Κοινωνιολογία του κοινωνικού αποκλεισμού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ψήγμα ενός κοινωνικού δικτύου

Με τον όρο Κοινωνιολογία του κοινωνικού αποκλεισμού εννοείται ο κλάδος της κοινωνιολογίας που ασχολείται, μελετά και διερευνά τον κοινωνικό αποκλεισμό ως απότοκο οικονομικών φυλετικών, θρησκευτικών πολιτικών ή άλλων παραγόντων ατόμων ομάδων ή και πληθυσμών.

Η ιδέα του κοινωνικού αποκλεισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κοινωνικός αποκλεισμός (συναντάται και με τον όρο κοινωνική περιθωριοποίηση) είναι ευρέως διαδεδομένος σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης και συχνά συνοδεύεται από λεκτική και φυσική βία κατά των περιθωριοποιημένων ατόμων. Είτε παρουσιάζεται ως κακή ή καλή πράξη ως αρετή ή αμαρτία, ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ένα σύνθετο φαινόμενο στις διαφορετικές μεταμφιέσεις του που υπερβαίνουν τον χρόνο και εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή[1]. Ο οστρακισμός σε όλες τις όψεις της καθημερινής ζωής έγινε αντικείμενο έρευνας από ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους, βιολόγους, εθνολόγους και ερευνητές του δικαίου[2]. Τούτη την ερευνητική διαδικασία για το φαινόμενο του αποκλεισμού συμπληρώνει η ψυχολογική διερεύνηση, που πολώνεται κυρίως στις αιτίες και τις συνέπειες του φαινομένου.

Αποκλειόμενοι και εξοστρακιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ειδικότερα οι ψυχολόγοι ερευνητές του κοινωνικού αποκλεισμού εξετάζοντας τις ψυχολογικές επιδράσεις του αποκλεισμού σε ανθρώπους που έγιναν θύματα οστρακισμού διερεύνησαν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους απέναντι σε εκείνους που τους απέκλεισαν. Τα αντιφατικά πορίσματα των ερευνών σε σχετικά μεγάλα δείγματα πληθυσμού υπέδειξαν δύο διαφορετικές γενικές τάσεις των αποκλεισμένων προς τους «οστρακιστές» τους. Στη μία οι στόχοι του κοινωνικού αποκλεισμού προτίμησαν να αγνοήσουν και να μη συνεργαστούν με τους «οστρακιστές» τους στο μέλλον[3][4], ενώ στην άλλη εκδήλωσαν επιθυμία συμφιλίωσης και συνεργασίας με εκείνους που τους απέκλεισαν[5]

Μορφές κοινωνικού αποκλεισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνήθως παρουσιάζονται τέσσερεις μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, που εννοιολογικά τουλάχιστον σε αρκετές περιπτώσεις αλληλοκαλύπτονται:

  • Οστρακισμός, με τη μορφή της εξορίας από μία δεδομένη ανθρώπινη κοινότητα.
  • Κοινωνικός αποκλεισμός μέσα στα όρια μια δεδομένης κοινότητας που μπορεί να πάρει και τη μορφή της διαπάλης ανάμεσα σε διαφορετικές τάξεις ανθρώπων.
  • Απόρριψη του ατόμου από την ομάδα στην οποία λειτουργούσε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
  • Παρενόχληση ως μορφή επίδειξης κοινωνικού αποκλεισμού

Για τις παραπάνω έννοιες η θεωρητική κάλυψη δεν είναι ακόμη επαρκής, ώστε να καθορίζονται τα ακριβή όρια και να αποφεύγονται οι μεταξύ τους επικαλύψεις. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, ο οστρακισμός αναφέρεται κυρίως στον αποκλεισμό κατά τον οποίο περαιτέρω το άτομο αγνοείται ολοκληρωτικά από την κοινότητα[6]. Ο κοινωνικός αποκλεισμός υπονοεί τη μη συμπερίληψη σε ένα δεδομένο κοινωνικό δίκτυο, κατά την οποία το άτομο δεν αγνοείται κατ' ανάγκην. Η απόρριψη είναι συνήθως πράξη φυσική ή λεκτική, στην οποία υποδηλώνεται ότι το άτομο δεν είναι επιθυμητό ως μέλος μιας ομάδας. Τέλος, η παρενόχληση εμπλέκει την επιθετική δραστηριοποίηση λεκτική ή φυσική κατά του ατόμου[7]

Ιστορική προοπτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κοινωνιολογία στράφηκε στον κοινωνικό αποκλεισμό, διαμορφώνοντας διακριτό κλάδο περίπου από το 1995 όταν ο όρος κοινωνικός αποκλεισμός αντικατέστησε ευρέως τον όρο κατώτερη τάξη σε συζητήσεις για τη φτώχεια στις μεταβιομηχανικές κοινωνίες, προσθέτοντας εννοιολογικά πλεονεκτήματα στη διαχείριση των ιδεών που κρύβονταν πίσω από τις κοινωνικές διαφορές και ανισότητες εν είδει πλέγματος αποκλεισμών. Και οι δύο λέξεις μαζί -κοινωνία και αποκλεισμός- υποδεικνύουν την κοινωνία συνολικά σε αντίθεση με συγκεκριμένα άτομα που την απαρτίζουν ως διαδικασία που μεταβάλλεται στο χρόνο, σε αντίθεση με το άχρονο εννοιολογικό πλαίσιο του ορισμού του κράτους.

