Κλάση θωρηκτών Γιαμάτο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Yamato1945.png
Εικονογράφηση του Γιαμάτο, όπως ήταν γύρω στο 1945
Επισκόπηση κλάσης
Κατασκευαστές: Ναυτικό Οπλοστάσιο Κούρε
Ναυτικό Οπλοστάσιο Γιοκοσούκα
Ναυπηγεία Ναγκασάκι της Μιτσουμπίσι
Χειριστές: Naval Ensign of Japan.svg Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Ναυτικό
Προηγούμενη: Κλάση Ναγκάτο (πραγματική)
Κλάση Αριθμός 13 (σχεδιαζόμενη)
Κόστος: 235.150.000 JPY[1]
Εύρος: 1937–1942
Σε υπηρεσία: 1941–1945
Σχεδιάστηκαν: 5
Ολοκληρώθηκαν: 3 (2 θωρηκτά, 1 μετατράπηκε σε αεροπλανοφόρο)
Ακυρώθηκαν: 2
Χάθηκαν: 3
Γενικά χαρακτηριστικά ως προς το τελικό σχέδιο (A-140F6)
Τύπος: Θωρηκτό
Εκτόπισμα: 69.300t δοκιμαστικό
71.111t τυπικό[2]
73.000t με πλήρες φορτίο.[2]
Μήκος: 256m στην ίσαλο[3]
263 συνολικά[3]
Πλάτος: 38.9m[3]
Ταχύτητα: 27 κόμβοι[3]
Εμβέλεια: 7.200 ναυτικά μίλια στους 16 κόμβους[3]
Πλήρωμα: 2,767[4]
Οπλισμός: 9 × 46 cm (3×3).[2]
6 × 15.5 (2×3).[2]
12 × 12.7 cm (6×2).[2]
24 × 25 mm AA (8×3)
13 × 13 mm AA (2×2)[5]
Θωράκιση: 650 mm στην πρόσοψη των κυρίων πύργων[5]
410 mm πλευρική θωράκιση (400 mm στο Μουσάσι),[5] κεκλιμένη 20 μοίρες
200 mm θωρακισμένο κατάστρωμα (75%)
230 mm θωρακισμένο κατάστρωμα (25%)[5]
Αεροσκάφη: 7 αεροσκάφη Aichi E13A, 2 καταπέλτες Mitsubishi F1M1 (Γιαμάτο, Μουσάσι)
47 αεροσκάφη (Σινάνο)

Τα θωρηκτά κλάσης Γιαμάτο (ιαπωνικά: 大和型戦艦, Yamato-gata senkan) ήταν θωρηκτά του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού τα οποία κατασκευάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Τα πλοία είχαν εκτόπισμα 73.000 τόνους με πλήρες φορτίο όντας τα μεγαλύτερα, βαρύτερα και πλέον οπλισμένα θωρηκτά που κατασκευάστηκαν ποτέ. Έφεραν το μεγαλύτερο ναυτικό πυροβολικό που εγκαταστάθηκε ποτέ σε πολεμικό πλοίο, εννέα ναυτικά πυροβόλα 460 χιλιοστών, το καθένα από τα οποία μπορούσε να βάλλει βλήματα 1.340 κιλών με βεληνεκές 42 χιλιόμετρα. Ολοκληρώθηκαν δύο πλοία της κλάσης (το Γιαμάτο και το Μουσάσι) ενώ ένα τρίτο (το Σινάνο) μετατράπηκε σε αεροπλανοφόρο κατά την διάρκεια της ναυπήγησής του.

Λόγω της απειλής από τα αμερικανικά υποβρύχια και αεροπλανοφόρα, το Γιαμάτο και το Μουσάσι παρέμεναν σε ναυτικές βάσεις στο Μπρουνέι, στο Τρουκ και το Κούρε, επιχειρώντας σποραδικά μετά από αμερικανικές επιδρομές σε ιαπωνικές βάσεις, πριν συμμετάσχουν στην Ναυμαχία του Κόλπου Λέυτε, ως μέρος της Κεντρικής Δύναμης του ναυάρχου Κουρίτα. Το Μουσάσι βυθίστηκε κατά την διάρκεια της ναυμαχίας από αμερικανικά αεροσκάφη. Το Σινάνο βυθίστηκε 10 μέρες μετά την παραλαβή του τον Νοέμβριο του 1944 από το υποβρύχιο USS Archer-Fish, ενώ το Γιαμάτο βυθίστηκε τον Απρίλιο του 1945 κατά την Επιχείρηση Τεν-Γκο.

Τις παραμονές της κατοχής της Ιαπωνίας από τους συμμάχους, ειδικοί αξιωματούχοι του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού κατέστρεψαν σχεδόν όλα τα αρχεία, σχέδια και φωτογραφίες που είχαν σχέση με τα θωρηκτά της κλάσης Γιαμάτο, αφήνοντας μόνο αποσπασματικά αρχεία σχεδιαστικών χαρακτηριστικών και άλλων τεχνικών ζητημάτων. Η καταστροφή αυτών των εγγράφων ήταν τόσο αποδοτική ώστε μέχρι το 1948 οι μόνες γνωστές φωτογραφίες του Γιαμάτο και του Μουσάσι ήταν αυτές που τραβήχτηκαν από αεροσκάφη του Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών που συμμετείχαν στις επιθέσεις εναντίον των δύο θωρηκτών. Παρ' όλο που κάποιες επιπλέον φωτογραφίες και πληροφορίες από έγγραφα που δεν είχαν καταστραφεί ήρθαν στο φως με τον καιρό, η απώλεια του μεγαλύτερου μέρους των γραπτών αρχείων για την κλάση έχει κάνει την έρευνα για αυτήν αρκετά δύσκολη.[6][7] Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών εξαιτίας αυτής της απώλειας προέρχεται από ανακρίσεις Ιαπώνων αξιωματικών μετά την παράδοση της Ιαπωνίας.[8]

Επικρατούσα κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σχεδιασμός των θωρηκτών κλάσης Γιαμάτο μορφοποιήθηκε από τα επεκτατικά κινήματα εντός της Ιαπωνικής κυβέρνησης, της Ιαπωνικής βιομηχανικής δύναμης και της ανάγκης για ισχυρό στόλο ικανό να εκφοβίσει πιθανούς αντιπάλους.[9]

Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά πολεμικά ναυτικά, συμπεριλαμβανομένων αυτών των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας, συνέχισαν και επέκτειναν τα προγράμματα που είχαν ξεκινήσει κατά την διάρκεια του πολέμου. Το τεράστιο κόστος αυτών των προγραμμάτων πίεζε τις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις να ξεκινήσουν συνομιλίες αφοπλισμού. Στις 8 Ιουλίου 1921 ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Charles Evans Hughes, προσκάλεσε αντιπροσωπίες από τις κύριες ναυτικές δυνάμεις - Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία και Ηνωμένο Βασίλειο - στην Ουάσιγκτον για να συζητήσουν πιθανό σταμάτημα του ναυτικού εξοπλιστικού ανταγωνισμού. Η επακόλουθη Ναυτική Σύνοδος της Ουάσιγκτον είχε ως αποτέλεσμα την Ναυτική Συνθήκη της Ουάσιγκτον. Ανάμεσα στους άλλους όρους της, περιορίζονταν το εκτόπισμα όλων τον μελλοντικών θωρηκτών σε 36.000 τόνους και το μέγιστο διαμέτρημα των πυροβόλων τους σε 16 ίντσες (406 χιλιοστά). Συμφωνήθηκε επίσης ότι οι πέντε χώρες δεν θα κατασκεύαζαν άλλα κύρια πλοία (τότε θωρηκτά) για δέκα χρόνια και δεν θα αντικαθιστούσαν κανένα πλοίο το οποίο θα υπήρχε μετά την συνθήκη αν δεν έφτανε τουλάχιστον είκοσι ετών.[10][11]

