Κοσμογονία της Γένεσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η δημιουργία του Αδάμ, έργο του Μιχαήλ Άγγελου (Καπέλα Σιξτίνα)

Η κοσμογονία της Γένεσης, είναι μια μυθολογικού και θρησκευτικού τύπου κοσμογονική αφήγηση που βρίσκεται στο βιβλίο της Γένεσης. Εκεί περιγράφονται έξι δημιουργικές ημέρες, κατά τις οποίες ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο με τα ζώα τα φυτά και τον άνθρωπο, αρχικά τον Αδάμ και κατόπιν την Εύα[1].

Οι δύο διηγήσεις περί την Δημιουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα δύο πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως μας δίνουν δύο διηγήσεις για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου. Η πρώτη (1,1-2,24α) προέρχεται από την Ιερατική πηγή ΄΄P΄΄, η οποία γράφτηκε μετά την Βαβυλώνια αιχμαλωσία το (586) π.Χ. , ενώ η δεύτερη (2,25-2,46), ανήκει σε αρχαιότερη πηγή, στον Γιαχβιστή (9ος αιώνας π.Χ.). Η πρώτη αρχίζει απ΄τη δημιουργία του ουρανού και της γης και προχωράει με τη δημιουργία σε έξι ημέρες του φωτός του στερεώματος,της ξηράς και της θάλασσας, του φυτικού βασιλείου και των φωστήρων του ουρανού, των ψαριών, των ερπετών και των πτηνών, και τελικά του ανθρώπινου ανδρόγυνου.

Η δεύτερη βιβλική αφήγηση ξεκινά από τη δημιουργία του άντρα, ακολουθεί η δημιουργία του Κήπου της Εδέμ ως κατοικίας του ανθρώπου και ακολουθεί η δημιουργία παντός είδους ζώων και τελικά της δημιουργίας της γυναίκας από το πλευρό του. Οι δύο αυτές διηγήσεις είναι σαφώς διαφορετικές.[2] Και οι δύο αφηγήσεις «αντλούν από ένα depot παραδόσεων περί την αρχέγονη ανθρωπότητα»[3] Τέθηκαν η μία μετά την άλλη γιατί κατά την έκδοση της Γένεσης, η δεύτερη θεωρήθηκε συμπληρωματική της πρώτης. Αν η δεύτερη αποτελεί υποτυπώδη λαϊκή αφήγηση η πρώτη προέρχεται από ομάδες που ενδιαφέρονταν για «την τάξη στον κόσμο, το Νόμο, ιδιαίτερα την τελετουργική»[4] Είναι λόγιου χαρακτήρα και μεγαλοπρεπής στην έκφραση. Η πρώτη διήγηση περί δημιουργίας αντανακλά έντονα κάποια τελετουργική πραγματικότητα: γιατί ο αριθμός των 7 ημερών αναφέρεται στο ΄΄Σάββατο΄΄ ή προσανατολίζει όλη την αφήγηση προς αυτό, αλλά και διότι η όλη αφήγηση υπονοεί «μια τάξη κι ένα ρυθμό στο σύμπαν που ταιριάζει στην τελετουργική αντίληψη των ιερέων για χρόνους, εποχές, ημέρες και καιρούς»[5] Αυτή η ΄΄ιερατική΄΄ «ανάγνωση» φαίνεται κι από την έκφραση «κατά τα είδη αυτών» ως προς τα ζωικά είδη, δεν αποσκοπεί σε μια επιστημονική κατάταξή τους. Επίσης, το ρήμα ΄΄Hibtil΄΄ δηλαδή ΄΄διαχωρίζω το ένα από το άλλο΄΄ (τα στερεώματα, την ημέρα από τη νύχτα), είναι όρος ιερατικός. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη διάκριση του ΄΄αγίου΄΄ από το ΄΄κοινό΄΄, του καθαρού από το ακάθαρτο. έτσι η εργασία και η αργία του Σαββάτου δεν είναι αποτέλεσμα θείας εντολής αλλά θείας πράξης. Συχνά οι 7 ημέρες της δημιουργίας ταυτίζονται με 7 μακρές περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων συντελέσθηκε δήθεν όλη η δημιουργία, κι αυτό συμβαίνει, όπως παρατηρεί ο καινοδιαθικολόγος Σάββας Αγουρίδης, για λόγους Απολογητικούς[6] Κάτι τέτοιο είναι αβάσιμο επιστημονικά. «Ο συντάκτης δεν έχει υπ΄όψιν του τη θεωρία της εξέλιξης»[7] Οι εκφράσεις Είπε και εγένετο και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί ημέρα... θέλουν να εντάξουν την έκφραση της θείας ενέργειας μέσα στα χρονικά καλούπια του συντάκτη. Διαφοροποιήσεις εντοπίζονται μεταξύ των δύο διηγήσεων και ως προς την δημιουργία του ανθρώπινου ζεύγους: έτσι στην πρώτη, (Γιαχβική), είναι το αποκορύφωμα της δημιουργίας, στην άλλη (Ιερατική P), είναι η βάση της δημιουργίας. H Παλαιά Διαθήκη αγνοεί κάποιον ιδιαίτερο όρο για την έννοια κόσμος: «ή ολότητα δηλώνεται πάντοτε περιγραφικά»[8] Αυτό σχετίζεται με την ιδιομορφία της προ-ελληνιστικής σκέψης της αρχαίας Ανατολής, η οποία δεν επιδιώκει μια προοπτική συνολική θεώρηση, αλλά αρκείται στη σύνθεση οπτικών γωνιών. Γι αυτό και στην Παλαιά Διαθήκη εντοπίζουμε παραστάσεις για τον κόσμο τόσο διαφορετικές, μεταξύ τους, ώστε να καθίσταται αδύνατη η σύνθεση όλων των χωρίων σε μία ενιαία θεωρία. Ο κόσμος παρουσιάζεται όχι ως αυτάρκης ή ως θείος αλλά και ούτε ως φύσει κακός και ανταγωνιστικός προς το Θεό και τον άνθρωπο. Σκοπός της αναφοράς του συντάκτη στα αρχέγονα αυτά γεγονότα είναι η εισαγωγή στην προγονική ιστορία του Ισραήλ. Πέρα από την όποια εθνικο-θρησκευτική διάσταση δεν απουσιάζει και μια οικουμενική προοπτική: η ανθρωπότητα μετά τη δημιουργία αντιμετώπισε κρίσιμες εμπειρίες μέχρις ότου ο Θεός μετά και τη δημιουργία διαφόρων εθνών, δημιούργησε κι αυτός ένα έθνος δικό του και το ξεχώρισε.

