Κλασικός φιλελευθερισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο κλασικός φιλελευθερισμός είναι μια πολιτική φιλοσοφία και ιδεολογία που εντάσσεται στο φιλελευθερισμό, με κύρια έμφαση στην προάσπιση της ελευθερίας του ατόμου μέσω του περιορισμού της ισχύος του κράτους. Η φιλοσοφία αυτή εμφανίστηκε ως απάντηση στη βιομηχανική επανάσταση και την αστικοποίηση του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ[1]. Προάγει τα ατομικά δικαιώματα με περιορισμένη κρατική εξουσία υπό κράτος δικαίου, την ατομική περιουσία και την πίστη στην οικονομική πολιτική του laissez-faire[2][3][4]. Ο κλασικός φιλελευθερισμός έχει κτιστεί πάνω σε ιδέες που αναδύθηκαν ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα, όπως αυτές των Άνταμ Σμιθ, Τζων Λοκ, Ζαν-Μπατίστ Σε, Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους και Ντέηβιντ Ρικάρντο. Συνετέλεσε στην ψυχολογική κατανόηση της ατομικής ελευθερίας, των αντικρουόμενων θεωριών του Φυσικού Δικαίου και του Ωφελιμισμού και στην πίστη στην πρόοδο[5].

Τόσο ο σύγχρονος αμερικάνικος συντηρητισμός και ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αποσπάστηκαν από τον κλασικό φιλελευθερισμό στις αρχές του 20ού αιώνα. Εκείνη την εποχή οι συντηρητικοί υιοθέτησαν τα πιστεύω του κλασικού φιλελευθερισμού αναφορικά με την προστασία των οικονομικών αστικών ελευθεριών. Αντιστρόφως, οι κοινωνικά φιλελεύθεροι (ή σοσιαλφιλελεύθεροι) υιοθέτησαν την πίστη του κλασικού φιλελευθερισμού στην υπεράσπιση των κοινωνικών αστικών ελευθεριών. Καμία ιδεολογία δεν υιοθέτησε αμιγή την πίστη του κλασικού φιλελευθερισμού ότι η κυβέρνηση υπάρχει για να προστατεύει και τις κοινωνικές και τις οικονομικές αστικές ελευθερίες. Ο συντηρητισμός μοιράζεται την ιδεολογική συμφωνία επί του περιορισμού της κυβερνητικής παρέμβασης στην ικανότητα των πολιτών να πωλούν τα προϊόντα, τις υπηρεσίες ή την εργασία τους σε οποιονδήποτε επιλέγουν χωρίς κανένα περιορισμό, εκτός των σπάνιων περιπτώσεων στις οποίες διακυβεύεται η γενική κοινωνική ευημερία[6]. Ένα παράδειγμα σχετικά με τις πεποιθήσεις του κοινωνικού φιλελευθερισμού στο θέμα του ρόλου της κυβέρνησης βρίσκεται στη θεωρία του Τόμας Χομπς ότι η κυβέρνηση δημιουργήθηκε από τα άτομα, προκειμένου αυτή να προστατεύει το ένα από το άλλο[7].

Η σημασία του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Κλασικός Φιλελευθερισμός εξελίχθηκε σε Νεοκλασικό Φιλελευθερισμό (ή Νεοφιλελευθερισμό), ο οποίος υποστήριξε ότι το κράτος θα πρέπει να είναι όσο γίνεται μικρότερο, προκειμένου να είναι δυνατή η άσκηση της ατομικής ελευθερίας. Στην πιο ακραία του μορφή, υποστήριξε τον Κοινωνικό Δαρβινισμό. Ο ελευθερισμός (libertarianism) είναι μία σύγχρονη μορφή του Νεοκλασικού Φιλελευθερισμού[8].

Ο όρος Κλασικός Φιλελευθερισμός χρησιμοποιήθηκε εκ των υστέρων για τη διάκριση του φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα από τον νεότερο κοινωνικό φιλελευθερισμό (ή σοσιαλφιλελευθερισμό)[9]. Ο Κλασικός Φιλελευθερισμός χρησιμοποιείται, επίσης, πολλές φορές για να δηλώσει όλες τις μορφές του Φιλελευθερισμού που είχαν εμφανισθεί πριν από τον 20ο αιώνα. Κάποιοι συντηρητικοί και δεξιοί ελευθεριακοί χρησιμοποιούν τον όρο Κλασικός Φιλελευθερισμός για να περιγράψουν την πίστη τους στην υπεροχή της οικονομικής ελευθερίας και στο ελάχιστο κράτος. Δεν είναι πάντα σαφές ποια έννοια αποδίδεται στον όρο[10][11][12].

Εξέλιξη βασικών πεποιθήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι βασικές πεποιθήσεις των κλασικών φιλελεύθερων περιελάμβαναν νέες ιδέες —οι οποίες προερχόταν τόσο από την παλαιότερη συντηρητική ιδέα της «κοινωνίας ως οικογένεια», όσο και από την μετέπειτα κοινωνιολογική έννοια της κοινωνίας ως πολύπλοκο σύνολο κοινωνικών δικτύων — ότι τα άτομα ήταν «εγωιστικά, ψυχρά υπολογιστικά, ουσιαστικά αδρανή και ατομιστικά»[13] και ότι η κοινωνία δεν ήταν κάτι άλλο παρά άθροισμα μεμονωμένων μελών της[14].

Αυτές οι πεποιθήσεις συμπληρώθηκαν από την πεποίθηση ότι οι «εργάτες», δηλαδή άτομα χωρίς κεφάλαιο, μπορεί να υποκινούνται μόνο από τον φόβο της πείνας και από μια ανταμοιβή, ενώ «οι άνδρες υψηλότερης στάθμης» μπορεί να υποκινηθούν και από φιλοδοξία. Αυτό οδήγησε τους πολιτικούς της εποχής να περάσουν στο Ηνωμένο Βασίλειο την Τροποποίηση 1834 στον Νόμο Περί Φτώχειας, που περιόρισε την παροχή κοινωνικής βοήθειας, επειδή οι κλασικοί φιλελεύθεροι πίστευαν στην «αδέσμευτη αγορά» ως το μηχανισμό που θα οδηγήσει πιο αποτελεσματικά στον εθνικό πλούτο. Υιοθετώντας τη θεωρία του πληθυσμού του Τόμας Μάλθους, θεώρησαν τις συνθήκες φτώχειας των πόλεων ως αναπόφευκτες, καθώς πίστευαν ότι η αύξηση του πληθυσμού θα ξεπεράσει την παραγωγή τροφίμων. Το θεώρησαν μάλιστα επιθυμητό, καθώς η πείνα θα συνέβαλε στον περιορισμό της αύξησης του πληθυσμού. Αντιτέθηκαν σε οποιαδήποτε αναδιανομή εισοδήματος ή πλούτου, η οποία πίστευαν ότι διασκορπιζόταν από τις χαμηλότερες τάξεις[15].