Την δεκαετία του 1930, η Ιαπωνική κυβέρνηση άρχισε να προσανατολίζεται προς την υπερεθνικιστική ανταγωνιστικότητα.[12] Αυτό το κίνημα άρχισε να ζητά επέκταση της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας έτσι ώστε να περιλαμβάνει όλον τον Ειρηνικό Ωκεανό και την Νοτιοανατολική Ασία. Η συντήρηση μιας τέτοιας αυτοκρατορίας, που θα εκτείνονταν 4.800 χιλιόμετρα από την Κίνα έως την Ατόλλη Μίντγουαιη, απαιτούσε ευμεγέθη στόλο ικανό να διατηρήσει τον έλεγχο της Ιαπωνικής επικράτειας.[13] Παρόλο που όλα τα Ιαπωνικά θωρηκτά που κατασκευάστηκαν πριν την κλάση Γιαμάτο είχαν κατασκευαστεί πριν το 1921 -καθώς η συνθήκη της Ουάσιγκτον απαγόρευε την ολοκλήρωση άλλων - είχαν όλα είτε ανασκευαστεί είτε εκσυγχρονιστεί σημαντικά, είτε και τα δύο την δεκαετία του 1930.[14] Αυτός ο εκσυγχρονισμός επέτρεπε ανάμεσα σε άλλα πράγματα, επιπλέον ταχύτητα και δύναμη πυρός, την οποία οι Ιάπωνες σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν για να καταλάβουν και να συντηρήσουν την αυτοκρατορία τους.[15] Όταν η Ιαπωνία αποσύρθηκε από την Κοινωνία των Εθνών το 1934 λόγω του συμβάντος Μούκντεν, αποκήρυξε και όλες τις υποχρεώσεις της συνθήκης.[16] Αυτό σήμαινε ότι δεν δεσμεύονταν πλέον από των περιορισμό των συνθηκών για τον σχεδιασμό των θωρηκτών αλλά και ότι μπορούσαν να κατασκευάσουν μεγαλύτερα πολεμικά πλοία από κάθε άλλη κύρια ναυτική δύναμη της εποχής.[17]

Καλλιτεχνική απεικόνιση του Μουσάσι όπως ήταν τον Οκτώβριο του 1944

Η ανάγκη της Ιαπωνίας να διατηρεί αποικίας για την προμήθεια πρώτων υλών οδηγούσε στην πιθανότητα σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες,[18] καθιστώντας έτσι τις ΗΠΑ ως τον κύριο εν δυνάμει εχθρό της Ιαπωνίας. Ωστόσο οι ΗΠΑ είχαν σημαντικά μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη από την Ιαπωνία, έχοντας το 32,2% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής σε σύγκριση με το 3,5% της Ιαπωνίας.[19] Επιπλέον, αρκετά ηγετικά μέλη του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών έκαναν εκκλήσεις ώστε να αποκτήσουν οι ΗΠΑ πλεονέκτημα τρία προς ένα στον ναυτικό ανταγωνισμό με την Ιαπωνία.[20] Συνεπώς, η Ιαπωνική βιομηχανική δύναμη δεν θα μπορούσε με τίποτα να ανταγωνιστεί την Αμερικανική βιομηχανική ικανότητα,[9] και έτσι τέθηκαν κατασκευαστικές απαιτήσεις ώστε τα νέα θωρηκτά να είναι ανώτερα από μόνα τους σε σχέση με τα αντίστοιχα του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού.[21] Κάθε ένα από τα υπό σχεδιασμό θωρηκτά θα έπρεπε να είναι ικανό να εμπλακεί με πολλά εχθρικά κύρια πλοία ταυτόχρονα, εξαλείφοντας έτσι την ανάγκη να καταβάλει την ίδια βιομηχανική προσπάθεια με τις ΗΠΑ στην κατασκευή θωρηκτών.[9] Πολλοί στην Ναυτική και Στρατιωτική Διοίκηση της Ιαπωνίας ήλπιζαν ότι αυτά τα πλοία θα εκφόβιζαν τις ΗΠΑ, αδρανοποιόντας τες κατά την Ιαπωνική επιθετικότητα στον Ειρηνικό.[22]

Σχεδιασμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι προκαταρκτικές μελέτες για την νέα κλάση θωρηκτών άρχισαν μετά την αποχώρηση της Ιαπωνίας από την Κοινωνία των Εθνών και την αποκήρυξη των συνθηκών της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου, και έτσι από το 1934 ως το 1936 ξεκίνησαν 24 αρχικοί σχεδιασμοί. Αυτά τα πρώιμα σχέδια διέφεραν αρκετά στον οπλισμό, την προώθηση, την αντοχή και την θωράκιση. Η διάμετρος των κύριων συστοιχιών πυροβόλων κυμαίνονταν από 410 χιλιοστά (16 ίντσες) έως 460 χιλιοστά (18.1 ίντσες), ενώ ο δευτερεύων οπλισμός αποτελούνταν από πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων 155, 127 και 25 χιλιοστών. Η προώθηση στους περισσότερους σχεδιασμούς δίνονταν από υβριδικούς κινητήρες ντίζελ-ατμοστροβίλων, ωστόσο ένας βασίζονταν αποκλειστικά σε ντίζελ και ένας αποκλειστικά σε ατμοστρόβιλους. Η αντοχή στους σχεδιασμούς είχε, στα 18 ναυτικά μίλια την ώρα, χαμηλό 6000 ναυτικών μιλίων στον σχεδιασμό A-140-J2 με υψηλό 9200 ναυτικά μίλια στους σχεδιασμούς A-140A και A-140-B2. Η θωράκιση ποικίλε παρέχοντας κάλυψη από πυρά πυροβόλων 410 mm έως στο να παρέχει αρκετή κάλυψη σε πυρά πυροβόλων 460 mm.[23]

