Κνίδωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κνίδωση
Κνίδωση στο πόδι.
Ταξινόμηση ICD-10 L50
Ταξινόμηση ICD-9 708
DiseasesDB 13606
MedlinePlus 000845
eMedicine topic list
MeSH D014581

Η Kνίδωση ή Ουρτικάρια (Urticaria) είναι δερματολογικό νόσημα που ανήκει στα λεγόμενα "Σχηματώδη Ερυθήματα". Επειδή όμως ενίοτε δημιουργεί ενοχλήματα από τένοντες, νεύρα και αρθρώσεις, οι ασθενείς πέραν του δερματολόγου, κατά λάθος, συχνά απευθύνονται σε ορθοπεδικό ιατρό.

Ετυμολογία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ετυμολογικά, "κνίδη" είναι στα αρχαία Ελληνικά το γνωστό φυτό τσουκνίδα (τσού-ζει + κνίδ-ωση). Κνίδωση λέγεται στα αρχαία ελληνικά η δερματολογική φαγούρα και κατ’ επέκταση η ομώνυμη κνιδωτική δερματοπάθεια. [1]

Συχνότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αλλεργική κνίδωση και το αγγειονευρωτικό οίδημα παρουσιάζονται είτε με οξεία μορφή είτε με χρόνια, διάρκειας άνω των 6 εβδομάδων. Εμφανίζονται σε όλες τις ηλικίες, συνηθέστερα όμως μεταξύ 20-30 ετών. H συχνότητα της κνίδωσης ενδεχομένως να είναι ακόμα μεγαλύτερη από την αναφερόμενη στη βιβλιογραφία, αφού όταν το εξάνθημα περιορίζεται στο δέρμα, οι ασθενείς δεν προσφεύγουν συνήθως σε γιατρό. Υπάρχουν ελαφρές μορφές με σποραδική εκδήλωση και άλλες μορφές με περιορισμένη εντόπιση, τέτοια που ο ασθενής δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία.[2]

Είδη κνίδωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε μορφή κνίδωσης που διαρκεί λιγότερο από 12 εβδομάδες θεωρείται ότι ανήκει στην οξεία μορφή (oξεία κνίδωση). Εάν η διάρκεια της νόσου υπερβεί τις 12 εβδομάδες, τότε θεωρείται ότι ανήκει στη χρόνια μορφή (χρόνια κνίδωση). Η χρόνια κνίδωση εμφανίζεται στις γυναίκες σε διπλάσια συχνότητα από ό,τι στους άνδρες.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κνίδωση είναι παροδικό δερματικό εξάνθημα, συνιστάμενο από μια περιγεγραμμένη λευκάζουσα έπαρση του δέρματος (τον πομφό), που περιβάλλεται από ερυθρά άλω. Η κνίδωση, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση ενός ή περισσοτέρων - συνήθως πολλαπλών - πομφών, δηλαδή βλαβών που έχουν λευκορόδινη ή ερυθηματώδη χροιά, κηλιδώδες κυκλικό σχήμα και παροδικό χαρακτήρα.

  • Σχήμα: Το σχήμα των πομφών είναι στρογγυλό, ωοειδές ή ακανόνιστο, συχνά δε μεταβάλλεται μέσα σε λίγα λεπτά για να καταλήξει σε παράξενα γεωμετρικά σχήματα.
  • Μέγεθος: Το μέγεθος των πομφών ποικίλλει από λίγα χιλιοστά (1-2 mm) έως λίγα εκατοστά(10-20 cm).
  • Κνησμός: Το εξάνθημα συνοδεύεται κατά κανόνα από κνησμό άλλοτε άλλης έντασης ή και πόνο ενίοτε.
  • Εντόπιση: Το εξάνθημα μπορεί να εντοπιστεί σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος, από το τριχωτό της κεφαλής μέχρι τα πόδια.
  • Διάρκεια: Οι πομφοί διαρκούν 1 έως 3 ημέρες και προοδευτικά σβήνουν για να εμφανιστούν οι επόμενοι. Ενίοτε, κάθε βλάβη διαρκεί από μερικά λεπτά έως 4 ώρες και υποχωρεί, αφήνοντας το δέρμα σε απόλυτα φυσιολογική κατάσταση.