Με βάση επιλεγμένες ιδέες του Άνταμ Σμιθ, οι κλασικοί φιλελεύθεροι πίστευαν ότι όλα τα άτομα είναι σε θέση να επιδιώξουν το ίδιο ελεύθερα τη δική τους οικονομική αυτοτέλεια, χωρίς κυβερνητική καθοδήγηση, εξυπηρετώντας το κοινό καλό[16]. Επέκριναν το κράτος πρόνοιας[17] ως παρεμβατικό σε μια ελεύθερη αγορά. Επέκριναν τα ομαδικά εργατικά δικαιώματα που επιδιώκονταν εις βάρος των ατομικών δικαιωμάτων[18], ενώ αποδέχθηκαν τα δικαιώματα μεγάλων επιχειρήσεων που επιδιώκονταν σε βάρος της ανισότητας της διαπραγματευτικής ισχύος, όπως σημείωνε ο Άνταμ Σμιθ[19]:

« Ένας ιδιοκτήτης γης, ένας αγρότης, ένας κύριος κατασκευαστής, έμπορος, ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιούσαν ούτε ένα εργάτη, θα μπορούσαν γενικά να ζήσουν ένα χρόνο ή δύο από το απόθεμα που είχαν ήδη αποκτήσει. Πολλοί εργάτες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν μια εβδομάδα, ενώ λίγοι θα μπορούσαν ένα μήνα και σπάνια ένα χρόνο χωρίς εργασία. Μακροπρόθεσμα, ο εργάτης μπορεί να είναι το ίδιο απαραίτητος στον κύριό του όσο ο κύριός του σε αυτόν· αλλά η αναγκαιότητα δεν είναι τόσο άμεση.  »

Με την εμφάνιση του κοινωνικού φιλελευθερισμού απαγορεύτηκε η παιδική εργασία, εισήχθησαν τα ελάχιστα πρότυπα ασφάλειας των εργαζομένων, ο κατώτατος μισθός και οι συντάξεις γήρατος, ενώ θεσπίστηκαν κανονισμοί στη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με στόχο την καταπολέμηση των κυκλικών υφέσεων, των μονοπωλίων και των καρτέλ. Είχαν αντιμετωπιστεί από τον κλασικό φιλελευθερισμό ως άδικη παρέμβαση του κράτους[20]. Αντί για αυτό, υποστηρίχθηκε αυτό που ονομάστηκε ισχνό κράτος το οποίο υπηρετούσε μόνο τις ακόλουθες λειτουργίες:

  • προστασία από ξένους εισβολείς, που επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει και την προστασία των υπερπόντιων αγορών μέσω ένοπλης επέμβασης,
  • προστασία των πολιτών από τις αδικίες που διαπράχθηκαν εναντίον τους από άλλους πολίτες, που σήμαινε την προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της εφαρμογής των συμβάσεων και την κατάργηση των συνδικάτων όπως και του κινήματος των «χαρτιστών»,
  • δημιουργία και διατήρηση των δημόσιων θεσμών και
  • «δημόσια έργα» που περιελάμβαναν ένα σταθερό νόμισμα, πρότυπα μέτρων και σταθμών, και την υποστήριξη οδών, καναλιών, λιμανιών, σιδηροδρόμων, καθώς και υπηρεσίες ταχυδρομείων και άλλων επικοινωνιών[21].

Πίστευαν ότι τα δικαιώματα είναι αρνητικής φύσης που απαιτούν άλλα άτομα (και κυβερνήσεις) να απόσχουν από κάθε παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά, ενώ ο κοινωνικός φιλελευθερισμός πιστεύει ότι η εργασία είναι ένα δικαίωμα που πρέπει να παρέχεται με ορισμένες παροχές ή υπηρεσίες μέσω φόρων που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις[22].

Οι βασικές πεποιθήσεις των κλασικών φιλελεύθερων περιελάμβαναν επίσης την πεποίθησή τους ενάντια στην άμεση δημοκρατία, όπου το δίκαιο δημιουργείται από την πλειοψηφία των πολιτών, διότι «δεν υπάρχει τίποτα στην γυμνή ιδέα του κανόνα της πλειοψηφίας που να αποδεικνύει ότι οι πλειοψηφίες θα σέβονται πάντα τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας ή τη διαφύλαξη του κράτους δικαίου»[23]. Για παράδειγμα, ο Τζέιμς Μάντισον επιχειρηματολόγησε υπέρ μιας συνταγματικής δημοκρατίας με προστασία της προσωπικής ελευθερίας αντί για μια άμεση δημοκρατία, επιχειρηματολογώντας ότι, σε μια άμεση δημοκρατία, «ένα κοινό πάθος ή ενδιαφέρον θα αγγίξει, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, την πλειοψηφία του συνόλου ... και δεν υπάρχει τίποτα για να ελέγξει την προτροπή να θυσιαστεί το ασθενέστερο μέρος...»[24].

Kατά Χάγιεκ τυπολογία πεποιθήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φρίντριχ Χάγιεκ εντόπισε δύο διαφορετικές παραδόσεις εντός του κλασικού φιλελευθερισμού: Την «βρετανική παράδοση» και την «γαλλική παράδοση». Ο Χάγιεκ είδε τους Βρετανούς φιλόσοφους Μπέρναρντ Μάντεβιλ, Ντέιβιντ Χιουμ, Άνταμ Σμιθ, Άνταμ Φέργκιουσον, Τζόσια Τέκερ, Έντμουντ Μπερκ και Ουίλιαμ Πάλεϊ ως εκπρόσωπους μιας παράδοσης που θεμελιώνει τις πεποιθήσεις της στον εμπειρισμό, στο εθιμικό δίκαιο, στο common law, και στις παραδόσεις και τους θεσμούς που είχαν αυθόρμητα εξελιχθεί, αλλά δεν ήταν πλήρως κατανοητοί. Η γαλλική παράδοση περιελάμβανε τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, Νικολά ντε Κοντορσέ, τους Εγκυκλοπαιδιστές[25] και τους Φυσιοκράτες. Η παράδοση αυτή πίστευε στον ορθολογισμό και μερικές φορές έδειξε εχθρότητα προς την παράδοση και τη θρησκεία. Ο Χάγιεκ αποδέχθηκε ότι οι εθνικές ετικέτες δεν αντιστοιχούν ακριβώς σε αυτούς που ανήκουν στην κάθε παράδοση: αναγνώρισε ότι οι Γάλλοι Μοντεσκιέ, Κονστάντ και Ντε Τοκβίλ ανήκουν στην «βρετανική παράδοση» και οι Βρετανοί Τόμας Χομπς, Τζόζεφ Πρίστλεϊ, Ρίτσαρντ Πράις και Τόμας Πέιν ανήκουν στη «γαλλική παράδοση»[26]. Ο Χάγιεκ απέρριψε επίσης την ετικέτα laissez faire ως προερχόμενη από τη γαλλική παράδοση και σαν ξένη προς τις πεποιθήσεις των Χιουμ, Σμιθ και Μπερκ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κλασικός φιλελευθερισμός στη Μεγάλη Βρετανία προέκυψε από τους Ουίγους (Whigs) και τους «ριζοσπαστικούς» και αποτελούσε μια καινούργια ιδεολογία. Η ιδεολογία των Ουίγων είχε γίνει η κυριαρχούσα ιδεολογία μετά την «Ένδοξη Επανάσταση» του 1688 και συνδέθηκε με την προστασία του κοινοβουλίου, του κράτους δικαίου και την προάσπιση των περιουσιακών δικαιωμάτων επί των γαιών. Τα δικαιώματα για αυτούς φαίνεται να προκύπτουν από κάποιο αρχαίο σύνταγμα, το οποίο υπήρχε προ «αμνημονεύτων ετών». Αυτά τα δικαιώματα, στα οποία πολλοί Ουίγοι θεωρούσαν πως συμπεριλαμβάνονταν και η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία του τύπου, δικαιολογούνταν περισσότερο από την εθιμοτυπία παρά από φυσικά δικαιώματα. Αυτοί πίστευαν πως η εκτελεστική εξουσία έπρεπε να είναι περιορισμένη. Ενώ υποστήριζαν το περιορισμένο δικαίωμα ψήφου, θεωρούσαν πως αυτό είναι περισσότερο προνόμιο, παρά δικαίωμα. Παρά ταύτα, δεν υπήρχε συνοχή στην ιδεολογία των Ουίγων, και διάφοροι συγγραφείς όπως ο Τζων Λοκ, ο Ντέιβιντ Χιουμ, ο Άνταμ Σμιθ και ο Έντμουντ Μπερκ επηρέαζαν τους οπαδούς τους, αν και κανείς από αυτούς δεν ήταν καθολικά αποδεκτός[27].