Αφού αξιολογήθηκαν αυτά, δύο από τα αρχικά εικοσιτέσσερα σχέδια οριστικοποιήθηκαν ως πιθανά, τα A-140-F3 and A-140-F4. Διαφέροντας κυρίως στην εμβέλεια (4.900 ναυτικά μίλια έναντι 7.2000 ναυτικά μίλια με ταχύτητα 16 κόμβους) χρησιμοποιήθηκαν για την δημιουργία της τελικής προμελέτης, η οποία τελείωσε στις 20 Ιουλίου 1936. Μετά από μικρές προσαρμογές στον σχεδιασμό προέκυψε η οριστική μελέτη τον Μάρτιο του 1937,[24] η οποία προωθήθηκε από τον Υποναύαρχο Φουκούντα Κέιτζι.[25] Επιλέχθηκε τελικά εμβέλεια 7.200 ν.μ. ενώ το σχέδιο για υβριδικούς κινητήρες ντίζελ-ατμοστροβίλων εγκαταλήφθηκε για χάρη σκέτων ατμοστροβίλων. Οι κινητήρες ντίζελ αφαιρέθηκαν από τον σχεδιασμό εξαιτίας προβλημάτων που είχαν παρουσιάσει στα εφοδιοφόρα υποβρυχίων κλάσης Ταϊγκέι.[24] Οι κινητήρες του, οι οποίοι ήταν παρόμοιοι με αυτούς που επρόκειτο να τοποθετηθούν στα νέα θωρηκτά, απαιτούσαν «μείζων προσπάθεια επισκευής και συντήρησης»[26] για να συνεχίσουν να λειτουργούν εξαιτίας ενός «θεμελιώδους σχεδιαστικού ελαττώματος».[26] Επιπροσθέτως, αν οι κινητήρες αχρηστεύονταν εντελώς, η θωράκιση 200 χιλιοστών που προστάτευε την περιοχή δυσχέραινε σοβαρά οποιαδήποτε προσπάθεια αντικατάστασης τους.[27]

Το τελικό σχέδιο προέβλεπε στάνταρ εκτόπισμα 65.000 τόνων και 71.111 τόνους με πλήρες φορτίο,[28] κάνοντας έτσι τα πλοία της κλάσης τα μεγαλύτερα θωρηκτά που σχεδιάστηκαν μέχρι τότε αλλά και τα μεγαλύτερα που κατασκευάστηκαν ποτέ. Ο κύριος οπλισμός σύμφωνα με το σχέδιο θα αποτελούνταν από εννιά ναυτικά πυροβόλα 460 χιλιοστών (18.1 ίντσες) τοποθετημένα ανά τρία σε τρεις πύργους καθένας από τους οποίους ζύγιζε παραπάνω από ένα αντιτορπιλικό της εποχής της δεκαετίας του 1930.[25] Τα σχέδια γρήγορα εγκρίθηκαν από την Ιαπωνική Ανώτατη Ναυτική Διοίκηση,[29] παρά τις αντιρρήσεις των αεροπόρων του ναυτικού που επιχειρηματολογούσαν υπέρ της κατασκευής αεροπλανοφόρων αντί για θωρηκτά.[30][A 1] Συνολικά προγραμματίστηκε η κατασκευή πέντε θωρηκτών κλάσης Γιαμάτο.[9]

Πλοία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Γιαμάτο και το Μουσάσι αγκυροβολημένα στα νερά έξω από τα νησιά Τρουκ το 1943

Ενώ αρχικά το 1937 είχε προγραμματιστεί να κατασκευαστούν πέντε πλοία κλάσης Γιαμάτο, μόνο τρία - δύο θωρηκτά και ένα αεροπλανοφόρο - ολοκληρώθηκαν ποτέ. Και τα τρία πλοία κατασκευάστηκαν με απόλυτη μυστικότητα, ώστε να εμποδίσουν τους Αμερικάνους να μάθουν για την ύπαρξή και τα χαρακτηριστικά τους.[9] Και όντως το Γραφείο Ναυτικής Κατασκοπείας των ΗΠΑ έγινε ενήμερο για το Γιαμάτο και το Μουσάσι στα τέλη του 1942. Σε εκείνο το σημείο, οι υποθέσεις τους για τα χαρακτηριστικά της κλάσης ήταν αρκετά ανακριβείς, ενώ ήταν σωστές ως προς το μήκος, το πλάτος είχε υποτεθεί ότι ήταν 34 μέτρα (στην πραγματικότητα 39) και το εκτόπισμα 40,000 -57.000 τόνους (στην πραγματικότητα 69.000 τόνοι). Επιπροσθέτως, ο κύριος οπλισμός του Γιαμάτο είχε αναφερθεί ως 16 ιντσών μόλις στα τέλη Ιουλίου 1945, τέσσερεις μήνες αφότου το Γιαμάτο είχε βυθιστεί.[31][32] Και το Jane's Fighting Ships αλλά και τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης έδιναν λάθος αναφορές για τα χαρακτηριστικά των πλοίων. Τον Σεπτέμβριο του 1944, το Jane's Fighting Ships καταχώρισε το εκτόπισμα για αμφότερα τα Γιαμάτο και Μουσάσι ως 45.000 τόνους.[33] Παρομοίως, και οι New York Times και το Associated Press ανέφεραν ότι τα δύο πλοία είχαν εκτόπισμα 45.000 και ταχύτητα 30 κόμβους,[34] και ακόμα και μετά την βύθιση του Γιαμάτο τον Απρίλιο του 1945, οι The Times του Λονδίνου εξακολούθησαν να δίνουν εκτόπισμα 45.000 τόνους για το εκτόπισμα του πλοίου.[35] Μολαταύτα, η ύπαρξη των πλοίων και τα υποτιθέμενα χαρακτηριστικά τους, επηρέασαν πολύ τους Αμερικανούς ναυπηγούς στον σχεδιασμό των θωρηκτών κλάσης Μοντάνα, και τα πέντε πλοία της οποίας κατασκευάστηκαν για να αντισταθμίσουν την δύναμη πυρός της κλάσης Γιαμάτο.[36]

Γιαμάτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δοκιμές του Γιαμάτο το 1941

Το Γιαμάτο παραγγέλθηκε τον Μάρτιο του 1937, η ναυπήγησή του άρχισε στις 4 Νοεμβρίου 1937, καθελκύστηκε στις 8 Αυγούστου 1940 και εντάχθηκε σε υπηρεσία στις 16 Δεκεμβρίου 1941.[25] Έκανε εκπαιδευτικές ασκήσεις μέχρι τις 27 Μαΐου 1942, όταν το πλοίο εκτιμήθηκε ως έτοιμο για επιχειρήσεις από τον Ναύαρχο Ισορόκου Γιαμαμότο.[25] Εντάχθηκε στην 1η Μοίρα Θωρηκτών και υπηρέτησε ως ναυαρχίδα του Ιαπωνικού Μικτού Στόλου κατά την Μάχη του Μίντγουεϊ τον Ιούνιο του 1942, ωστόσο δεν ενεπλάκη με τις εχθρικές δυνάμεις κατά την διάρκεια της μάχης.[37] Τα επόμενα δύο χρόνια το Γιαμάτο βρίσκονταν στις ναυτικές βάσεις στο Τρουκ και το Κούρε, ενώ το αδελφό πλοίο Μουσάσι το αντικατέστησε ως ναυαρχίδα του Μικτού Στόλου.[25] Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν τμήμα της 1ης Μοίρας Θωρηκτών, και αναπτύχθηκε σε αρκετές περιπτώσεις για την αναχαίτιση Αμερικανικών επιδρομών με αεροπλανοφόρα σε Ιαπωνικές νησιωτικές ναυτικές βάσεις. Στις 25 Δεκεμβρίου 1943, υπέστη σοβαρές ζημιές από τορπίλη που έβαλε το αμερικανικό USS Skate, και υποχρεώθηκε να επιστρέψει στο Κούρε για επισκευές και δομικές αναβαθμίσεις.[25]