Το Αγγειονευρωτικό οίδημα ή Αγγειοοίδημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν συμβεί προσβολή των αγγείων και των ιστών (π.χ. τένοντες, έλυτρα, αρθρώσεις κλπ.) στον υποδόριο και στον υποβλεννογόνιο χώρο, σχηματίζεται ένα σαφώς περιγεγραμμένο, ενίοτε επώδυνο, οίδημα, το λεγόμενο αγγειονευρωτικό ή αγγειακό ή απλώς αγγειοοίδημα.[3]

Αίτια της κνίδωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αιτιολογία της κνίδωσης δεν είναι ενιαία. Ενοχοποιούνται ανοσολογικοί (αλλεργικοί) ή μη ανοσολογικοί μηχανισμοί. Η πιο δραματική μορφή κνίδωσης, η oξεία αλλεργική κνίδωση, οφείλεται στην κινητοποίηση μιας αλλεργικής αντίδρασης μέσω της ανοσοσφαιρίνης IgE. Η IgE προσκολλάται στα σιτευτικά κύτταρα και τα διεγείρει προς έκκριση ουσιών οι οποίες προκαλούν την αλλεργική αντίδραση (π.χ. ισταμίνη). Οι περισσότεροι από τους ασθενείς με αυτή την αντίδραση, είναι άτομα με ατοπική προδιάθεση (αλλεργικοί). Η ανωτέρω ανοσοσφαιρίνη Εψιλον (ΙgE) μπορεί να εμφανιστεί σε κληρονομικώς προδιατεθειμένα (ατοπικά) άτομα ή να προκληθεί από την επαφή ή είσοδο μιας ξένης ουσίας, με την οποία συνήθως το άτομο δεν είναι εξοικειωμένο (γύρη, οικιακή σκόνη, μύκητες, χημικές ουσίες, φάρμακα, κ.λπ.).[4]

Οξεία αλλεργική κνίδωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αλλεργιογόνα εισπνεόμενα (γύρη, σκόνη σπιτιού, σπόροι μυκήτων, κομμάτια από τρίχωμα ή φτερά ζώων κ.λπ.)
  • Δήγματα εντόμων
  • Παράγωγα αίματος
  • Τροφές (ψάρι, ξηροί καρποί, οστρακοειδή, αυγά, σοκολάτα, γάλα κ.ά.).
  • Φάρμακα (πενικιλίνη, ακετυλοσαλικυλικά κ.ά.)
  • ιοί, βακτηρίδια, παράσιτα.
  • Νοσήματα του θυρεοειδούς.
  • Συντηρητικά τροφίμων, ξηρών καρπών, γαρίδων, ψαριών, σνακς, κλπ.

Δυστυχώς, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων , δεν μπορεί να εντοπισθεί το αίτιο αυτής της μορφής της κνίδωσης, ακόμα και σε ασθενείς πού γίνονται εκτεταμένα αλλεργικά δερματικά Tests.[4]

Χρόνια αλλεργική κνίδωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά τη χρόνια κνίδωση, τα αίτια στις περισσότερες περιπτώσεις δεν εντοπίζονται. Εν τούτοις, οι ανωτέρω αναφερθέντες φυσικοί παράγοντες (τριβή, κρύο, ήλιος κ.λπ.) είναι δυνατόν να αποτελούν το έναυσμα για τη χρόνια κνίδωση και πρέπει να διερευνηθούν προσεκτικά.

Μη αλλεργική κνίδωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μη αλλεργική κνίδωση οφείλεται σε διάφορα αίτια όπως είναι το ψύχος, το ηλιακό φως (και οι δύο αυτές μορφές μπορεί να εμφανιστούν στα μπάνια της καλοκαιρινής περιόδου), η επαφή με μια χημική ουσία ή η συνεχής πίεση στο δέρμα π.χ. από μια τσάντα ή ζώνη κ.ά.