Οι Βρετανοί προοδευτικοί, από την δεκαετία του 1790 ως τη δεκαετία του 1820, επικεντρώθηκαν στις κοινοβουλευτικές και εκλογικές μεταρρυθμίσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στα φυσικά δικαιώματα και τη λαϊκή κυριαρχία. Ο Richard Price και ο Joseph Priestley προσάρμοσαν τις θέσεις του Λοκ στα πλαίσια της προοδευτικής ιδεολογίας[27]. Οι προοδευτικοί έβλεπαν τις κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις ως ένα πρώτο βήμα για την ικανοποίηση των πολλών αιτημάτων τους σχετικά με τη μεταχείριση των Αντιφρονούντων Προτεσταντών, το δουλεμπόριο και τις υψηλές τιμές και φόρους[28].

Ωστόσο οι κλασικοί φιλελεύθεροι είχαν μεγαλύτερη ιδεολογική ομογένεια από αυτήν των Ουίγων. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι πίστευαν στον ατομικισμό, την ελευθερία και στα ίσα δικαιώματα. Θεωρούσαν πως πρέπει να υπάρχει ελεύθερη αγορά με πολύ μικρή παρέμβαση. Συγγραφείς όπως ο John Bright και ο Richard Cobden αντιτάχθηκαν στα αριστοκρατικά προνόμια και ιδιοκτησία, καθώς πίστευαν πως αποτελεί τροχοπέδη στη δημιουργία μιας τάξης μικρών γαιοκτημόνων. Μερικοί Ουίγοι δεν αποδέχτηκαν αυτήν τη νέα θεώρηση, και είχαν ενστάσεις σχετικά με την εμπορική φύση του κλασικού φιλελευθερισμού. Αυτοί συνδέθηκαν με τον συντηρητισμό[29].

Συνέλευση της Anti-Corn Law League στο Exeter Hall το 1846

Ο κλασικός φιλελευθερισμός υπήρξε η κυρίαρχη πολιτική θεωρία στην Βρετανία από τον 19ο αιώνα έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αξιοσημείωτα κατορθώματα των κλασικών φιλελεύθερων ήταν η κίνηση της Χειραφέτησης των Ρωμαιοκαθολικών του 1829, η κίνηση της Λαϊκής Αντιπροσώπευσης του 1832 και η ακύρωση του «Νόμου του Καλαμποκιού» το 1846. Τα μέλη του «Συνδέσμου κατά του Νόμου του Καλαμποκιού» (Anti-Corn Law League) συνέπηξε ένα συνασπισμό από φιλελεύθερες και προοδευτικές ομάδες που υποστήριζαν το ελεύθερο εμπόριο, υπό την ηγεσία των Richard Cobden και John Bright, οι οποίοι αντιτίθονταν στον μιλιταρισμό και την δημόσια δαπάνη. Οι πολιτικές τους σχετικά με τη χαμηλή δημόσια δαπάνη και χαμηλή φορολογία υιοθετήθηκαν από τον William Ewart Gladstone όταν ανέλαβε Υπουργός Οικονομικών και αργότερα πρωθυπουργός. Ο κλασικός φιλελευθερισμός συχνά συσχετιζόταν με θρησκευτική ανυπακοή και αντικομφορμισμό[30].

Αν και οι κλασικοί φιλελεύθεροι αποσκοπούσαν σε ελάχιστη κρατική δραστηριότητα, αποδέχτηκαν την αρχή της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία από τις αρχές του 19ου αιώνα με τους νόμους για την Βιομηχανική Δραστηριότητα. Περίπου την περίοδο 1840 έως το 1860, οι υποστηρικτές της ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας (laissez-faire) από τη σχολή του Μάντσεστερ και αρθρογράφοι του Economist ήταν σίγουροι πως οι αρχικές νίκες τους θα οδηγούσαν σε μεγάλες περιόδους οικονομικής και κοινωνικής ελευθερίας, καθώς και σε περιόδους παγκόσμιας ειρήνης. Παρόλα αυτά οι προσβλέψεις τους ανατράπηκαν εξαιτίας της αύξησης της κρατικής παρέμβασης και δραστηριότητας από την δεκαετία του 1850. Οι Jeremy Bentham και James Mill, αν και υποστηρικτές της ελεύθερης οικονομικής δραστηριότητας (laissez-faire), της ουδετερότητας στις διεθνείς σχέσεις και ατομικής ελευθερίας, πίστευαν πως οι κοινωνικοί θεσμοί θα μπορούσαν να επανασχεδιαστούν σύμφωνα με τις αρχές του Ωφελιμισμού. Ο συντηρητικός πρωθυπουργός Benjamin Disraeli, απέρριψε συλλήβδην τον κλασικό φιλελευθερισμό και υποστήριξε τον Συντηρητισμό με τη μορφή της «Δημοκρατίας των Τόρις». Ως το 1870, ο Χέρμπερτ Σπένσερ και άλλοι κλασικοί φιλελεύθεροι αντιλήφθηκαν πως η ιστορική εξέλιξη γυρνούσε εναντίον τους[31]. Ως τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Φιλελεύθερο Κόμμα είχε εγκαταλείψει ένα πολύ μεγάλο μέρος των αρχών του κλασικού φιλελευθερισμού[32].

Οι αλλαγές των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών του 19ου αιώνα οδήγησαν στο σχίσμα μεταξύ νέο-κλασικών φιλελεύθερων και σοσιαλ-φιλελεύθερων, οι οποίοι, αν και συμφωνούσαν στη σημασία της ατομικής ελευθερίας, διαφωνούσαν στο ρόλο του κράτους. Οι νέο-κλασικοί φιλελεύθεροι, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν «πραγματικοί φιλελεύθεροι», θεωρούσαν την «Δεύτερη Πραγματεία» του Λοκ ως τον καλύτερο οδηγό, και υποστήριζαν τον περιορισμό του κράτους, ενώ οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι υποστήριζαν την κρατική ρύθμιση και το κράτος πρόνοιας. Ο Χέρμπερτ Σπένσερ στην Βρετανία και ο Ουίλιαμ Γκράχαμ Σάμνερ στις ΗΠΑ ήταν οι πρωτοπόροι νεοκλασικοί θεωρητικοί του 19ου αιώνα[33]. Ο νεοκλασικός φιλελευθερισμός έχει συνεχιστές μέχρι και τη σημερινή εποχή, με συγγραφείς όπως ο Ρόμπερτ Νόζικ[34].