Το 1944, μετά από εκτεταμένες αναβαθμίσεις στα αντιαρεοπορικά και στα δευτερεύοντα πυροβόλα, το Γιαμάτο τοποθετήθηκε στον Δεύτερο Στόλο κατά την Ναυμαχία της θάλασσας των Φιλιππινών, υπηρετώντας ως συνοδευτικό πλοίο στην Μοίρα Αεροπλανοφόρων.[38] Τον Οκτώβριο του 1944, στην Ναυμαχία του Κόλπου Λέυτε, χρησιμοποίησε το ναυτικό πυροβολικό του για πρώτη και τελευταία φορά εναντίον εχθρικού σκάφους, βοηθώντας στην βύθιση του αμερικανικού βοηθητικού αεροπλανοφόρου USS Gambier Bay και του αντιτορπιλικού USS Johnston πριν η κεντρική δύναμη υποχωρήσει από την μάχη.[39] Με ελαφρές ζημιές στο Κούρε τον Μάρτιο του 1945, τοποθετήθηκε αναβαθμισμένος αντιαεροπορικός εξοπλισμός.[25] Το Γιαμάτο βυθίστηκε στις 7 Απριλίου 1945 από αμερικανικό αεροσκάφος αεροπλανοφόρου κατά την Επιχείρηση Τεν-Γκο, δεχόμενο 10 τορπίλες και 7 βόμβες πριν ανατραπεί. 2.498 από τα 2.700 μέλη του πληρώματός του χάθηκαν, συμπεριλαμβανομένου του υπαναυάρχου Σεΐτσι Ίτο.[32] Η βύθιση του Γιαμάτο θεωρήθηκε μείζων αμερικανική νίκη, και ο Χάνσον Μπάλντουιν, στρατιωτικός συντάκτης των New York Times, έγραψε ότι «η βύθιση του νέου ιαπωνικού θωρηκτού Γιαμάτο ... είναι ατράνταχτη απόδειξη - αν χρειάζεται μία - της ολέθριας αδυναμίας της Ιαπωνίας στον αέρα και την θάλασσα.»[40]

Μουσάσι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μουσάσι αποχωρεί από το Μπρούνεϊ τον Οκτώβριο του 1944

Το Μουσάσι παραγγέλθηκε τον Μάρτιο του 1937, η ναυπήγησή του άρχισε στις 29 Μαρτίου 1938, καθελκύστηκε στις 1 Νοεμβρίου 1940 και τέθηκε σε υπηρεσία στις 5 Αυγούστου 1942. Από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1942, ενεπλάκη σε ασκήσεις επιφανειακού και εναέριου πολέμου στη Χασιρατζίμα. Στις 11 Φεβρουαρίου 1943, το Μουσάσι αντικατέστησε το αδελφό πλοίο Γιαμάτο ως ναυαρχίδα του Συνδυασμένου Στόλου. Μέχρι τον Ιούλιο του 1944, βρίσκονταν εναλλάξ στις ναυτικές βάσεις στο Τρουκ, Γιοκοσούκα, Μπρουνέι και Κούρε. Στις 29 Μαρτίου 1944 υπέστη αρκετές ζημιές κοντά στην πλώρη από τορπίλη που είχε βάλλει εναντίον του το αμερικανικό υποβρύχιο Tunny. Μετά από επισκευές και μετασκευές όλο τον Απρίλιο του 1944, το Μουσάσι μπήκε στην 1η Μοίρα Θωρηκτών στην Οκινάουα.[41]

Τον Ιούνιο του 1944 ως μέρος του Δεύτερου Στόλου, το πλοίο συνόδευσε ιαπωνικά αεροπλανοφόρα κατά την Ναυμαχία της Θάλασσας των Φιλιππινών.[41] Τον Οκτώβριο του 1944 έφυγε από το Μπρούνεϊ ως μέρος της Κεντρικής Δύναμης του ναυάρχου Τακέο Κουρίτα κατά την διάρκεια της Ναυμαχίας του Κόλπου Λέιτε.[42] Το Μουσάσι βυθίστηκε στις 24 Οκτωβρίου κατά την Ναυμαχία της Θάλασσας Σιμπούγιαν, δεχόμενο πλήγματα από 17 βόμβες και 19 τορπίλες. Χάθηκαν 1.023 από το συνολικό πλήρωμα των 2.399 ανδρών.[43]

Σινάνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Σινάνο τον Νοέμβριο του 1944

Το Σινάνο, αρχικά Πολεμικό Πλοίο Αριθμός 110, άρχισε να ναυπηγείται ως το τρίτο μέλος της κλάσης Γιαμάτο, με ελαφρώς τροποποιημένο σχέδιο ωστόσο. Οι περισσότερες τιμές θωράκισης του αρχικού σχεδίου μειώθηκαν ελαφρώς. Αυτά τα κέρδη σε βάρος επέτρεψαν να γίνουν βελτιώσεις σε άλλους τομείς, όπως επιπλέον πυροπροστασία και πρόσθετα παρατηρητήρια. Επιπροσθέτως, ο δευτερεύων οπλισμός των πυροβόλων 12,7 εκατοστών που χρησιμοποιήθηκε στα πρώτα δύο πλοία αντικαταστάθηκε από πυροβόλα 10 εκατοστών Τύπου 98, τα οποία αν και μικρότερα είχαν σημαντικά μεγαλύτερη ταχύτητα εξόδου, μέγιστο βεληνεκές, καλύτερη αντιαεροπορική επίδοση και μεγαλύτερο ρυθμό βολής.[44]

Τον Ιούνιο του 1942, μετά την Ιαπωνική ήττα στο Μίντγουεϊ, η κατασκευή του Σινάνο αναστάλθηκε, και σταδιακά μετασκευάστηκε ως αεροπλανοφόρο.[45] Σχεδιάστηκε ως σκάφος ανεφοδιασμού 64.800 τόνων το οποίο θα ήταν ικανό να μεταφέρει, να επισκευάζει και να ανεφοδιάζει του αεροστόλους των υπόλοιπων αεροπλανοφόρων.[46][47] Παρότι ήταν προγραμματισμένο να παραδοθεί στις αρχές του 1945, η κατασκευή επιταχύνθηκε μετά την Ναυμαχία της Θάλασσας των Φιλιππινών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να καθελκυστεί στις 5 Οκτωβρίου 1944 και να τεθεί σε υπηρεσία στις 19 Νοεμβρίου. Το Σινάνο απέπλευσε από την Γιοκοσούκα προς το Κούρε εννιά μέρες αργότερα. Νωρίς το πρωί της 29 Νοεμβρίου, χτυπήθηκε από τέσσερις τορπίλες που έριξε το USS Archer-Fish.[45] Παρότι η ζημιά φαινόταν αντιμετωπίσιμη, η κακή αντιπλημμυρική προστασία είχε ως αποτέλεσμα το πλοίο να πάρει κλίση προς τα δεξιά. Λίγο πριν το μεσημέρι, ανατράπηκε και βυθίστηκε, ενώ χάθηκαν 1.435 από τους 2.400 άνδρες του πληρώματος.[45] Μέχρι σήμερα, το Σινάνο είναι το μεγαλύτερο σκάφος που έχει ποτέ βυθιστεί από υποβρύχιο.[48][49]