Χολινεργική κνίδωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερη μορφή κνίδωοης είναι η χολινεργική κνίδωση. Αυτή εμφανίζεται μετά από πυρετό ή ζεστό ντους ή νευρικό stress και χαρακτηρίζεται από μικρό πομφό και μεγάλο ερύθημα.

Η κνίδωση τέλος, μπορεί μερικές φορές να αποτελεί μια από τις εκδηλώσεις κάποιου γενικευμένου, συστηματικού νοσήματος (μελαγχρωστική κνίδωση, υπερθυρεοειδισμός, νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα κ.ά.).[4]

Kνίδωση από φυσικά αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια μορφή κνίδωσης, είναι η κνίδωση από φυσικά αίτια. Τα φυσικά αίτια που ενοχοποιούνται για την παραπάνω μορφή της κνίδωσης, είναι τα εξής:

  • Μηχανικά: από πίεση ή τριβή (Κνιδωτικός Δερμογραφισμός)
  • Θερμικά: ζέστη, κρύο (Κνίδωση εκ Ψύχους)
  • Ηλιακό φως: (Ηλιακή κνίδωση)
  • Νερό (Κνίδωση εξ ύδατος)
  • Κνίδωση από φυτά ή ουσίες (π.χ. τσουκνίδα)

Οι διάφορες μορφές της κνίδωσης από φυσικά αίτια εμφανίζονται σε συνδυασμό με την κοινή κνίδωση ή και μεταξύ τους. Αποτελούν το 20% περίπου όλων των μορφών κνίδωσης.

Κνίδωση εκ ψύχους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόκειται για μια μορφή κνίδωσης, είτε οικογενή είτε ιδιοπαθή, στην οποία οι ασθενείς λίγα λεπτά (συνήθως 30 λεπτά) μετά από έκθεση σε κρύο νερό, πάγο, ή κρύο αέρα, εμφανίζουν πομφούς κνίδωσης. Έχουν αναφερθεί σπάνιες μορφές θανάτου από κολύμβηση σε κρύα νερά, μέσω αλλεργικού αναφυλακτικού σόκ και καλό είναι να είναι ενημερωμένοι αυτοί οι ασθενείς. Σε μερικές περιπτώσεις η κνίδωση εκ ψύχους συσχετίζεται με λήψη του μυκητοκτόνου φαρμάκου γκριζεοφουλβίνη, και άλλοτε σχετίζονται με τη νόσο κρυοσφαιριναιμία, άλλοτε δε αποτελούν επιπλοκή υπάρχουσας σύφιλης. Πάντως οι περισσότερες περιπτώσεις είναι αγνώστου αιτιολογίας. Ένα καλό τεστ για την τεκμηρίωση της διάγνωσης είναι η τοποθέτηση πάγου στο αντιβράχιο για λίγα λεπτά και μετά από αφαίρεσή του παρακολουθείται το δέρμα για την εμφάνιση πομφών κνίδωσης για τα επόμενα 10 λεπτά. Το πλέον κατάλληλο φάρμακο για την κνίδωση εκ ψύχους είναι η κυπροεπταδίνη σε δόση 16-32mg την ημέρα σε κατανεμημένες δόσεις (κυκλοφορεί σε δισκία 4mg), και ενίοτε συγχορηγείται και τερβουταλίνη σε δόση 5mg, 3 φορές την ημέρα και θεοφυλλίνη 150mg, 3 φορές την ημέρα επίσης. [3]