Στην Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ο φιλελευθερισμός επικράτησε και άντεξε πιο εύκολα, διότι τα ιδανικά του είχαν μικρή αντιπολίτευση, σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου ήρθε αντιμέτωπος με συγκεκριμένα συμφέροντα. Σε ένα έθνος αγροτών, ιδιαίτερα αγροτών που είχαν σκλάβους, δινόταν μικρή σημασία στην οικονομική πλευρά του φιλελευθερισμού. Ο Τόμας Τζέφερσον υιοθέτησε πολλά ιδανικά του φιλελευθερισμού, αλλά στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας αντικατέστησε την έκφραση του Λοκ «ζωή, ελευθερία και ιδιοκτησία» με το πιο σοσιαλ-φιλελεύθερο «ζωή, ελευθερία και αναζήτηση της ευτυχίας»[35]. Με την συνεχή εξέλιξη και επέκταση των ΗΠΑ, η βιομηχανία έπαιζε όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην ζωή των πολιτών. Έτσι κατά την περίοδο της θητείας του πρώτου λαϊκιστή Προέδρου των ΗΠΑ, Άντριου Τζάκσον, αρχίζει ο εκτεταμένος σε σχέση με το παρελθόν προβληματισμός σχετικά με την πορεία της οικονομίας. Οι ιδέες γύρω από την οικονομία κατά την εποχή Τζάκσον χαρακτηρίζονται σχεδόν στο σύνολό τους ως φιλελεύθερες. Η ελευθερία μεγιστοποιήθηκε όταν η κυβέρνηση καθιέρωσε ως πολιτική της την μη παρέμβαση της στην βιομηχανική ανάπτυξη, ενώ παράλληλα υποστήριξε το νόμισμα με την άμεση μετατρεψιμότητά του σε χρυσό από την ίδια, χωρίς καμία προϋπόθεση. Οι ιδέες του κλασικού φιλελευθερισμού παρέμειναν αλώβητες έως την έναρξη μιας σειράς κρίσεων, που σύμφωνα με τα κλασικά οικονομικά ήταν αδύνατον να συμβούν, και οι οποίες δημιούργησαν οικονομικές δυσκολίες των ψηφοφόρων που ζητούσαν ανακούφιση. Μάλιστα στις 9 Ιουλίου 1896, στο συνέδριο των Δημοκρατικών, ο Ουίλιαμ Τζένιγκς Μπράιαν είπε τη γνωστή φράση «δεν θα σταυρώσετε τον Αμερικανό αγρότη σε χρυσό σταυρό». Ο κλασικός φιλελευθερισμός παρέμεινε η ορθόδοξη κουλτούρα των Αμερικανών επιχειρηματιών έως την Μεγάλη Ύφεση του 1929[36]. Μετά τη Μεγάλη Ύφεση, ο φιλελευθερισμός άλλαξε ραγδαία, οδηγώντας στον σύγχρονο φιλελευθερισμό. Όπως είπε και ο Arthur Schlesinger Jr :

« Όταν η αυξάνουσα περιπλοκότητα των παραγωγικών συνθηκών απαιτούσε αύξηση της κρατικής παρέμβασης ούτως ώστε να διασφαλιστούν περισσότερες ίσες ευκαιρίες, η φιλελεύθερη παράδοση, πιστή στον σκοπό της και όχι στο δόγμα, άλλαξε τον τρόπο που έβλεπε το κράτος, και προέκυψε η ιδέα του κράτους πρόνοιας, μέσω του οποίου η κυβέρνηση επωμίστηκε την υποχρέωση να διατηρήσει υψηλά ποσοστά απασχόλησης στην οικονομία, να επιβλέπει τα επίπεδα του προσδόκιμου ζωής και συνθηκών εργασίας, να ρυθμίζει τον επιχειρηματικό ανταγωνισμό, και να καθιερώσει ένα παραγωγικό σύστημα κοινωνικής ασφάλειας.[37]  »

Πνευματικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τζων Λοκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Τζων Λοκ

Η ανάλυση των «Second Treatise of Government» και «A Letter Concerning Toleration» του Τζων Λοκ, με τη δεύτερη να έχει συγγραφεί προς υπεράσπιση της «Ένδοξης Επανάστασης» του 1688, κυριάρχησε στην ιδεολογία του κλασικού φιλελευθερισμού. Παρότι τα εν λόγω κείμενα θεωρούνταν πολύ ακραία για την εποχή από τους νέους ηγέτες της Βρετανίας, αναφέρθηκαν αργότερα από τους Ουίγους, ακραίους και υποστηρικτές της Αμερικάνικης Επανάστασης[38]. Παρόλα αυτά, δεν εξέφρασε ύστερη φιλελεύθερη σκέψη στα κείμενά του ή υπήρχαν σποραδικές αναφορές, με αποτέλεσμα αυτά να ποικίλουν σε αναλύσεις. Για παράδειγμα γίνεται πολύ περιορισμένος λόγος για τον συνταγματισμό, τη διάκριση των εξουσιών και την ελεγχόμενη κυβέρνηση[39]. Ο James L. Richardson κατηγοριοποίησε το έργο του Locke σε πέντε κύριες θεματικές: την διαφορετικότητα, την αποδοχή (κοινωνική συγκατάβαση), το κράτος δικαίου και την κυβέρνηση ως θεματοφύλακά του, την αξία της ιδιοκτησίας και την θρησκευτική ανοχή. Παρότι ο Λοκ δεν ανέπτυξε θεωρία φυσικών δικαιωμάτων, εντούτοις οραματίστηκε τα άτομα στη φυσική τους κατάσταση ως ελεύθερα και ίσα. Το άτομο, και όχι η κοινωνία ή οι θεσμοί, ήταν το σημείο αναφοράς. Ο Λοκ πίστευε πως η άδεια στην κυβέρνηση δινόταν ατομικά και κατ’ επέκταση η εξουσία πήγαζε από το λαό και όχι το αντίθετο. Αυτή η ιδέα ενέπνευσε μεταγενέστερα επαναστατικά κινήματα[40].

Η κυβέρνηση, ως θεματοφύλακας, αναμενόταν να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του λαού, όχι των ηγετών, και οι ηγέτες να ακολουθούν του νόμους που θεσπίστηκαν από το νομοθετικό σώμα. Ο Λοκ επίσης πίστευε ότι οι άνθρωποι συγκροτούσαν συνασπισμούς και συνιδιοκτησίες με σκοπό την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας τους. Παρά την αμφισημία του προσδιορισμού του Λοκ για την ιδιοκτησία, που την περιόριζε σε «όση γη ο άνθρωπος οργώνει, φυτεύει, βελτιώνει, καλλιεργεί και μπορεί να χρησιμοποιήσει τα προϊόντα της», η ιδέα αυτή βρήκε μεγάλο κοινό σε όσους κατείχαν πολύ πλούτο[41].

Ο Locke υποστήριζε ότι το άτομο είχε το δικαίωμα να υιοθετεί τα δικά του θρησκευτικά πιστεύω και το κράτος δεν θα έπρεπε να επιβάλλει θρήσκευμα στους διαφωνούντες Προτεστάντες. Αλλά υπήρχαν περιορισμοί. Καμία ανοχή ως προς τους άθεους, που χαρακτηρίζονταν ως ανήθικοι, ή στους Καθολικούς, που θεωρούνταν ότι υποστηρίζουν περισσότερο τον Πάπα παρά την ίδια τους την κυβέρνηση[42].

Άνταμ Σμιθ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Άνταμ Σμιθ

«Ο Πλούτος των Εθνών» του Άνταμ Σμιθ, που εκδόθηκε το 1776, παρείχε τις περισσότερες ιδέες για την οικονομία, τουλάχιστον μέχρι την δημοσίευση του «Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας» του Τζον Στιούαρτ Μιλ το 1848[43]. Ο Σμιθ ασχολήθηκε με το κίνητρο για την οικονομική δραστηριότητα, τα αίτια των τιμών και την κατανομή του πλούτου, και τις πολιτικές που το κράτος πρέπει να ακολουθήσει για να μεγιστοποιήσει τον πλούτο[44]. Ο Σμιθ έγραψε ότι όσο η προσφορά, η ζήτηση, οι τιμές κι ο ανταγωνισμός αφήνονται ελεύθερα, χωρίς κρατική παρέμβαση, η επιδίωξη του ιδιοτελούς συμφέροντος, αντί του αλτρουισμού, θα μεγιστοποιεί τον πλούτο της κοινωνίας[45] μέσω της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών με σκοπό το κέρδος. Ένα «αόρατο χέρι» θα καθοδηγεί ιδιώτες κι επιχειρήσεις να εργαστούν για το καλό του έθνους, ως μια ακούσια συνέπεια των προσπαθειών για μεγιστοποίηση των δικών τους κερδών. Αυτό παρείχε μια ηθική δικαιολογία για τη συσσώρευση του πλούτου, η οποία είχε στο παρελθόν θεωρηθεί από κάποιους ως αμαρτωλή[44].