Προϋποθέσεις ερμηνείας της αφήγησης της Δημιουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκειμένου να κατανοηθεί το παλαιοδιαθηκικό κοσμοείδωλο θα χρειασθεί να ληφθεί υπόψιν ο σημιτικός τρόπος έκφρασης: όπως παρατηρεί ο παλαιοδιαθηκολόγος καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου:«...υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο δυτικό, ελληνικό τρόπο έκφρασης, και στον ανατολικό, σημιτικό. Εκεί που οι Έλληνες προκειμένου να περιγράψουν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας έννοιας, προτιμούν τη διατύπωση ενός ορισμού, οι Εβραίοι αφηγούνται μια ιστορία.»[9] Κάθε αφήγηση στη Βίβλο δεν είναι οπωσδήποτε και ιστορία. Ακόμα και στα ιστορικά τους κείμενα, επεξεργάζονται το υλικό τους όχι ως ιστορικοί, όπως σήμερα αντιλαμβάνεται κανείς το έργο του ιστορικού, αλλά κυρίως ως θεολόγοι. Δεν αποσκοπούν στην παροχή ιστορικών πληροφοριών με τη σημερινή έννοια του όρου, αλλά στην διατύπωση αιώνιων θεολογικών αληθειών. Ο λαός του Ισραήλ ζώντας σε ένα πολυθεϊστικό και μυθολογικό περιβάλλον διαμόρφωσε, μέσα σε μια μακρόχρονη διαδικασία αιώνων την πίστη του για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου. Έτσι χρησιμοποίησαν το κοσμοείδωλο και παραστάσεις από το μυθολογικό υλικό της εποχής τους. H παλιά μονολιθική άποψη για τη Βίβλο, της οποίας τη μαρτυρία έπρεπε να δεχθούμε ή να απορρίψουμε συνολικά, αντικαταστάθηκε από μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση, πιο αληθινή και ιστορικά πιο πλούσια σε διδάγματα. Παρόλο που δεν μας πληροφορούν για την ιστορική αρχή του σύμπαντος και του ανθρώπου, μας μαθαίνουν τουλάχιστον πώς η Ισραϊλιτική θρησκεία και η ισραηλιτική θεολογία φαντάζονταν τον 8ο αιώνα, και πως τρεις αιώνες αργότερα τη δημιουργία και την αρχή του σύμπαντος και του ανθρώπου, πως και προς ποια κατεύθυνση από τη μια εποχή στην άλλη είδαν τις ιδέες αυτές να προοδεύουν. Δεν μας χρησιμεύουν πια για να ανασυνθέσουμε την Ιστορία του κόσμου, διατηρούν όμως για εμάς τεράστια αξία για την ανασύνθεση της ιστορίας της ισραηλιτικής σκέψης.[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ πως η κοσμογονία της Γένεσης δεν είναι η μόνη που περιέχεται μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Βιβλικός επιστήμονας C. Westermann διακρίνει τέσσερις βασικούς τύπους δημιουργίας του κόσμου οι οποίοι μαρτυρούνται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης: α) Δημιουργία με χειρωνακτική εργασία του Θεού β) Δημιουργία μέσω διαδοχικών γεννήσεων (θεογονία-κοσμογονία) γ) Δημιουργία μετά από αγώνα του Θεού με τις δυνάμεις του χάους. δ )Δημιουργία με το λόγο του Θεού, Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, «Το κοσμοείδωλο της Παλαιάς Διαθήκης. Προϋποθέσεις θεολογικής θεώρησης του κόσμου», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, τόμ. 28 (1983), σελ.445 «Δεν υπάρχει λοιπόν στην Παλαιά Διαθήκη μια ενιαία παράσταση της δημιουργίας και κατά συνέπεια ούτε ένα ενιαίο κοσμοείδωλο»
  2. Σάββας Αγουρίδης, «Μύθος-Ιστορία-Θεολογία (Ανάλυση περικοπών από τα κεφ.1-11)», Δελτίο Βιβλικών Μελετών,τομ. 5, τ/χ.2 Νέα Σειρά, (Ιούλιος-Δεκέμβριος 1986), σελ.68
  3. όπ.π., σελ.71
  4. όπ.π., σελ.72
  5. όπ.π.σελ.
  6. όπ.π.σελ.72
  7. όπ.π.σελ.73
  8. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, όπ,π, σελ. 434
  9. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, «Χίλια χρόνια και μια μέρα. Η συμβολική γλώσσα των αφηγηματικών κειμένων της Π.Δ.», Σύναξη, τ/χ.67 (1998), σελ.104-105
  10. Jean Bottero, «Πρόοδος της ιστορικής έρευνας: Η Βιβλική Αρχαιότητα », στο: Συλλογικό: Encyclopédie de la Pléiade. Ιστορία και μέθοδοί της. Τόμος Α' Γενικά προβλήματα, μτφρ.Ελένης Στεφανάκη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2006, σελ. 237-239