Ανεύρεση της αιτίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αναζήτηση του αιτίου της κνίδωσης απαιτεί μεγάλη προσπάθεια εκ μέρους του γιατρού και αρκετά χρήματα εκ μέρους του ασθενούς. Επειδή η νόσος είναι συνήθως οξεία και αυτοπεριοριζόμενη, στα περισσότερα περιστατικά βοηθά και αρκεί η λήψη ενός καλού ιστορικού και η κλινική εξέταση. Διαφορετική είναι βέβαια η περίπτωση της χρόνιας κνίδωσης που μπορεί να είναι ιδιοπαθής, ενδέχεται όμως να υποκρύπτει (και) μια γενικευμένη πάθηση. Για παράδειγμα άτομα πού ταλαιπωρήθηκαν επί καιρό από αλλεργική κνίδωση, βρέθηκε μετά από έλεγχο αργότερα ότι έπασχαν από αρχικό στάδιο λευχαιμίας ή λεμφώματος Hodgkin ή Non Hodgkin. Γι αυτό καλό είναι σε μια επιμένουσα περίπτωση ασθενούς με αλλεργική κνίδωση πού αποτυγχάνει να την αντιμετωπίσει ο δερματολόγος, καλό είναι ο ασθενής να παραπέμπεται σε κάποιο ειδικό παθολόγο ή αιματολόγο, ώστε να διερευνηθεί με εξετάσεις αίματος και μαγνητική τομογραφία θώρακος και κοιλίας, μήπως τυχόν ανευρεθούν ύποπτα ευρήματα λεμφώματος. Εφόσον ανευρεθεί το υπεύθυνο αίτιο, η ριζικότερη θεραπεία συνίσταται όπως είναι φυσικό, στην απομάκρυνσή του. [5]

Διάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάγνωση της κνίδωσης, τόσο της oξείας όσο και της χρόνιας, τίθεται με τη βοήθεια της κλινικής εικόνας και του ιστορικού. Η εμφάνιση των πομφών είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, όπως επίσης και η συζήτηση με τον ασθενή, από την οποία εύκoλα προκύπτει ο παροδικός, φευγαλέoς και υποτροπιάζων χαρακτήρας των βλαβών. Εάν από το ιστορικό του ασθενούς προκύπτει υποψία για μια από τις μορφές της κνίδωσης από φυσικό αίτιο, η δοκιμασία πρόκλησης συνήθως θέτει τη σωστή διάγνωση. Όταν δεν προκύπτει κάποια σαφής αιτία από το ιστορικό του ασθενούς, συνιστάται η διενέργεια εξετάσεων αίματος για αποκλεισμό συστηματικής νόσου:.

Εξετάσεις για τη διερεύνηση της χρόνιας κνίδωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γίνεται γενική αίματος (ελέγχουμε τα ηωσινόφιλα κύτταρα, πού συχνά είναι αυξημένα πάνω από 5%) και γενική εξέταση ούρων, έλεγχος της ταχύτητας καθίζησης των ερυθρών (ΤΚΕ), ουρία, κρεατινίνη, γλυκόζη, CRP, RF, ANA. Στην κνίδωση εκ ψύχους γίνονται συνήθως διαφορετικές εξετάσεις και αντιπυρηνικά αντισώματα αλλά σπάνια αποφαίνονται χρήσιμα στη διάγνωση. Εχουν, τέλος, αναφερθεί περιπτώσεις ενός πρόδρομου συνδρόμου Ηπατίτιδας Β πού εκδηλώνεται με κνίδωση και καλό είναι να γίνονται ηπατικά τεστ. Σπάνια, οι παθήσεις του θυρεοειδούς, ιδίως ο υπερθυρεοειδισμός, εκδηλώνονται και με κνίδωση και καλό είναι να γίνονται και οι κατάλληλες εξετάσεις. Τέλος, τα τελευταία χρόνια καλό είναι οι ασθενείς να ελέγχονται για αντισώματα AIDS (ΗIV Test) νόσος κατ εξοχήν διαταραχής του ανοσοποιητικού συστήματος.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μόνιμη θεραπεία της Κνίδωσης όπου δεν έχει βρεθεί το αίτιο, με τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα είναι ανέφικτη. Βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις ασθενών πού αυτοϊώνται κάποτε αυτόματα. Καμία μέθοδος της κλασσικής ιατρικής, αλλά και καμία μέθοδος εναλλακτικών μορφών ιατρικής, όπως είναι η ομοιοπαθητική ή ο βελονισμός, δεν απέδειξε τεκμηριωμένα ότι μπορεί μόνιμα να θεραπεύσει την κνίδωση. Η σημερινή θεραπεία της κλασσικής ιατρικής για την κνίδωση είναι καθαρά συμπτωματική. Πρακτικά όμως, εφ' όσον προκύψει η ύπαρξη κάποιου εκλυτικού παράγοντα κνίδωσης από το ιστορικό του ασθενή, συνιστάται η αποφυγή του (π.χ. σοκολάτα, γαριδάκια, ξηροί καρποί, στρές, αλκοόλ, συντηρητικά, κλπ.). Ιδιαίτερα, συνιστάται η αποφυγή των παραγόντων εκείνων που προκαλούν κνίδωση από φυσικά αίτια, έτσι:

  • Δερμογραφισμός: Αποφυγή τριβής, πίεσης, ξεσμού, στενών ρούχων.
  • Κνίδωση εκ ψύχους: Αποφυγή κρύου λουτρού, εισόδου σε κρύα θάλασσα, παραμονής σε κρύο περιβάλλον, επαφής με παγωμένα αντικείμενα.
  • Ηλιακή κνίδωση: Αποφυγή του ήλιου χωρίς αντιηλιακό κ.λπ.
  • Χημική κνίδωση: Συνιστάται η αποφυγή των φαρμάκων (κυρίως ασπιρίνης), συντηρητικών και χρωστικών των τροφίμων και η αποφυγή συγκεκριμένων τροφίμων, εφ' όσον αποδεδειγμένα θεωρούνται υπεύθυνα. Πολλά χημικά πρόσθετα τροφίμων, ακόμα και εγκεκριμένα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (φέρονται με κωδικούς πχ Ε140, Ε420 κλπ) μολονότι έχουν ελεγχθεί για τοξικότητα, ποτέ δεν είσαι σίγουρος ότι σε ορισμένα άτομα θα προκαλέσουν αλλεργική κνίδωση. Εφόσον από το ιστορικό δεν προκύψει κάποιο προφανές αίτιο, οι εκτεταμένες και εξαντλητικές εργαστηριακές εξετάσεις δεν είναι απαραίτητες. Οι ασθενείς που εμφανίζουν κνίδωση καλό είναι να χρησιμοποιούν Latex γάντια όταν έρχονται σε επαφή με χημικές ουσίες όπως είναι τα απορρυπαντικά, κλπ.

Φαρμακευτική αγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την πλευρά των φαρμάκων, σήμερα, στην πρώτη γραμμή βρίσκονται τα αντιαλλεργικά αντιισταμινικά φάρμακα και κυρίως εκείνα της νεώτερης γενιάς (Λορατιδίνη, Δεσλορατιδίνη). Η δράση τους στηρίζεται στην εξουδετέρωση των υποδοχέων Η1, που βρίσκονται στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυπάρων των αγγείων. Τo αποτέλεσμα είναι η παρεμπόδιση της ισταμινικής δράσης, εξυπηρετώντας και το σκοπό της αγωγής, που είναι η υποχώρηση του κνησμού, του πόνου, καθώς και του αριθμού, του μεγέθους και της διάρκειας των πομφών. Συνεπώς τα αντιισταμινικά δεν δρουν αιτιολογικά αλλά συμπτωματικά. Και συνεπώς δεν θεραπεύουν μόνιμα το πρόβλημα. Δεδομένου ότι η ανταπόκριση κάθε ασθενούς σε καθένα από τα αντιισταμινικά είναι διαφορετική, είναι πιθανό να είναι απαραίτητη η αντικατάσταση ενός με κάποιο άλλo ή και ο συνδυασμός δύο αντιισταμινικών, ή δοσολογία μεγαλύτερη από αυτή που συνιστά η φαρμακευτική εταιρεία. Από πλευράς φαρμάκων, τα πιο αποτελεσματικά είναι τα παλιά αντιισταμινικά όπως για παράδειγμα η υδροξυζίνη σε δόση 12,5-25 mg (μισό έως ένα δισκίο) δύο έως 3 φορές την ημέρα ή εφάπαξ 50 mg το βράδυ από την κατάκλιση, η Kετιριζίνη 10 mg ημερησίως, η κυπροεπταδίνη 4mg 3-4 φορές ημερησίως κ.ά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι μερικά από τα νεότερα αντιισταμινικά με μικροτερη κατευναστική δράση, απαιτούν προσοχή. Σαν παράδειγμα, η ταυτόχρονη χορήγηση τερφεναδίνης ή αστεμιζόλης μαζί με ερυθρομυκίνη ή διάφορες αζόλες (λ.χ. κετοκοναζόλη), μπορεί να προκαλέσει καρδιακές αρρυθμίες ενίοτε πολύ σοβαρές.[1]