Πολεμικά πλοία Αριθμός 111 και 797[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πολεμικό Πλοίο Αριθμός 111, το οποίο δεν ονομάστηκε ποτέ, προγραμματίζονταν ως το τέταρτο πλοίο της κλάσης Γιαμάτο και το δεύτερο που θα είχε τις βελτιώσεις που είχαν γίνει στο Σινάνο. Η καρίνα του άρχισε να κατασκευάζεται μετά την καθέλκυση του Γιαμάτο τον Αύγουστο του 1940 και συνεχίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1941, οπότε οι Ιάπωνες άρχισαν να αμφισβητούν το φιλόδοξο πρόγραμμα κατασκευής θωρηκτών, για το οποίο με την έλευση του πολέμου, οι αναγκαίες πρώτες ύλες ήταν πολύ δυσκολότερο να βρεθούν. Ως αποτέλεσμα αυτών ολοκληρώθηκε μόνο περίπου το 30% της γάστρας του και διαλύθηκε το 1942 ώστε υλικά από αυτό να χρησιμοποιηθούν στις μετατροπές των Ίσε και Χιούγκα σε υβριδικά θωρηκτά-αεροπλανοφόρα.[50][51][A 2]

Το πέμπτο πλοίο, το Πολεμικό Πλοίο Αριθμός 797, σχεδιάστηκε ως βελτιωμένη εκδοχή του Σινάνο αλλά δεν άρχισε ποτέ η ναυπήγησή του. Εκτός από αυτό, το 797 επρόκειτο αντί για δύο πλευρικούς πύργους των 155 χιλιοστών να έχει πρόσθετα πυροβόλα των 100 χιλιοστών. Οι συγγραφείς William Garzke και Robert Dulin, εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να τοποθετηθούν έως και 24 τέτοια πυροβόλα. Το Γιαμάτο τελικώς τροποποιήθηκε το 1944 σε κάτι παρόμοιο με αυτό.[52]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αντιαεροπορικός οπλισμός της αριστερής πλευράς του Γιαμάτο όπως φαίνεται σε μοντέλο του πλοίο τστο Μουσείο Γιαμάτο στο Κούρε

Παρότι ο κύριος οπλισμός της κλάσης Γιαμάτο είχε τιτλοφορηθεί επίσημα να είναι πυροβόλα 40 εκατοστών/45 διαμέτρημα (15,9 ίντσες) Τύπος 94,[53] στην πραγματικότητα ήταν 9 πυροβόλα 46 εκ./45 διαμέτρημα (18,1 ιν.), τα μεγαλύτερα πυροβόλα που τοποθετήθηκαν ποτέ σε πολεμικό πλοίο,[9] εγκατεστημένα σε 3 πύργους, ο καθένας εκ των οποίων ζύγιζε 2.774 μετρικούς τόνους.[54] Κάθε πυροβόλο είχε μήκος 21,13 μέτρα και ζύγιζε 147,3 μετρικούς τόνους.[55] Χρησιμοποιήθηκαν ισχυρά εκρηκτικά διατρητικά βλήματα ικανά να βληθούν με βεληνεκές 42 χιλιόμετρα και με ρυθμό 1,5 έως 2 ανά λεπτό.[9][53] Τα κύρια πυροβόλα μπορούσαν επίσης να βάλλουν αντιαεροπορικά βλήματα 3 Shiki tsûjôdan (Κοινός Τύπος 3) 1360 κιλών.[A 3] Ένας εγκαιροφλεγής μηχανισμός χρησιμοποιούνταν ώστε να καθορίσει πόσο μακρυά θα εκρύγνηταν το βλήμα (αν και συνήθως ρυθμίζονταν στα 1000 μέτρα). Κατά την πυροδότηση κάθε ένα από τα βλήματα απελευθέρωνε 900 σωλήνες γεμισμένους με εμπρηστικό υλικό σε ένα κώνο 20° προς την κατεύθυνση του αεροσκάφους. Μία εκρηκτική γόμωση χρησιμοποιούνταν μετά ώστε να προκαλέσει την έκρηξη του βλήματος καθεαυτού ώστε να παραχθούν μεταλλικά θραύσματα και να αναφλεγούν οι σωλήνες. Αυτοί οι σωλήνες φλέγονταν για 5 δευτερόλεπτα σε θερμοκρασία περίπου 3000 °C παράγοντας φλόγα 5 μέτρων. Παρότι αποτελούσαν το 40% των συνολικών πυρομαχικών κατά το 1944,[53] τα 3 Shiki tsûjôdan χρησιμοποιούνταν σπανίως εναντίον εχθρικών στόχων λόγω των σοβαρών ζημιών που προκαλούσαν στις κάννες των κύριων πυροβόλων.[56] Ένα από αυτά τα βλήματα ενδέχεται να είχε εκραγεί πρόωρα και να αχρήστευσε ένα από τα πυροβόλα του Μουσάσι κατά την διάρκεια της Ναυμαχίας της Θάλασσας Σιμπούγιαν.[53] Τα βλήματα αυτά είχαν στόχο να δημιουργούν ένα μπαράζ φλόγας μέσα από το οποίο οποιοδήποτε αεροσκάφος επιχειρούσε να επιτεθεί θα έπρεπε να περάσει. Ωστόσο οι Αμερικανοί πιλότοι τα θεωρούσαν περισσότερο επίδειξη πυροτεχνημάτων παρά ικανό αντιαεροπορικό όπλο.[53]

Στον αρχικό σχεδιασμό, ο δευτερεύων οπλισμός της κλάσης Γιαμάτοαποτελούνταν από δώδεκα πυροβόλα 6,1 ιντσών (15 εκ.) εγκατεστημένα σε τέσσερις τριπλούς πύργους (έναν στην πλώρη, έναν στην πρύμνη και δύο στην μέση),[54] και δώδεκα πυροβόλα 5 ιντσών (13 εκ.) σε έξι διπλούς πύργους (τρεις σε κάθε μεριά στην μέση του πλοίου).[54] Επιπροσθέτως, οι κλάση Γιαμάτο έφερε αρχικά εικοσιτέσσερα αντιαεροπορικά πυροβόλα της 1 ίντσας (25 χιλ.), κυρίως στην μέση του πλοίου.[54] Το 1944, το Γιαμάτο, το μόνο εναπομείναν τότε πλοίο της κλάσης, υπέστη σημαντικές αναβαθμίσεις στον αντιαεροπορικό εξοπλισμό του, καθώς ο δευτερεύων οπλισμός άλλαξε σε έξι πυροβόλα των 6,1 ιντσών (15 εκ.),[57] εικοσιτέσσερα των 5 ιντσών (13 εκ.)[57] και εκατόν εξήντα δύο αντιαεροπορικά της 1 ίντσας (2,5 εκ.),[57] κατά την προετοιμασία για τις επιχειρήσεις στον κόλπο Λέυτε.[58]

Ο οπλισμός του Σινάνο ήταν αρκετά διαφορετικός από αυτόν των αδελφών σκαφών του λόγω της μετατροπής του. Καθώς το αεροπλανοφόρο σχεδιάστηκε για υποστηρικτικό ρόλο, εγκαταστάθηκαν σημαντικά αντιαεροπορικά όπλα: δεκαέξι πυροβόλα των 5 ιντσών (13 εκ.),[59] εκατόν εικοσιπέντε αντιαεροπορικά πυροβόλα της 1 ίντσας (25 χιλ.),[59] και τριακόσια τριάντα έξι εκτοξευτές αντιαεροπορικών ρουκετών 5 ιντσών (13 εκ.) σε δώδεκα εικοσάκανους πύργους.[60] Κανένα από αυτά τα όπλα δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον εχθρικού σκάφους ή αεροσκάφους.[60]

