Κιρκινέζι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κιρκινέζι
Αρσενικό Κιρκινέζι μαζί με θηλυκά (όλα ενήλικα)
Αρσενικό Κιρκινέζι μαζί με θηλυκά (όλα ενήλικα)
Κατάσταση διατήρησης
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Ιερακόμορφα (Falconiformes)
Οικογένεια: Ιερακίδες (Falconidae)
Υποοικογένεια: Ιερακίνες (Falconinae) [1]
Γένος: Ιέραξ (Falco)
Είδος: F.naumanni (Κιρκινέζι)
Διώνυμο
Falco naumanni (Ιέραξ του Νάουμαν)
Fleischer, 1818

Το Κιρκινέζι είναι είδος γνήσιου [2] γερακιού (γένος Falco), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Falco naumanni και δεν περιλαμβάνει υποείδη. [3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος είναι αφιερωμένο στον Γερμανό φυσιοδίφη Γιόχαν Αντρέας Νάουμαν (Johann Andreas Naumann 1744–1826), ο οποίος έγραψε ένα ενδιαφέρον βιβλίο για τα πτηνά της Γερμανίας.

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κιρκινέζι είναι ένα αποκλειστικά μεταναστευτικό είδος. Είναι χαρακτηριστικό ότι, με εξαίρεση κάποιες περιοχές στην Αφρική (Τυνησία, Αίγυπτο, Μαρόκο), και κάποιους θύλακες στην Ισπανία, όπου απαντάται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, σε όλες τις υπόλοιπες περιοχές, είναι είτε καλοκαιρινός, είτε χειμερινός επισκέπτης.

Χάρτης εξάπλωσης του F.naumanni . Πράσινο=όλο το έτος (επιδημητικό), Κίτρινο=καλοκαιρινός επισκέπτης (αναπαραγωγική περιοχή, Μπλε=χειμερινός επισκέπτης

Στην Ελλάδα έρχεται το καλοκαίρι για αναπαραγωγή και, το ίδιο ισχύει για μία μεγάλη ζώνη που περιλαμβάνει τη Μεσόγειο, μέρος των Βαλκανίων και φτάνει μέχρι την Κίνα. Αντίθετα, διαχειμάζει σε εκτεταμένες περιοχές της κεντρικής και νότιας Αφρικής.

Οι αναπαραγόμενοι ευρωπαϊκοί του πληθυσμοί βαίνουν μειούμενοι.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κιρκινέζι προτιμάει τα ανοιχτά οικοσυστήματα όπως, λιβάδια, καλλιεργημένους αγρούς, ξερές τοποθεσίες τύπου στέπας και χαμηλούς λόφους με λίγη βλάστηση. [4]

Πολύ συχνά, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες της άνοιξης, αρέσκεται να κάθεται κατά ομάδες στους στύλους της ΔΕΗ, που περνάνε μέσα από αγρούς ή επαρχιακούς δρόμους.[5]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικο αρσενικό Κιρκινέζι

Το Κιρκινέζι είναι είδος διμορφικό, όπως και τα περισσότερα γεράκια.

  • Μήκος σώματος: (26-)28 έως 31(-33) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: 61 έως 66-(72) εκατοστά[6][7]
  • Βάρος (αρσενικό): 120-145 γραμμάρια.

Αρσενικό: Κεφάλι, τράχηλος και ουρά γκρίζα (η ουρά είναι γωνιώδης-οξύληκτη -σχετικά ευθεία στο Βραχοκιρκίνεζο- με πλατιά μαύρη οριζόντια λωρίδα στην κάτω επιφάνεια). Ράχη καστανοκόκκινη, χωρίς κηλίδες (διαφορά από το Βραχοκιρκίνεζο) και με μαυριδερά πρωτεύοντα ερετικά φτερά. Κάτω μέρος ωχρόξανθο με σκούρες καφέ κηλίδες[8].

Θηλυκό: Κεφάλι, ράχη, τράχηλος και ουρά καστανοκόκκινα με χαρακτηριστικές μαυροκαφέ ραβδώσεις (η οξύληκτη ουρά με αχνή σκουρόχρωμη οριζόντια λωρίδα στην κάτω επιφάνεια). Κάτω μέρος σαν του αρσενικού.

Το κήρωμα είναι κίτρινο και τα νύχια ανοιχτόχρωμα (σκούρα στο Βραχοκιρκίνεζο).