Η εννοιολογική μετατόπιση από τη φτώχεια στον κοινωνικό αποκλεισμό δεν προσέφερε μόνον στοιχεία για την ερμηνεία του φαινομένου της φτώχειας, αλλά έκανε το φαινόμενο περισσότερο σύνθετο στη διαπίστωση και την ερμηνεία του. Το απευφκταίο για κάθε διακριτό άτομο δεν είναι απλώς η έλλειψη χρημάτων αλλά μια σειρά ποιοτικών κριτηρίων όπως είναι η ελλιπής στέγαση, η κακή υγεία, η εκπαιδευτική ανεπάρκεια, η εγκληματικότητα, η χρήση ναρκωτικών ουσιών, η αποτυχία κοινωνικής συμμετοχής κ.ο.κ. Όλα αυτά δεν είναι απλά προϊόντα της φτώχειας αλλά εξετάζονται από την κοινωνιολογία του κοινωνικού αποκλεισμού ως διακριτά και αυτόνομα κοινωνικά προβλήματα[8].

Διαπραγματευόμενη μια τέτοια διαδικασία, η «κοινωνιολογία του αποκλεισμού» διαμορφώθηκε ως κομβικό σημείο στο οποίο συναντάται η ιστορία μιας κοινωνίας και η βιογραφία ενός απλού ατόμου της[9]. Στηριζόμενοι σε αυτή τη θεμελιακή διάκριση οι μεταγενέστεροι κοινωνιολόγοι άρχισαν να παρατηρούν τις συνέπειες της διαδικασίας της κοινωνικής αλλαγής πάνω στο συγκεκριμένο άτομο, μια διαδικασία που συχνά διαμορφώνει διαφόρων ειδών αποκλεισμούς.

Παραπομπές σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Barner-Barry, C. 1986, «Rob: Children’s tacit use of peer ostracism to control aggressive behavior». Ethology and Sociobiology, 7, 281–293.
  2. Gruter, M., & Masters, R. D. 1986, «Ostracism as a social and biological phenomenon: An introduction», Ethology and Sociobiology, 7, 149–158.
  3. Pepitone, A., & Wilpizeski, C. 1960, «Some consequences of experimental rejection», Journal of Abnormal and Social Psychology, 60, 359–364.
  4. Mettee, D. R., Taylor, S. E., & Fisher, S. 1971, «The effect of being shunned upon the desire to affiliate». Psychonomic Science, 23, 429–431.
  5. Snoek, J. D. 1962, «Some effects of rejection upon attraction to a group», Journal of Abnormal and Social Psychology, 64, 175–182.
  6. Williams, K. D. 1997, «Social ostracism», στο Kowalski R. M. (ed), Aversive interpersonal behaviors, Plenum, New York, 133–170).
  7. Kipling D. et al (eds) 2005, The social outcast, ostracism social exclusion rejection and bullying, Psychology Press, New York, 2-3.
  8. Gough Jamie et al 2006, Spaces of Social Exclusion, Routledge, UK, 1-2.
  9. Mills, C.W. 1959, The Sociological Imagination, Oxford University Press, New York, 14. Εδώ ο Μιλς ήδη από τη δεκαετία του '50 διακρίνει ανάμεσα στις αλλαγές του προσωπικού κοινωνικού περίγυρου και των δημοσίων όψεων της κοινωνικής ζωής.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barner-Barry, C. 1986, «Rob: Children’s tacit use of peer ostracism to control aggressive behavior». Ethology and Sociobiology, 7, 281–293.
  • Gough Jamie et al 2006, Spaces of Social Exclusion, Routledge, UK.
  • Gruter, M., & Masters, R. D. 1986, «Ostracism as a social and biological phenomenon: An introduction», Ethology and Sociobiology, 7, 149–158.
  • Kipling D. et al (eds) 2005, The social outcast, ostracism social exclusion rejection and bullying, Psychology Press, New York.
  • Mettee, D. R., Taylor, S. E., & Fisher, S. 1971, «The effect of being shunned upon the desire to affiliate». Psychonomic Science, 23, 429–431.
  • Mills, C.W. 1959, The Sociological Imagination, Oxford University Press, New York.
  • Pepitone, A., & Wilpizeski, C. 1960, «Some consequences of experimental rejection», Journal of Abnormal and Social Psychology, 60, 359–364.
  • Snoek, J. D. 1962, «Some effects of rejection upon attraction to a group», Journal of Abnormal and Social Psychology, 64, 175–182.
  • Williams, K. D. 1997, «Social ostracism», στο Kowalski R. M. (ed), Aversive interpersonal behaviors, Plenum, New York.

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]