Ο Σμιθ υπέθεσε ότι οι εργαζόμενοι θα πληρώνονταν το χαμηλότερο δυνατόν που θα τους επέτρεπε να επιβιώσουν, υπόθεση που αργότερα εξελίχθηκε απο τους Ρικάρντο και Μάλθους στο "Iron Law of Wages"[46]. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα ωφέλη από το ελεύθερο εσωτερικό και διεθνές εμπόριο, το οποία πίστευε ότι θα μπορούσαν να αυξήσουν τον πλούτο μέσω της εξειδίκευσης της παραγωγής[47]. Επίσης αντιτάχθηκε στις περιοριστικές εμπορικές προτιμήσεις, στις κρατικές επιχορηγήσεις των μονοπωλίων, στις εργοδοτικές οργανώσεις και τα εργατικά συνδικάτα[48]. Πίστευε ότι η κυβέρνηση θα έπρεπε να περιορίζεται στην άμυνα, τα δημόσια έργα και την απονομή της δικαιοσύνης, χρηματοδοτούμενη από φόρους με βάση το εισόδημα[49].

Οι οικονομικές ιδέες του Σμιθ εφαρμόστηκαν στην πράξη τον 19ο αιώνα, με την μείωση των δασμών το 1820, την κατάργηση του Poor Relief Act, το οποίο περιόριζε την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, το 1834, και του τέλους της κυριαρχίας της «Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών» επί της Ινδίας το 1858[50].

Σε, Μάλθους και Ρικάρντο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πέρα από την κληρονομιά του Άνταμ Σμιθ, ο νόμος του Σε (ή αλλιώς νόμος της αγοράς), η θεωρία του πληθυσμού του Μάλθους και ο σιδηρούς νόμος των μισθών του Ρικάρντο έγιναν κεντρικά δόγματα της κλασικής πολιτικής οικονομίας. Η απαισιόδοξη φύση αυτών των θεωριών οδήγησε τον Carlyle να αποκαλέσει τα οικονομικά ως την κατεξοχήν «ζοφερή επιστήμη» και παρείχε τη βάση της κριτικής σε βάρος του καπιταλισμού από τους αντιπάλους του[51].

Ο Ζαν-Μπατίστ Σε ήταν Γάλλος οικονομολόγος, ο οποίος εισήγαγε τις οικονομικές θεωρίες του Άνταμ Σμιθ στη Γαλλία και του οποίου τα σχόλια στις θεωρίες του Σμιθ διαβάζονταν τόσο στη Γαλλία όσο και στη Βρετανία[50]. Ο Σε αμφισβήτησε την εργασιακή θεωρία της αξίας του Σμιθ, υποστηρίζοντας ότι οι τιμές καθορίζονται από τη χρησιμότητα/ωφελιμότητα του αγαθού, και τόνισε επίσης τον κρίσιμο ρόλο του επιχειρηματία στην οικονομία. Ωστόσο, καμία από τις παρατηρήσεις αυτές δεν έγιναν αποδεκτές από τους Βρετανούς οικονομολόγους της εποχής. Η σημαντικότερη συμβολή του στην οικονομική σκέψη ήταν ο «νόμος του Σε», ο οποίος, σύμφωνα με την ερμηνεία των κλασικών οικονομολόγων, υποστήριζε ότι δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί πλεονασματική παραγωγή σε μια αγορά, αλλά πάντα θα υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης[52]. Αυτή η γενική πεποίθηση επηρέασε τις κυβερνητικές πολιτικές έως τη δεκαετία του 1930. Έπειτα από αυτό το νόμο, δεδομένου ότι ο οικονομικός κύκλος θεωρήθηκε αυτορυθμιζόμενος, η κυβέρνηση δεν παρενέβη σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, διότι η οποιαδήποτε παρέμβαση θεωρήθηκε μάταιη[53].

Ο Τόμας Μάλθους έγραψε δύο βιβλία, τη «Μελέτη πάνω στην αρχή του πληθυσμού», που δημοσιεύθηκε το 1798, και τις «Αρχές της πολιτικής οικονομίας», που δημοσιεύθηκε το 1820. Το δεύτερο βιβλίο, το οποίο αποτελούσε μια διάψευση του νόμου του Σε, είχε πολύ μικρή επίδραση στους σύγχρονους του οικονομολόγους[54]. Το πρώτο βιβλίο του, ωστόσο, άσκησε σημαντική επιρροή στον κλασικό φιλελευθερισμό. Σε αυτό το βιβλίο, ο Μάλθους υποστήριξε ότι η αύξηση του πληθυσμού θα υπερέβαινε την παραγωγή τροφίμων, επειδή ο πληθυσμός αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ η παραγωγή τροφίμων αυξάνεται με αριθμητική. Καθώς παρέχονται τρόφιμα στους ανθρώπους, αυτοί θα αναπαράγονται έως ότου η ανάπτυξή τους ξεπεράσει την διαθεσιμότητα σε τρόφιμα. Η φύση τότε αναγκαστικά θα εφαρμόσει έναν έλεγχο στην αύξηση του πληθυσμού, ο οποίος θα πάρει τη μορφή της αθλιότητας και της δυστυχίας. Κανενός είδους κέρδη στο εισόδημα δεν θα μπορούσαν να το εμποδίσουν αυτό, και κάθε μορφή κοινωνικής πρόνοιας για τους φτωχούς θα ήταν αυτοκαταστροφική. Οι φτωχοί ήταν στην πραγματικότητα οι ίδιοι υπεύθυνοι για τα δικά τους προβλήματα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει μέσω της αυτοσυγκράτησης[55].

Ο Ντέηβιντ Ρικάρντο, ο οποίος ήταν θαυμαστής του Άνταμ Σμιθ, κάλυψε πολλά από τα ίδια θέματα, αλλά, ενώ ο Σμιθ κατέληγε σε συμπεράσματα μέσα από ευρείες εμπειρικές παρατηρήσεις, ο Ρικάρντο χρησιμοποιούσε την επαγωγή, αντλώντας συμπεράσματα με τη λογική, έχοντας ως αφετηρία τις βασικές παραδοχές[56]. Ο Ρικάρντο αποδεχόταν την εργασιακή θεωρία της αξίας του Σμιθ, αλλά αναγνώρισε ότι η χρησιμότητα/ωφελιμότητα θα μπορούσε να επηρεάσει την τιμή ορισμένων σπάνιων αγαθών. Τα ενοίκια στις γεωργικές εκτάσεις θεωρούνταν αντίστοιχα με την πλεονασματική παραγωγή σε σχέση με ό,τι ήταν απαραίτητο από τους ενοίκους για τη διαβίωσή τους. Οι μισθοί θεωρούνταν ως το απαραίτητο ποσό για την επιβίωση των εργαζομένων και για την διατήρηση των σημερινών επιπέδων του πληθυσμού[57]. Σύμφωνα με τον σιδηρούν νόμο των μισθών, το ημερομίσθιο δεν θα μπορούσε ποτέ να αυξηθεί πέρα από τα επίπεδα διαβίωσης. Ο Ρικάρντο ερμήνευε τα κέρδη ως απόδοση επί του κεφαλαίου, το οποίο ήταν το προϊόν της εργασίας. Το συμπέρασμα όμως στο οποίο πολλοί κατέληγαν από τη θεωρία του ήταν ότι το κέρδος ήταν ένα πλεόνασμα που είχε ιδιοποιηθεί από τους καπιταλιστές και στο οποίο οι υπόλοιποι δεν είχαν κανένα δικαίωμα[58].

Ωφελιμισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ωφελιμισμός

Ο Ωφελιμισμός παρείχε την πολιτική εκλογίκευση για την εφαρμογή του οικονομικού φιλελευθερισμού από τις βρετανικές κυβερνήσεις, ο οποίος επρόκειτο να κυριαρχήσει στην οικονομική πολιτική από τη δεκαετία του 1830. Παρά το γεγονός ότι ο Ωφελισμός οδήγησε σε νομοθετική και διοικητική μεταρρύθμιση και τα μετέπειτα γραπτά του Τζον Στιούαρτ Μιλ, για το θέμα αυτό, προμήνυαν την ύπαρξη του κοινωνικού κράτους, χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την αιτιολόγηση της ελεύθερης οικονομίας (laissez faire)[59].

Η κεντρική ιδέα του Ωφελισμού, η οποία αναπτύχθηκε από τον Τζέρεμι Μπένθαμ, ήταν ότι η δημόσια πολιτική θα πρέπει να επιδιώκει να παρέχει «τη μεγαλύτερη κατά το δυνατόν ωφέλεια, για τον μεγαλύτερο κατά το δυνατόν αριθμό ατόμων». Αν και αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως δικαιολογία για την κρατική δράση, προκειμένου να μειώσει τη φτώχεια, χρησιμοποιήθηκε από τους κλασικούς φιλελεύθερους για να αιτιολογήσουν την αδράνεια, με το επιχείρημα ότι έτσι το καθαρό όφελος σε όλα τα άτομα θα είναι υψηλότερο[51].

Πολιτική οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κλασικοί φιλελεύθεροι θεώρησαν την ωφέλεια ως τη βάση των δημοσίων πολιτικών. Αυτό ήρθε σε ρήξη τόσο με τη συντηρητική έννοια της «παράδοσης», όσο και με την έννοια των «φυσικών δικαιωμάτων» της φιλοσοφίας του Τζον Λοκ, τις οποίες θεωρούσαν ως παράλογες. Η ωφέλεια, η οποία δίδει έμφαση σην ευτυχία των ατόμων, έγινε η κεντρική ηθική αξία του φιλελευθερισμού[60]. Αν και ο ωφελιμισμός ενέπνευσε ευρύτατους ανασχηματισμούς, απετέλεσε πρωτίστως μία δικαιολόγηση της πλήρως ελεύθερης (laissez-faire) οικονομικής θεωρίας. Παρ’ όλα ταύτα οι κλασικοί φιλελεύθεροι απέρριψαν την πεποίθηση του Άνταμ Σμιθ ότι το «αόρατο χέρι» θα οδηγούσε στο κοινό καλό και ενστερίσθηκαν την άποψη του Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους ότι η αύξηση του πληθυσμού θα απέτρεπε κάθε κοινό καλό, καθώς και την άποψη του Ντέηβιντ Ρικάρντο περί του αναποφεύκτου των ταξικών αντιθέσεων. Η πλήρως ελεύθερη οικονομία εθεωρείτο η μόνη δυνατή οικονομική προσέγγιση, ενώ κάθε παρέμβαση της κυβέρνησης εθεωρείτο άχρηστη και βλαπτική. Η υπεράσπιση του νόμου Poor Law Amendment Act του 1834 εδράστηκε σε «επιστημονικές ή οικονομικές αρχές» ενώ οι συντάκτες του νόμου Elizabethan Poor Law του 1601 εθεωρούντο ως μη έχοντες το πλεονέκτημα να έχουν μελετήσει τον Μάλθους[61].

Η αφοσίωση στην πλήρως ελεύθερη αγορά δεν ήταν καθολική. Ορισμένοι οι κονομολόγοι πρέσβευαν την κρατική στήριξη των δημοσίων έργων και της εκπαίδευσης. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι ήταν επίσης διχασμένοι στο θέμα του ελευθέρου εμπορίου. Ο Ρικάρντο, για παράδειγμα, εξέφρασε τις αμφιβολίες του για το κατά πόσο η κατάργηση των φόρων στα σιτηρά την οποία επαγγελόταν ο Ρίτσαρντ Κόμπντεν και ο «Σύνδεσμος κατά του Νόμου του Καλαμποκιού» (Anti-Corn Law League) θα οδηγούσε στο κοινό καλό. Οι περισσότεροι κλασικοί φιλελεύθεροι επίσης υποστήριζαν νόμους που καθόριζαν τον αριθμό των ωρών της επιτρεπόμενης παιδικής εργασίας και συνήθως δεν αντιτίθεντο στη νομοθεσία μεταρρύθμισης των εργοστασίων[62].

Παρά τον πραγματισμό των κλασικών οικονομολόγων, οι απόψεις τους εξεφράζοντο με δογματικούς όρους από δημοφιλείς συγγραφείς όπως οι Jane Marcet και Harriet Martineau[61]. Ο ισχυρότερος υπερασπιστής της πλήρως ελεύθερης οικονομίας ήταν ο Economist, ο οποίος ιδρύθηκε από τον James Wilson το 1843. Ο Economist ασκούσε κριτική στον Ρικάρντο επειδή ο τελευταίος δεν υπερασπιζόταν το ελεύθερο εμπόριο και επειδή εκφραζόταν εχθρικά για την κοινωνική πρόνοια, θεωρώντας ότι οι κατώτερες τάξεις ήταν υπεύθυνες για τις οικονομικές τους συγκυρίες. Ο Economist έλαβε τη θέση ότι ο κανονισμός για τις ώρες λειτουργίας των εργοστασίων ήταν βλαπτικός για τους εργαζόμενους· επίσης αντιτίθετο σθεναρώς για την κρατική στήριξη της παιδείας, υγείας, την παροχή νερού και την απονομή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων[62].

Ο Economist επίσης έκανε εκστρατεία εναντίον των νόμων για το καλαμπόκι (Corn Laws), οι οποίοι προστάτευαν τους γεωκτήμονες του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας από τον ανταγωνισμό των φθηνότερων δημητριακών εισαγόμενων από το εξωτερικό. Μια σθεναρή πίστη στην πλήρως ελεύθερη αγορά καθοδήγησε την αντίδραση της κυβέρνησης κατά την περίοδο 1846–1849 στο Μεγάλο Λιμό της Ιρλανδίας, κατά τον οποίο εκτιμάται ότι έχασαν τη ζωή τους περί το 1,5 εκατομμύρια άτομα. Ο υπουργός των οικονομικών Sir Charles Wood ανέμενε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία και το ελεύθερο εμπόριο, και όχι η παρέμβαση της κυβέρνησης, θα ανακούφιζαν από τον λιμό[62]. Οι νόμοι για το καλαμπόκι ήρθησαν το 1846 από φόρους αφαίρεσης στα σιτηρά, οι οποίες διατήρησαν την τιμή του ψωμιού σε τεχνητά υψηλά επίπεδα[63]. Παρ’ όλα ταύτα, η άρση των νόμων για το καλαμπόκι έγινε αρκετά αργά ώστε να συνεισφέρει στο σταμάτημα του λιμού της Ιρλανδίας, εν μέρει γιατί εφαρμόστηκε σε διάφορες φάσεις σε διάστημα τριών ετών[64][65].