Ενήλικο θηλυκό Κιρκινέζι σε πτήση (διακρίνονται τα ανοιχτόχρωμα νύχια)

Γενικά, μοιάζει πολύ με το ελαφρά μεγαλύτερο Βραχοκιρκίνεζο και, είναι δύσκολο για κάποιον αρχάριο να τα ξεχωρίσει. Αυτό του κοστίζει πολλές φορές ακριβά, διότι είναι πολύ πιο σπάνιο από το Βραχοκιρκίνεζο.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασική του προτίμηση είναι τα έντομα, που αποτελούν έως και το 80% της διατροφής του[9]. Κυνηγάει κυρίως ακρίδες και γρύλους και, όταν οι αγρότες καίνε τα σπαρτά, πολύ συχνά παρατηρείται να κυνηγάει τα έντομα, τα ποντίκια και τις σαύρες που προσπαθούν να διαφύγουν. [10]

Γρύλος (Gryllus campestris), ένα από τα αγαπημένα εδέσματα του Κιρκινεζιού

Το Κιρκινέζι δεν συνηθίζει να αιωρείται (hovering) όσο το Βραχοκιρκίνεζο και, όταν το κάνει, αυτό διαρκεί λίγα μόνο δευτερόλεπτα.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έρχεται κατά σμήνη, νωρίς την άνοιξη, για να φωλιάσει στα χωριά και τις επαρχιακές πόλεις. Προτιμάει τις μικρές τρύπες στις στέγες και τα κεραμίδια παλαιών κτηρίων, καμπαναριών, κάστρων κ.ο.κ., [11]ή σε αποθήκες, ενώ λίγα άτομα φωλιάζουν σε δέντρα, βράχους και ορθοπλαγιές. Έχει εντοπιστεί να φωλιάζει στη Θεσσαλία ακόμη και σε περιστερώνες.[12]

Δεν χρησιμοποιείται κάποιο υλικό επίστρωσης για τη φωλιά.

Η γέννα είναι (3-)4 έως 5(-6) αυγά που τα επωάζει κυρίως το θηλυκό για 28 ημέρες. [13]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο σύνολο του παγκόσμιου πληθυσμού και στην Ευρώπη ειδικότερα, το είδος εμφανίζει συνεχόμενη κάμψη. Είναι αρκετά σπάνιο στα βόρεια όρια της επικράτειάς του. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στην καταστροφή των οικοτόπων του και στη χρήση εντομοκτόνων φαρμάκων που, έχουν άμεσες συνέπειες πάνω του, διότι είναι ένα κατά βάση εντομοφάγο πτηνό. [14]

Τα ίδια ισχύουν για τα Κιρκινέζια της Ελλάδας, μόνο που εδώ προστίθεται και η λαθροθηρία με σκοπό την ταρίχευση. Το Κιρκινέζι μοιάζει πολύ με το συγγενικό Βραχοκιρκίνεζο και, λόγω αδυναμίας αναγνώρισής του στο πεδίο, πέφτει θύμα με την -απαράδεκτη ούτως ή άλλως- δικαιολογία ότι είναι «πολύ συνηθισμένο», ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Αντίθετα, οι αγρότες, γνωρίζοντας τη μεγάλη του συμβολή στην ακριδοθηρία και την προστασία που προσφέρει με αυτό τον τρόπο στα σπαρτά, το γνωρίζουν και το προστατεύουν. [15]

Γενικά είναι πολύ τοπικό ακόμη και όταν έρχεται για αναπαραγωγή.

Το Κιρκινέζι αποτελεί «δείκτη υγείας» του περιβάλλοντος στον ελλαδικό χώρο, όσον αφορά στα πτηνά και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία έχει προτείνει σειρά μέτρων για την προστασία του.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κιρκινέζι απαντάται στην Ελλάδα και με άλλες ονομασίες, όπως, Ανεμόγαμος (Ταΰγετος), Ανεμογάμης (Πελοπόννησος), Γκιργκινέγκα (Θεσσαλία), Γκαργκανέτζα (Φάρσαλα), Καντινέλι (Νάξος), Κιρκινέζος, Ανεμογιάννης, Ανεμογάμης, Ανεμογαμάκι, Γρυλλοφάγος[16], Κιρκινέκι.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 16, λήμμα Γεράκι.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Howard & Moore, p. 94
  2. Σύμφωνα με τον Β. Κιόρτση, τέως καθηγητή Ζωολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών, («Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα», τόμος 16, λήμμα Γεράκι)
  3. Howard and Moore, p. 95
  4. Χανδρινός και Δημητρόπουλος σ. 118
  5. Ορνιθολογική Εταιρεία, Τεύχος ?, (άρθρο Δ. Μπούσμπουρα)
  6. Χανδρινός και Δημητρόπουλος σ. 118.
  7. Bertel Bruun p.90
  8. Χανδρινός-Δημητρόπουλος, σ. 120
  9. Χανδρινός και Δημητρόπουλος σ. 118
  10. Ορνιθολογική Εταιρεία, Τεύχος ? (άρθρο Δ. Μπούσμπουρα)
  11. Χανδρινός και Δημητρόπουλος σ. 118
  12. Ορνιθολογική Εταιρεία, Τεύχος ? (άρθρο Δ. Μπούσμπουρα)
  13. Harrison, p. 114
  14. BirdLife International (2006) Lesser Kestrel - BirdLife International Species Factsheet. Retrieved 2007-MAR-1
  15. Ορνιθολογική Εταιρεία, Τεύχος ? (άρθρο Δ. Μπούσμπουρα)
  16. Απαλοδήμος, σ. 28