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σάββας Αγουρίδης, «Μύθος-Ιστορία-Θεολογία (Ανάλυση περικοπών από τα κεφ.1-11)», Δελτίο Βιβλικών Μελετών,τομ. 5, τ/χ.2 Νέα Σειρά, (Ιούλιος-Δεκέμβριος 1986), σελ.55-86
  • Σάββας Αγουρίδης, «Μύθος-Ιστορία-Θεολογία (Ανάλυση περικοπών από τα κεφ.1-11)», Δελτίο Βιβλικών Μελετών,τομ. 6 Νέα Σειρά, (Ιανουάριος-Ιούνιος 1987), σελ.5-19
  • Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, «Το κοσμοείδωλο της Παλαιάς Διαθήκης. Προϋποθέσεις θεολογικής θεώρησης του κόσμου», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, τόμ. 28 (1983), σελ.429-454
  • Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, «Χίλια χρόνια και μια μέρα. Η συμβολική γλώσσα των αφηγηματικών κειμένων της Π.Δ.», Σύναξη, τ/χ.67 (1998), σελ.101-111
  • Jean Bottero, «Πρόοδος της ιστορικής έρευνας: Η Βιβλική Αρχαιότητα », στο: Συλλογικό: Encyclopédie de la Pléiade. Ιστορία και μέθοδοί της. Τόμος Α' Γενικά προβλήματα, μτφρ.Ελένης Στεφανάκη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2006, σελ. 232-239
  • Γεώργιος Φλωρόφσκι, «Δημιουργία και δημιουργικότητα», στο: Γεώργιος Φλωρόφσκι, Δημιουργία και απολύτρωση, μτφρ. Παναγιώτης Πάλλης, εκδ. Π.Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1983 σελ.49-88
  • Σταύρος Καλαντζάκης, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός. Ερμηνευτική ανάλυση των περί δημιουργίας διηγήσεων της Γενέσεως, εκδ. Π.Πουρναράς, Θεσσ/ίκη, 2001