Ελεύθερη αγορά και παγκόσμια ειρήνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ορισμένοι φιλελεύθεροι, μεταξύ των οποίων και οι Άνταμ Σμιθ και Ρίτσαρντ Κόμπντεν, συζήτησαν την ιδέα της παγκόσμιας ειρήνης μέσα από το ελεύθερο εμπόριο αγαθών μεταξύ των εθνών, η οποία αναγνωρίστηκε από αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες (Ρόμπερτ Άλαν Νταλ, Μάικλ Ντόιλ, Μπρους Μάρτιν Ράσετ και Τζων Ονίλ[66]). Ο Έρικ Γκάρτσκε[67] του πανεπιστημίου Κολούμπια αναφέρθηκε στους Μοντεσκιέ, Σμιθ, Κόμπτεν, Νόρμαν Έιντζελ και Ρίτσαρντ Ρόουζκρανς, οι οποίοι υποστήριζαν ότι μέσω της ελεύθερης αγοράς δύναται να απαλλαγεί μια χώρα από την διαφαινόμενη πιθανότητα εμπλοκής της σε πόλεμο[68]. Οι Ονίλ και Ράσετ έγιναν γνωστοί από το έργο της πάνω στη δημοκρατική ειρήνη και ανέφεραν το εξής[69]:

« Οι κλασικοί φιλελεύθεροι υποστήριξαν πολιτικές που θα διεύρυναν την ελευθερία και την ευημερία. Επιδίωξαν την πολιτική ενίσχυση των εμπορικών τάξεων και την κατάλυση βασιλικών χαρτών, μονοπωλίων και των προστατευτικών πολιτικών του μερκαντιλισμού ώστε να δοθούν κίνητρα στην επιχειρηματικότητα και να αυξηθεί η παραγωγική αποδοτικότητα. Προέβλεψαν επίσης ότι χάρη στη δημοκρατία και τη μη παρεμβατική οικονομία θα μειωνόταν η συχνότητα πολέμων.  »

Στον Πλούτο των Εθνών, ο Άνταμ Σμιθ επιχειρηματολόγησε πως με τη μετάβαση των κοινωνιών από κυνηγούς ρακοσυλλέκτες σε εκβιομηχανισμένες κοινωνίες τα πολεμικά λάφυρα θα αυξάνονταν, αλλά το κόστος ενός πολέμου θα αυξανόταν περισσότερο καθιστώντας τον πόλεμο δύσκολο και ακριβό για τα βιομηχανικά έθνη[70].

… οι τιμές, η φήμη, τα λάφυρα πολέμου δεν ανήκουν [στη μεσαία και βιομηχανική τάξη], το πεδίο μάχης είναι το πεδίο συγκομιδής της αριστοκρατίας, ποτισμένο με το αίμα του λαού… Καθώς το εμπόριό μας εξαρτάτο από τις κτήσεις μας, όπως ίσχυε στα μέσα του περασμένου αιώνα … ήταν απαραίτητη η βία για να διαταχθούν οι πελάτες μας για τους κατασκευαστές μας… Όμως ο πόλεμος, παρότι είναι ό,τι πιο καταναλωτικό, όχι μόνο δεν παράγει τίποτα σε αντάλλαγμα, αλλά διά της αφαίρεσης εργασίας από παραγωγική απασχόληση και διά της διακοπής εμπορικών συναλλαγών, εμποδίζει με ποικίλους έμμεσους τρόπους την παραγωγή πλούτου. Εάν ποτέ οι εχθροπραξίες εξακολουθούσαν επί σειρά ετών, κάθε επόμενο πολεμικό δάνειο θα γινόταν αυξανόμενα πιεστικό προς τις εμπορικές και κατασκευαστικές μας περιοχές.
Ρίτσαρντ Κόμπντεν[71]


Όταν, δε, τα αγαθά δεν περνάνε τα σύνορα, τότε τα σύνορα τα διαβαίνουν οι στρατοί…
Φρεντερίκ Μπαστιά[72]


Λόγω του αμοιβαίου συμφέροντος που έχουν οι άνθρωποι, ενώνονται ενάντια στη βία και τον πόλεμο … δεν μπορεί να συνυπάρχει πόλεμος με το πνεύμα του εμπορίου, και αργά ή γρήγορα αυτό πνεύμα θα κυριεύσει όλους τους ανθρώπους. Καθώς από όλες τούτες τις δυνάμεις … που ανήκουν σ’ ένα έθνος, η οικονομική δύναμη μπορεί να είναι η πιο έμπιστη ούτως ώστε ναι αναγκαστούν τα έθνη να επιδιώξουν τον ευγενή σκοπό της ειρήνης … και οπουδήποτε υπάρχει απειλή πολέμου στον κόσμο, θα προσπαθήσουν να τον αποφύγουν χάρη σε μεσολάβηση, ωσάν να ήταν μονίμως συνασπισμένοι για τον σκοπό αυτό.
Ιμμάνουελ Καντ[73]


Ο Κόμπντεν πίστευε πως οι στρατιωτικές δαπάνες χειροτέρευαν το κράτος πρόνοιας και ευνοούσαν μια ισχνή αλλά συγκεντρωμένη μειονότητα ελίτ, συναθροίζοντας έτσι τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, τον οποίο εκείνος έβλεπε ως το αποτέλεσμα εμποροκρατικών πολιτικών και οικονομικών περιορισμών. Για τον Κόμπντεν, και πολλούς άλλους κλασικούς φιλελεύθερους, όσοι επικαλούνται την ειρήνη θα πρέπει επίσης να επικαλούνται την ελεύθερη αγορά.

Σχέση με το νεώτερο φιλελευθερισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλοί σύγχρονοι μελετητές του φιλελευθερισμού διατείνονται ότι δεν υφίσταται κάποια ιδιαιτέρως άξια λόγου διαφορά μεταξύ κλασικού και νεώτερου φιλελευθερισμού. Ο Άλαν Γουλφ συνοψίζει αυτή την άποψη, η οποία[74]:

« Απορρίπτει κάθε τέτοια διάκριση και επιχειρηματολογεί, αντιθέτως, υπέρ της ύπαρξης μιας συνεχούς φιλελεύθερης θεώρησης που περιλαμβάνει τόσο τον Άνταμ Σμιθ όσο και τον Τζων Μέυναρντ Κέυνς. Η ιδέα ότι ο φιλελευθερισμός εμφανίζεται σε δυο μορφές υποθέτει ότι το πιο θεμελιώδες ερώτημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα είναι το πόσο η κυβέρνηση επεμβαίνει στην οικονομία... Όταν, αντιθέτως, συζητάμε το σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης και το νόημα της ζωής, ο Άνταμ Σμιθ κι ο Τζον Μέιναρντ Κέινς είναι στην ίδια ομάδα. Και οι δύο κατείχαν μια διευρυμένη αίσθηση του τι έχουμε έρθει να επιτύχουμε στη γη. Και οι δύο τάσσονταν υπέρ του διαφωτισμού. Και οι δύο ήσαν αισιόδοξοι που πίστευαν στην πρόοδο, αλλά ήσαν καχύποπτοι απέναντι στα μεγάλα σχέδια που προέβαλλαν ότι είχαν όλες τις απαντήσεις. Για τον Σμιθ, ο μερκαντιλισμός ήταν ο εχθρός της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον Κέινς ήταν το μονοπώλιο. Ήταν απόλυτα λογικό ο στοχαστής του 18ου αιώνα να συμπεράνει ότι η ανθρωπότητα θα ακμάσει υπό την αγορά. Για ένα στοχαστή του 20ου αιώνα με τα ίδια ιδανικά, η κυβέρνηση αποτελούσε καίριο εργαλείο προς τον ίδιο σκοπό.,, Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός αποτελεί τη λογική και κοινωνιολογική απόρροια του κλασικού φιλελευθερισμού.  »

Σύμφωνα, ωστόσο, με τον Ουίλιαμ Τζ. Νόβακ, ο φιλελευθερισμός στις ΗΠΑ μεταβλήθηκε, «μεταξύ 1877 και 1937 … από το συνταγματισμό του laissez-faire στον κρατισμό του New Deal, από τον κλασικό φιλελευθερισμό στο δημοκρατικό κράτος πρόνοιας»[75].