Νεότερα φάρμακα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεώτερη σχετικά ουσία Λοραταδίνη και η σετιριζίνη δεν εμφανίζει τέτοιου είδους αλληλεπιδράσεις και χρησιμοποιείται πιο πολύ την εποχή 1995-2000[6]. Από τα νεώτερα αντιισταμινικά, η πλέον σύγχρονη δραστική ουσία που κυκλοφόρησε το 2000 ταυτόχρονα στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, είναι η μιζολαστίνη. Η Μιζολαστίνη (Mizolastine) αποτελεί έναν πολύ ισχυρό και εκλεκτικό ανταγωνιστή των Η1 υποδοχέων της ισταμίνης και εμφανίζει την υψηλότερη χημική συγγένεια με αυτούς. Εμφανίζει επίσης τη μοναδική ιδιότητα αναστολής της 5-λιποξυγενάσης και έτσι αποκτά ιδιότητες αντιλευκοτριενικές, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό στην αντιμετώπιση της αλλεργικής φλεγμονής. Η αποτελεσματικότητα της μιζολαστίνης εμφανίζεται ιδιαίτερα υψηλή στην αντιμετώπιση της κνίδωσης, ακόμη και στις φυσικές κνιδώσεις, χωρίς κατασταλτική ή αντιχολινεργική δράση, και χωρίς εμφάνιση αθροιστικών φαινομένων. Ένα καλό αντιϊσταμινικό νέας γενιάς είναι η λεβοσετριζίνη που δεν προκαλεί υπνηλία. Εάν κριθεί απαραίτητο και εφόσον κάποια καταστολή είναι επιθυμητή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως φαρμακευτική αγωγή κάποιο αντιισταμινικό πρώτης γενεάς. Σε περιπτώσεις χρόνιας κνίδωσης ανθιστάμενης στη θεραπεία με Η1 αντιισταμινικά, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο συνδυασμός Η1 και Η2 αντιισταμινικών. Στα H2 αντιϊσταμινικά ανήκει η Ρανιτιδίνη φάρμακο για το έλκος δωδεκαδακτύλου και τη γαστρίτιδα. (Χαράλαμπος Γκούβας, 2007)

Τοπική θεραπεία (στο δέρμα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοπική θεραπεία με διάφορες λ.χ. αλοιφές κορτικοειδών, παρέχει ποικίλα αποτελέσματα αλλά δεν τυγχάνει ευρείας εφαρμογής. Οι περισσότερες αλοιφές που περιέχουν αντιϊσταμινικά, οι οποίες επιπλέον ενδέχεται να προκαλέσουν φαινόμενα φωτοευαισθησίας. Πιο αποτελεσματικές είναι οι διάφορες αντικνησμώδεις αλοιφές που περιέχουν κάμφορα, μινθόλη, φαινόλη κλπ. Μπορούμε να παραγγείλουμε στο φαρμακείο μια λοσιόν με 0.5% camphor, 0.5% menthol, και 0.5% Phenol και η οποία θα επαλείφεται στις βλάβες.

