός τους είχε για να προωθήσει τα νέα ταλέντα της σχολής του. Σημαντικοί μαθητές του Κουνισάντα ήταν οι Τογιοχάρα, Κουνιτσίκα και Ουταγκάουα Κουνισάντα Β'.

Αξιολόγηση του έργου του Κουνισάντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σούνγκα- αφίσα σεξουαλικού περιεχομένου του Κουνισάντα

Στο τέλος της περιόδου Έντο (1600 – 1867), ο Χιροσίτζε, ο Κουνιγιόσι και ο Κουνισάντα ήταν οι τρεις πιο σημαντικοί αντιπρόσωποι της Ιαπωνικής πολύχρωμης ξυλογραφία στο Έντο (σημερινό Τόκυο). Παρόλα αυτά οι Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι συλλέκτες στο τέλος του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, ιαπωνικών έργων τέχνης τους θεωρούσαν σχετικά κατώτερους των μεγάλων δασκάλων ουκίγιο-ε των περασμένων αιώνων και ότι η δουλειά τους οδήγησε σε ξεπεσμό τη μεγάλη παράδοση ουκίγιο-ε.

Στην αρχή των δεκαετιών του 1930 και 1970, τα έργα των Χιροσίτζε και Κουνιγιόσι αντιστοίχως επαναξιολογήθηκαν και οι καλλιτέχνες αποκαταστάθηκαν ως μεγάλοι δάσκαλοι της τέχνης τους. Ο Κουνισάντα με την εξαίρεση κάποιων έργων μπιτζίνγκα στην αρχή της καριέρας του, και κάποιων μεγάλων πινάκων ηθοποιών θεωρείτο ότι δημιουργούσε έργα χαμηλής ποιότητας. Η αξιολόγηση και η εκτενής μελέτη του έργου του από τους διακεκριμένους κριτικούς τέχνης Γιαν βαν Ντοσμπουργκ (Jan van Doesburg) και Σεβαστιανού Ίτσαρντ (Sebastian Izzard) στα 1990, οδήγησε στην κατάταξη του Kunisada ως έναν από τους γίγαντες της Ιαπωνικής τέχνης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Sebastian Izzard, Kunisada's World(Japan Society, New York, 1993)
  • Jan van Doesburg, What about Kunisada? (Huys den Esch, Dodewaard, 1990)
  • Shigeru Shindo, (translated Yoko Moizumi, E.M. Carmichael), Kunisada: The Kabuki Actor Portraits (Graphic-Sha, Tokyo, 1993)
  • Ellis Tinios, Mirror of the Stage: The Actor Prints of Kunisada (University Gallery, Leeds, 1996)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kunisada της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).