Ο Λ. Τ. Χόμπχαουζ στον Φιλελευθερισμό (Λονδίνο: Ουίλιαμς και Νοργκέιτ, 1911), απέδωσε αυτή τη φερόμενη μεταβολή, η οποία περιείχε την υπό όρους αποδοχή της κυβερνητικής παρέμβασης στην οικονομία και το συλλογικό δικαίωμα στην ισότητα των συναλλαγών, σε μια αυξημένη επιθυμία για αυτό που ο Χόμπχαουζ αποκαλούσε «δίκαιη συναίνεση»[76]. Ο Χάγιεκ έγραψε ότι το βιβλίο του Χόμπχαουζ θα ήταν πιο σωστό να φέρει τον τίτλο «Σοσιαλισμός», κι ο ίδιος ο Χομπχάουζ αποκαλούσε τις πεποιθήσεις του «φιλελεύθερο σοσιαλισμό»[77].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Hamowy, σελ. xxix
  2. Modern Political Philosophy (1999), Richard Hudelson, σελ. 37–38
  3. M. O. Dickerson et al., An Introduction to Government and Politics: A Conceptual Approach (2009) σελ. 129
  4. Bronfenbrenner, Martin (1955). «Two Concepts of Economic Freedom». Ethics 65 (3): 157–170. doi:10.1086/290998. 
  5. Hudelson, σελ. 37
  6. «Classical Liberalism vs. Modern Liberalism and Modern Conservatism». National Center for Policy Analysis. http://www.ncpa.org/pdfs/Classical_Liberalism_vs_Modern_Liberal_Conservatism.pdf. Ανακτήθηκε στις 2013-11-20. 
  7. Hunt, σελ. 46–47
  8. Mayne, σελ. 124
  9. Richardson, σελ. 52
  10. Το "What Is Classical Liberalism?" είναι παράδειγμα άρθρου που ορίζει τον «κλασικό φιλελευθερισμό» ως τον μόνο φιλελευθερισμό μέχρι τον 20ό αιώνα.
  11. Το "An American Classical Liberalism" είναι παράδειγμα άρθρου που ορίζει τον «κλασικό φιλελευθερισμό» ως μικρή κυβέρνηση.
  12. Το "Guide to Classical Liberal Scholarship", Introduction ορίζει τον «κλασικό φιλελευθερισμό» ως πίστη στην ειρήνη και την ελευθερία.
  13. Hunt, σελ. 44.
  14. Hunt, σελ. 44–46.
  15. Hunt, σελ. 49–51.
  16. Dickerson, M. O. An Introduction to Government and Politics: A Conceptual Approach. Cengage Learning, 2009, σελ. 132
  17. Alan Ryan, "Liberalism", στο A Companion to Contemporary Political Philosophy, ed. Robert E. Goodin and Philip Pettit (Oxford: Blackwell Publishing, 1995), σελ. 293.
  18. Evans, M. ed. (2001): Edinburgh Companion to Contemporary Liberalism: Evidence and Experience, London: Routledge, 55 (ISBN 1-57958-339-3)
  19. Smith, A. (1776): Πλούτος των Εθνών, Τόμος I, κεφ. 8
  20. Γιόζεφ Σουμπέτερ, Capitalism, Socialism and Democracy, Routledge, 2010, ISBN 978-0-415-56789-3
  21. Hunt, σελ. 51–53.
  22. Kelly, D. (1998): A Life of One's Own: Individual Rights and the Welfare State, Washington, DC: Cato Institute.
  23. Ryan, A. (1995): "Liberalism", In: Goodin, R. E. and Pettit, P., eds.: A Companion to Contemporary Political Philosophy, Oxford: Blackwell Publishing, σελ. 293.
  24. James Madison, Federalist No. 10 (November 22, 1787), στο έργο των Alexander Hamilton, John Jay, και James Madison, The Federalist: A Commentary on the Constitution of the United States, ed. Henry Cabot Lodge (New York, 1888), 56.
  25. Εγκυκλοπαιδιστές
  26. F. A. Hayek, Το Σύνταγμα της Ελευθερίας (London: Routledge, 1976), σελ. 55–56.
  27. 27,0 27,1 Vincent, σελ. 28–29
  28. Turner, σελ. 86
  29. Vincent, σελ. 29–30
  30. Gray, σελ. 26–27
  31. Gray, σελ. 28
  32. Gray, σελ. 32
  33. Ishiyama and Breuning, σελ. 596
  34. Ishiyama and Breuning, σελ. 603
  35. Steven M. Dworetz, The Unvarnished Doctrine: Locke, Liberalism, and the American Revolution (1994)
  36. Eric Voegelin, Mary Algozin, and Keith Algozin, "Liberalism and Its History", Review of Politics 36, αρ. 4 (1974): 504–20.
  37. Arthur Schelesinger Jr., "Liberalism in America: A Note for Europeans", in The Politics of Hope (Boston: Riverside Press, 1962).
  38. Steven M. Dworetz, The Unvarnished Doctrine: Locke, Liberalism, and the American Revolution (1989)
  39. Richardson, σελ. 22–23
  40. Richardson, σελ. 23
  41. Richardson, σελ. 23–24
  42. Richardson, σελ. 24
  43. Mills, σελ. 63, 68
  44. 44,0 44,1 Mills, σελ. 64
  45. Ο Πλούτος των Εθνών, Strahan and Cadell, 1778
  46. Mills, p. 65
  47. Mills, σελ. 66
  48. Mills, σελ. 67
  49. Mills, σελ. 68
  50. 50,0 50,1 Mills, σελ. 69
  51. 51,0 51,1 Mills, σελ. 76
  52. Mills, σελ. 70
  53. Mills, σελ. 71
  54. Mills, σελ. 71–72
  55. Mills, σελ. 72
  56. Mills, σελ. 73–74
  57. Mills, σελ. 74–75
  58. Mills, σελ. 75
  59. Richardson, σελ. 32
  60. Richardson, σελ. 31
  61. 61,0 61,1 Richardson, σελ. 33
  62. 62,0 62,1 62,2 Richardson, σελ. 34
  63. George Miller. On Fairness and Efficiency. The Policy Press, 2000. ISBN 978-1-86134-221-8 σελ. 344
  64. Christine Kinealy. A Death-Dealing Famine:The Great Hunger in Ireland. Pluto Press, 1997. ISBN 978-0-7453-1074-9. σελ. 59
  65. Stephen J. Lee. Aspects of British Political History, 1815–1914. Routledge, 1994. ISBN 978-0-415-09006-3. σελ. 83
  66. John R. Oneal, Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών
  67. Dr. Erik Gartzke, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια (Σαν Ντιέγκο), Τμήμα Πολιτικών Επιστημών
  68. Erik Gartzke, "Economic Freedom and Peace" στο Economic Freedom of the World: 2005 Annual Report (Vancouver: Fraser Institute, 2005).
  69. Oneal, J. R.; Russet, B. M. (1997). "The Classical Liberals Were Right: Democracy, Interdependence, and Conflict, 1950-1985". International Studies Quarterly 41 (2): 267–294. doi:10.1111/1468-2478.00042
  70. Michael Doyle, Ways of War and Peace: Realism, Liberalism, and Socialism (New York: Norton, 1997), 237 (ISBN 0-393-96947-9).
  71. Edward P. Stringham, "Commerce, Markets, and Peace: Richard Cobden's Enduring Lessons", Independent Review 9, αρ. 1 (2004): 105, 110, 115.
  72. Daniel T. Griswold, "Peace on Earth, Free Trade for Men", Cato Institute, December 31, 1998.
  73. Ιμμάνουελ Καντ, The Perpetual Peace.
  74. Alan Wolfe,"A False Distinction", The New Republic, 2009
  75. William J. Novak, ["The Not-So-Strange Birth of the Modern American State: A Comment on James A. Henretta's 'Charles Evans Hughes and the Strange Death of Liberal America'"], Law and History Review 24, αρ. 1 (2006).
  76. L. T. Hobhouse, Liberalism, in Hobhouse: Liberalism and Other Writings, James Meadowcroft, editor, Cambridge University Press, 1994, ISBN 978-0-521-43726-4
  77. F. A. Hayek, The Fatal Conceit: The Errors of Socialism (University of Chicago Press, 1991), 110.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Classical liberalism (έκδοση 586865255) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).