Άλλες θεραπείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις χρόνιες μορφές κνίδωσης δοκιμάζονται και πάλι οι παραπάνω αντιισταμινικές ουσίες, πολλές φορές σε εναλλάξ χορήγηση. Στις επίμονες και ανθεκτικές περιπτώσεις μπορεί να δοκιμαστούν: 1) Η λεγόμενη δίαιτα αποκλεισμού κατά την οποία αποφεύγονται για 3 περίπου μήνες τα προϊόντα γάλακτος, τα οινοπνευματώδη, τα μανιτάρια, τα οστρακοειδή, η σοκολάτα, οι φράουλες, οι ξηροί καρποί, οι χυμοί τομάτας σε κονσέρβα και τα καπνιστά κρέατα, και 2) Η αποφυγή σαλικυλικών ουσιών όχι μόνο της ασπιρίνης αλλά και άλλων σαλικυλικών αλάτων που περιλαμβάνονται σε διάφορους φαρμακευτικούς συνδυασμούς ή τρόφιμα. Τέλος, έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία διάφορα φάρμακα άλλων κατηγοριών όπως ο αναστολέας των διαύλων ασβεστίου, νιφεδιπίνη, το αντικαταθλιπτικό δοξεπίνη και ο διεγέρτης των αδρενεργικών υποδοχέων τερβουταλίνη. (Χαράλαμπος Γκούβας, 2008).

Χρήση κορτιζόνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα συστηματικά κορτικοστεροειδή δεν συνιστώνται στην αντιμετώπιση της κνίδωσης, παρά μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις και για βραχύ χρονικό διάστημα. Η κορτιζόνη και τα παράγωγα (πρεδνιζόνη) δεν είναι φάρμακα εκλογής στην κνίδωση, μπορεί όμως να χορηγηθούν σε επιλεγμένες περιπτώσεις εάν και έχουν αστοχήσει τα προηγούμενα φάρμακα και εφόσον δεν υπάρχει αντένδειξη για τη χορήγησή τους. Δρουν τόσο στην οξεία όσο και τη χρόνια κνίδωση, η διακοπή τους όμως ακολουθείται αρκετά συχνά από υποτροπή του εξανθήματος. Σε αυτές τις δύσκολες και ανθεκτικές περιπτώσεις, κρίνεται συνεπώς ενδεδειγμένη η παρέμβαση δερματολόγου ή αλλεργιολόγου γιατρού. Πιθανόν ο ασθενής να χρειασθεί να υποβληθεί σε δερματολογικά αλλεργικά τεστ με σκοπό την ανεύρεση του υπεύθυνου αλλεργιογόνου και στη συνέχεια να γίνει θεραπεία απευαισθητοποίησης.

Πρόγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κνίδωση διαρκεί συνήθως από λίγες μέρες έως 6 εβδομάδες. Το 50% των ασθενών πού η κνίδωσή τους διαρκεί πάνω από 6 εβδομάδες θα την έχουν για πολλά χρόνια, εφόσον όμως είναι καλά ενημερωμένοι δεν αποτελεί επικίνδυνη πάθηση.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφικές παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Γκούβας Χαράλαμπος: «Κνίδωση των άνω άκρων. Διάγνωση και θεραπεία». Πανελλήνιο Ορθοπεδικό Συνέδριο, Αθήνα, 1990.
  2. Charlesworth EN: Urticaria and Angioedema: Ann. Allergy Asthma Immunology 1996; 76:484).
  3. 3,0 3,1 Current Medical Diagnosis & Treatment, εκδόσεις Appletton και Lange , ΗΠΑ, 1998, σελίδα 150.
  4. 4,0 4,1 4,2 Harvell J: Contact Urticaria and its mechanisms. Food Chem Toxicology 1994; 32:103
  5. Sveum RJ: Urticaria: The diagnostic Challenge of hives. Postrad. Medicine, 100:77
  6. Εθνικό Συνταγολόγιο, Έκδοση 1997, σελ.167

Άλλες πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Φερτάκης Αριστομένης: Urticaria: Περιοδικό «TΟ ΙΑΤΡΕΙΟ» , Σεπτέμβριος 1998 / τεύχος 9, σελ. 22. και Περιοδικό «ΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ» / Μάρτιος 1998 / Τεύχος 3 / Σελ. 14: από τον Δρ.Αριστομένη Φερτάκη, Καθηγητή Παθοφυσιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Kanwar AJ: Approach to the patient with chronic Urticaria. Hosp. Pract. 1996 Mar. 15, 31 : 175, 183, 187.
  • Greaves MW: Chronic Urticaria. New England Journal of Medicine 1995; 332:1767
  • Fox RW: Uptade on Urticaria and Angioedema: A clinical spectrum.. Allergy Proc. 1995;16:289