Θωράκιση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς τα θωρηκτά της κλάσης Γιαμάτο ήταν σχεδιασμένα για να αντιμετωπίζουν πολλά εχθρικά θωρηκτά ταυτόχρονα,[4] είχαν πολύ βαριά θωράκιση. Η κύρια θωράκιση στα πλαϊνά του πλοίου είχε πάχος 410 χιλιοστά με επιπλέον διαφράγματα 355 χιλιοστά.[9] Επιπροσθέτως η πάνω πλευρά του σκάφους είχε προηγμένη σχεδίαση, με μεγιστοποιημένη απόδοση της πανοπλίας και της κατασκευαστικής ακαμψίας ενώ ταυτόχρονα βελτιστοποιούνταν το βάρος. Η θωράκιση στους κύριους πύργους ήταν μεγαλύτερη και από την κύρια ζώνη, με πλάκες πάχους 650 χιλιοστών.[9] Οι πλάκες θωράκισης και στην κύρια ζώνη και στους κύριους πύργους ήταν από επιφανειακώς σκληρυμένο χάλυβα Vickers Hardened.[61] Η θωράκιση του καταστρώματος πάχους 75 χιλιοστών αποτελούνταν από κράμα νικελίου, χρωμίου και μολυβδένιο. Βαλλιστικές δοκιμές στο έδειξαν ότι το κράμα του καταστρώματος ήταν ανώτερο από τις ομογενείς πλάκες Vickers κατά 10-15%.[61] Επιπλέον πλάκες σχεδιάστηκαν με την τροποποίηση της σύνθεσης χρωμίου και νικελίου του κράματος. Η υψηλή περιεκτικότητα σε νικέλιο επέτρεπαν στην πλάκα να τυλιχτεί και να λυγίσει χωρίς να αναπτύξει ιδιότητες θραύσης.[61]

Η σχετικά νέα διαδικασία της ηλεκτροσυγκόλλησης τόξου χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα στο πλοίο, αυξάνοντας την ανθεκτικότητα της θωράκισης.[62] Με αυτή την τεχνική η κάτω πλευρά του πλευρικού οπλισμού, που τοποθετήθηκε στα πλοία ως επακόλουθο δοκιμών όπλων στα πλοία της κλάσης Τόσα και δοκιμών του νέο Ιαπωνικού βλήματος Τύπος 91 το οποίο μπορούσε να ταξιδεύσει σε μεγαλύτερα μήκη υποβρυχίως,[63] χρησιμοποιήθηκε ώστε να ενδυναμωθεί η δομή ολόκληρου το πλοίου.[62] Συνολικά, τα πλοία της κλάσης Γιαμάτο είχαν 1.147 υδατοστεγή διαμερίσματα,[62] από τα οποία τα 1.065 βρίσκονταν κάτω από το θωρακισμένο κατάστρωμα.[62]

Ωστόσο, η θωράκιση των πλοίων της κλάσης είχε αρκετά ελλείμματα, πολλά από τα οποία αποδείχθηκαν μοιραία το 1944-1945.[64] Συγκεκριμένα, η ατελής συναρμογή της άνω και της κάτω ζώνης θωράκισης δημιούργησε ένα αδύναμο σημείο, ακριβώς κάτω από την ίσαλο.[56] Άλλες κατασκευαστικές αδυναμίες υπήρχαν κοντά στην πλώρη, όπου οι θωράκιση ήταν εν γένει πιο λεπτή.[56] Η γάστρα του Σινάνο είχε ακόμα μεγαλύτερες κατασκευαστικές αδυναμίες, έχοντας ελάχιστη θωράκιση και καθόλου υδατοστεγή διαμερίσματα κατά τον καιρό της βύθισής του.[59]

Πρόωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κλάση Γιαμάτο είχε 12 λέβητες Kanpon, οι οποίοι τροφοδοτούσαν τετραπλούς ατμοστρόβιλους,[2] οι οποίοι με την σειρά τους κινούσαν τέσσερις προπέλες 6 μέτρων. Αυτό το σύστημα ισχύος έδινε στα πλοία δυνατότητα να αναπτύξουν μέγιστη ταχύτητα 27 κόμβων.[9] Με ενδεικτική ιπποδύναμη 147.948 ίππων,[9] η δυνατότητα των πλοίων να επιχειρήσουν με ταχύπλοα αεροπλανοφόρα ήταν περιορισμένη.[58] Σαν επακόλουθο αυτού, κανένα θωρηκτό δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την διάρκεια της Εκστρατείας των Νήσων Σολομώντα ούτε κατά τις ελάσσονες μάχες τις περιόδου 1943-αρχές 1944.[58] Το σύστημα προώθησης του Σινάνο ήταν ελαφρώς βελτιωμένο, επιτρέποντάς του να φτάνει ταχύτητα 28 κόμβων.[60]

Κλάση θωρηκτών «Υπερ-Γιαμάτο»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχεδιάζονταν δύο εντελώς νέα και μεγαλύτερα θωρηκτά ως μέρος της προγράμματος αναπλήρωσης του στόλου του 1942. Με τίτλο «Σχέδιο A-150» και αρχικά ονομασμένα Πολεμικό Πλοίο Αριθμός 178 και Πολεμικό Πλοίο Αριθμός 179, τα σχέδια για τα πλοία ξεκίνησαν λίγο μετά το τέλος του σχεδιασμού της κλάσης Γιαμάτο, πιθανώς το 1938-39. Τα πάντα «είχαν ουσιαστικά τελειώσει» κάποια στιγμή το 1941, αλλά με τον πόλεμο στον ορίζοντα, οι εργασίες στα θωρηκτά σταμάτησαν, ώστε να ικανοποιηθούν άλλες ανάγκες για επιπλέον πολεμικά πλοία, όπως αεροπλανοφόρα και καταδρομικά. Οι Ιαπωνικές απώλειες στην Μάχη του Μίντγουεϊ, όπου βυθίστηκαν τέσσερα αεροπλανοφόρα (από τα δέκα τότε όλου του Ιαπωνικού Ναυτικού), κατέστησαν δεδομένο ότι οι εργασίες σε αυτά τα πλοία δεν επρόκειτο να συνεχιστούν. Στον τρίτο τόμο της σειράς Battleships, Axis and Neutral Battleships in World War II, οι συγγραφείς William H. Garzke και Robert O. Dulin υποθέτουν ότι αυτά τα πλοία θα ήταν «τα πλέον ισχυρά θωρηκτά της ιστορίας» εξαιτίας της ογκώδους συστοιχίας πυροβόλων 510 χιλιοστών και των εκτεταμένων αντιαεροπορικών εξοπλισμών.[65][66]

Παρομοίως με τα έγγραφα που σχετίζονταν με την κλάση Γιαμάτο, τα περισσότερα έγγραφα και όλα τα σχέδια σχετικά με αυτή την κλάση καταστράφηκαν στην σύγχυση που επικράτησε στο τέλος του πολέμου. Είναι γνωστό ότι το τελικό σχέδιο θα είχε ακόμα μεγαλύτερη δύναμη πυρός και μέγεθος από την κλάση Γιαμάτο, με έξι πυροβόλα των 500 χιλιοστών σε τρεις δίδυμους πύργους και δευτερεύοντα αντιαεροπορικό οπλισμό αποτελούμενο από «πολλά» πυροβόλα 100 χιλιοστών. Το εκτόπισμα επρόκειτο να είναι το ίδιο με αυτό των Γιαμάτο, ενώ προγραμματίζονταν θωρηκτή ζώνη 460 χιλιοστών.[65][66]

Πολιτισμική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επισκέπτες στο Μουσείο Γιαμάτο παρατηρούν το μοντέλο του θωρηκτού, κλίμακας 1:10, το 2006

Από την κατασκευή τους έως σήμερα, το Γιαμάτο και το Μουσάσι έχουν σημαντική παρουσία την Ιαπωνική κουλτούρα, και ειδικότερα το Γιαμάτο. Όταν ολοκληρώθηκαν, τα θωρηκτά αποτελούσαν την επιτομή της ναυπηγικής της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας. Επιπροσθέτως, τα δύο πλοία, λόγω του μεγέθους τους, της ταχύτητάς τους και της ισχύος τους, έδιναν υλική υπόσταση στην αποφασιστικότητα και την ετοιμότητα της Ιαπωνίας να υπερασπίσει τα συμφέροντά της έναντι των δυτικών δυνάμεων και ειδικότερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Σιγκέρου Φουκουντόμε, αρχηγός του Επιχειρισιακού Τομέα του Γενικού Επιτελείου του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού, περιέγραψε τα δύο πλοία ως «σύμβολα της ναυτικής ισχύος που παρείχε στους αξιωματικούς και τους άνδρες έντονη αίσθηση αυτοπεποίθησης για το ναυτικό τους».[67]

Το Γιαμάτο, και ειδικότερα η ιστορία της βύθισής του, έχει εμφανιστεί συχνά στην Ιαπωνική λαϊκή κουλτούρα, όπως στο anime Space Battleship Yamato και στην κινηματογραφική ταινία του 2005, Yamato.[68] Οι εμφανίσεις του στην λαϊκή κουλτούρα συνήθως απεικονίζουν την τελευταία του αποστολή ως γενναία, ανιδιοτελή, αλλά μάταια, συμβολική προσπάθεια των Ιαπώνων ναυτών να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Ένας από τους λόγους που έχει τέτοια σημασία στην Ιαπωνική κουλτούρα είναι ότι η λέξη «Γιαμάτο» χρησιμοποιείται συχνά ως ποιητικό όνομα για την Ιαπωνία. Έτσι το τέλος του θωρηκτού Γιαμάτο θα μπορούσε να εκληφθεί ως μεταφορά για το τέλος της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας.[69][70]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons Κλάση θωρηκτών Γιαμάτο, σχετικά βίντεο και φωτογραφίες στο Wikimedia Commons.


Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ήδη από το 1933, οι αεροπόροι του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Ναυτικού, συμπεριλαμβανομένου του Ναυάρχου Ισορόκου Γιαμαμότο, υποστήριζαν ότι η καλύτερη άμυνα απέναντι στα Αμερικανικά αεροπλανοφόρα θα ήταν η κατασκευή ενός δικού τους στόλου αεροπλανοφόρων και όχι ενός στόλου θωρηκτών. Εν τούτοις, «όταν ξέσπασε η διαμάχη, οι πιο ηλικιωμένοι, συντηρητικοί ναύαρχοι επέμειναν στην παραδοσιακή πίστη τους στο θωρηκτό ως το κύριο πλοίο του στόλου, στηρίζοντας την κατασκευή ... της κλάσης υπερθωρηκτών Γιαμάτο.» Δείτε Reynolds, σσ. 5–6
  2. Παρόλο που η γάστρα του διαλύθηκε, ο διπλός πάτος παρέμεινε. Πάνω σε αυτόν έγινε αργότερα η κατασκευή τεσσάρων μεγάλων υποβρυχίων. Δείτε: Garzke and Dulin, σ. 84. Οι διαθέσιμες πηγές δεν αναφέρουν το πότε διαλύθηκε ο διπλός πάτος.
  3. Αυτά τα βλήματα ενδέχεται να είχαν το παρατσούκλι The Beehive (μελίσσι) όσο ακόμα ήταν σε χρήση. Δείτε: DiGiulian, Tony (23 Απριλίου 2007). «Japanese 40 cm/45 (18.1") Type 94, 46 cm/45 (18.1") Type 94». Navweaps.com. http://www.navweaps.com/Weapons/WNJAP_18-45_t94.htm. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2009. 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Kwiatkowska, K. B.; Skwiot, M. Z.. "Geneza budowy japońskich pancerników typu Yamato" (στα Polish). Morza Statki i Okręty (Warsaw: Magnum-X) 2006 (1): 74–81. ISSN 1426-529X. OCLC 68738127. 
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 Jackson, σ. 74
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Jackson, σ. 74; Jentschura et al., σ. 38
  4. 4,0 4,1 Schom, σ. 270
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Hackett, Robert; Kingsepp, Sander; Ahlberg, Lars. «Yamato-class Battleship». Combined Fleet. CombinedFleet.com. http://www.combinedfleet.com/yamato_c.htm. Ανακτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2008. 
  6. Muir, Micheal (Οκτώβριος 1990). "Rearming in a Vacuum: United States Navy Intelligence and the Japanese Capital Ship Threat, 1936–1945" (JSTOR απαιτείται πρόσβαση). The Journal of Military History (Society for Military History) 54 (4): 485. ISSN 1543-7795. OCLC 37032245. http://www.jstor.org/pss/1986067#journalInfo. Ανακτήθηκε στις 7 Μαρτίου 2008. 
  7. Skulski, σ. 8
  8. "Warships of the World". The Times: σελ. 2D. 5 Νοεμβρίου 1948. 
  9. 9,00 9,01 9,02 9,03 9,04 9,05 9,06 9,07 9,08 9,09 9,10 Johnston and McAuley, σ. 123
  10. Friedman, σ. 182
  11. Garzke and Dulin, σ. 4–5
  12. Willmott, σ. 32
  13. Schom, σ. 42
  14. Willmott, σ. 34; Gardiner and Gray, σ. 229
  15. Gardiner and Gray, σσ. 229–231, 234
  16. Garzke and Dulin, σ. 44
  17. Willmott σ. 35
  18. Schom, σ. 43
  19. Willmott, σ. 22
  20. Thurston, Elliott (2 Ιανουαρίου 1935). "Fear is the Real Cause of Navy Treaty End". The Washington Post: σελ. 7. 
  21. Garzke and Dulin, σ. 45
  22. Willmott, σ. 45
  23. Garzke and Dulin, σσ. 45–51
  24. 24,0 24,1 Garzke and Dulin, σσ. 49–50
  25. 25,0 25,1 25,2 25,3 25,4 25,5 25,6 Hackett, Robert; Kingsepp, Sander (6 Ιουνίου 2006). «IJN YAMATO: Tabular Record of Movement». Combined Fleet. CombinedFleet.com. http://combinedfleet.com/yamato.htm. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2009. 
  26. 26,0 26,1 Garzke and Dulin, σ. 49
  27. Garzke and Dulin, σ. 50
  28. Garzke and Dulin, σ. 53
  29. Johnston and McAuley, σ. 122
  30. Reynolds, σσ. 5–6
  31. Friedman, σ. 308
  32. 32,0 32,1 Johnston and McAuley, σ. 128
  33. Tobin, Richard (1 Οκτωβρίου 1944). "U.S. Navy Outnumbers Jap 10 to 1". The Washington Post: σελ. B1. 
  34. Horneby, George (30 Οκτωβρίου 1944). "4 Carriers Sunk". The New York Times: σελ. 1. 
  35. "Japan's Biggest Warship Sunk". The Times: σελ. 3C. Απριλίου 9, 1945. 
  36. W. D. Puleston, The Armed Forces of the Pacific: A Comparison of the Military and Naval Power of the United States and Japan (New Haven: Yale University Press, 1941), σσ. 208–211.
  37. Willmott, σ. 93
  38. Willmott, σ. 146
  39. Reynolds, σ. 156
  40. Baldwin, Hanson (Απριλίου 9, 1945). "Okinawa's Fate Sealed: Sinking of Yamato Shows Japan's Fatal Air and Sea Weakness". The New York Times: σελ. 12. 
  41. 41,0 41,1 Hackett, Robert; Kingsepp, Sander (6 Ιουνίου 2006). «IJN MUSASHI: Tabular Record of Movement». Combined Fleet. CombinedFleet.com. http://combinedfleet.com/musashi.htm. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2009. 
  42. Johnston and McAuley, σ. 125
  43. Steinberg, σ. 56
  44. Garzke and Dulin, σσ. 74–75
  45. 45,0 45,1 45,2 Tully, Anthony P. (7 Μαΐου 2001). «IJN Shinano: Tabular Record of Movement». Combined Fleet. CombinedFleet.com. http://combinedfleet.com/Shinano.htm. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2009. 
  46. Reynolds, σ. 61
  47. Preston, σ. 91
  48. Wheeler, σ. 185
  49. Garzke and Dulin, σ. 99
  50. Garzke and Dulin, σ. 84
  51. Johnston and McAuley, σ. 124
  52. Garzke and Dulin, σ. 85
  53. 53,0 53,1 53,2 53,3 53,4 DiGiulian, Tony (23 Απριλίου 2007). «Japanese 40 cm/45 (18.1") Type 94, 46 cm/45 (18.1") Type 94». Navweaps.com. http://www.navweaps.com/Weapons/WNJAP_18-45_t94.htm. Ανακτήθηκε στις 23 Μαρτίου 2009. 
  54. 54,0 54,1 54,2 54,3 Jackson, σ. 75
  55. Johnston and McAuley, σ. 123; each of the three main turrets weighed more than a good-sized destroyer.
  56. 56,0 56,1 56,2 Steinberg, σ. 54
  57. 57,0 57,1 57,2 Johnston and McAuley, σ. 180
  58. 58,0 58,1 58,2 Jackson, σ. 128
  59. 59,0 59,1 59,2 Tully, Anthony P.. «Shinano». Combined Fleet. CombinedFleet.com. http://combinedfleet.com/ship.php?q=shinan_c.htm. Ανακτήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2009. 
  60. 60,0 60,1 60,2 Preston, σ. 84
  61. 61,0 61,1 61,2 Garzke and Dulin, σ. 65
  62. 62,0 62,1 62,2 62,3 Fitzsimons, Volume 24, σ. 2609
  63. Garzke and Dulin, σ. 94
  64. «Best Battleship: Underwater Protection». Combined Fleet. CombinedFleet.com. http://www.combinedfleet.com/b_underw.htm. Ανακτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2008. 
  65. 65,0 65,1 Gardiner and Chesneau, σ. 178
  66. 66,0 66,1 Garzake and Dulin, σσ. 85–86
  67. Evans and Peattie, σσ. 298, 378
  68. IMDB.com (1990–2009). «Uchû senkan Yamato». Internet Movie Database. http://www.imdb.com/title/tt0140644/. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2009. ; IMDB.com (2005). «Otoko-tachi no Yamato». Internet Movie Database. http://www.imdb.com/title/tt0451845/. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2009. 
  69. Yoshida and Minear, σ. xvii; Evans and Peattie, σ. 378
  70. Skulski, σ. 7

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Evans, David C.; Peattie, Mark R. (1997). Kaigun: Strategy, Tactics, and Technology in the Imperial Japanese Navy, 1887–1941. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-192-7. OCLC 36621876. 
  • Fitzsimons, Bernard, επιμ. (1977). The Illustrated Encyclopedia of 20th Century Weapons and Warfare. London: Phoebus. OCLC 18501210. 
  • Friedman, Norman (1985). U.S. Battleships: An Illustrated Design History. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-715-1. OCLC 12214729. 
  • Garzke, William H.; Dulin, Robert O. (1985). Battleships: Axis and Neutral Battleships in World War II. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-101-3. OCLC 12613723. 
  • Gardiner, Robert; Chesneau, Robert, επιμ. (1980). Conway's All the World's Fighting Ships, 1922–1946. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-913-8. OCLC 18121784. 
  • Gardiner, Robert; Gray, Randal, επιμ. (1984). Conway's All the World's Fighting Ships, 1906–1921. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-907-3. OCLC 12119866. 
  • Jackson, Robert (2000). The World's Great Battleships. London: Brown Books. ISBN 1-89788-460-5. OCLC 45796134. 
  • Jentschura, Hansgeorg; Jung, Dieter; Mickel, Peter (1977). Warships of the Imperial Japanese Navy, 1869-1945. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-893-X. OCLC 3273325. 
  • Johnston, Ian; McAuley, Rob (2000). The Battleships. Osceola, Wisconsin: MBI Pub. Co.. ISBN 0-7603-1018-1. OCLC 45329103. 
  • Preston, Anthony (1999). The World's Great Aircraft Carriers: From World War I to the Present. London: Brown Books. ISBN 1-89788-458-3. OCLC 52800756. 
  • Reynolds, Clark G. (1968). The Fast Carriers: The Forging of an Air Navy. New York: McGraw-Hill. OCLC 448578. 
  • Schom, Alan (2004). The Eagle and the Rising Sun: The Japanese-American War, 1941–1943, Pearl Harbor through Guadalcanal. New York: W. W. Norton. ISBN 0-393-04924-8. OCLC 50737498. 
  • Skulski, Janusz (1989). The Battleship Yamato. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 0-87021-019-X. OCLC 19299680. http://books.google.com/books?id=mw0GLSCmfCQC. 
  • Steinberg, Rafael (1980). Return to the Philippines. New York: Time-Life Books. ISBN 0-80942-516-5. OCLC 4494158. 
  • Wheeler, Keith (1980). War Under the Pacific. New York: Time-Life Books. ISBN 0-8094-3376-1. 
  • Yoshida, Mitsuru; Minear, Richard H. (1999) [1985]. Requiem for Battleship Yamato. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press. ISBN 1-55750-544-6. OCLC 40542935. 
  • Yoshimura, Akira (2008). Battleship Musashi: The Making and Sinking of the World's Biggest Battleship. Tokyo: Kodansha International. ISBN 4-7700-2400-2. OCLC 43303944. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Yamato class battleship της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).