Κιβέρι Αργολίδας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°31′28″N 22°43′48″E / 37.52444°N 22.73000°E / 37.52444; 22.73000

Κιβέρι
Διοίκηση
Χώρα: Ελλάδα
Περιφέρεια: Πελοποννήσου
Δήμος: Άργους - Μυκηνών
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός: Αργολίδας
Πληθυσμός: 911 (2011)
Άλλα
Ταχ. κώδ: 211 00
Τηλ. κωδ: 2751


Το Κιβέρι είναι παραλιακό χωριό του νομού Αργολίδας. Βρίσκεται πολύ κοντά στους Μύλους και περίπου 15 χιλιόμετρα από το Ναύπλιο και το Άστρος. Ανήκει στο Δήμο Άργους - Μυκηνών και στην απογραφή του 2011 βρέθηκε να έχει 911 κατοίκους.

Ιστορία - Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη μυθολογία, εδώ είχε αγκυροβολήσει ο Δαναός. Στην περιοχή υπήρχε ναός του Γενέσιου Ποσειδώνα και επίσης έχουν ανακαλυφθεί Μυκηναϊκοί τάφοι και υπολείμματα αρχαίου οικισμού στη θέση Άγιος Δημήτριος και αρχαίου ναού στη θέση Άη-Λιας.

Λόγω του εξαιρετικού κλίματος και των φυσικών καλλονών μετά την κατάληψη του Αναπλιού από τους Φράγκους χρησιμοποιήθηκε για παραθερισμό των οικογενειών των Φράγκων αρχόντων, Υπήρχε μεσαιωνικό κάστρο Chamires ή Chimeres. Όπως γράφει ο Λαμπρινίδης στη «Ναυπλία» το όνομα Chamires το οφείλει στον άρχοντα που έκτισε εκεί κάποιο Πύργο-Κάστρο για να προστατεύσει τις επαύλεις και τις οικογένειες από ξαφνικές επιδρομές που ήταν συχνές κατά την εποχή εκείνη. Δυστυχώς τα ερείπια του Πύργου αυτού δεν σώζονται καθόλου.

Το Κιβέρι μέχρι το 1306 ανήκε στην οικογένεια των Ντε λα Ρος που είχανε τ’Ανάπλι, το Άργος, το Δαμαλά και τη Βελιγοστή. Μετά το 1309 περιήλθε στους Ντε Μπριέν, μαζί με το Ναύπλιο και το Άργος και διοικήθηκε από την οικογένεια των Foucherol βαρόνων του Τζόγια (Μίδεια) της Αργολίδας που υπήρξαν αντιπρόσωποι των πρώτων. Μνημονεύεται στη διαθήκη του Βάλτερ ΙΙ Ντε Μπριέν που τα άφησε στην αδελφή του Ισαβέλλα. Έτσι μέχρι το 1389 βλέπουμε την οικογένεια των Euchien με τους οποίους ήλθε σε επιγαμία η Ισαβέλλα να είναι αρχηγός του Κάστρου. Μετά το 1389 περιέρχεται στους Ενετούς και έμεινε σε αυτούς μέχρι το 1481 που μνομονεύεται κατεστραμμένο πια στη συνθήκη που έγινε μεταξύ αυτών και του Μωάμεθ τότε με τη λήξη του πρώτου μεταξύ τους πολέμου. Από τότε το κάστρο δεν ξαναχτίστηκε αλλά στην τοποθεσία αυτή μετά το 1821 γίνεται το παραθαλάσσιο χωριό Κιβέρι


Στην παραλία του Κιβερίου σώζονται έως σήμερα δύο χαρακτηριστικά σπίτια της παλιάς εποχής. Το ένα ανήκε στον Μιχάλη και Μαγδαληνή Ιατρού (σήμερα ανήκει στον Κωνσταντίνο Γκάβρο). Περιβάλλεται από διπλό τοίχο με πολεμίστρες. Το άλλο βρίσκεται ακριβώς δίπλα του και ανήκε στον Γεώργιο Ιατρού, άλλοτε δήμαρχο Ναυπλίου (σήμερα ανήκει στο Δημήτριο Γκίκα).

Στην περιοχή υπάρχει υποθαλάσσια πηγή γλυκού νερού που λέγεται ανάβαλος. Άλλο ένα χαρακτηριστικό της περιοχής είναι μια μικρή κρεμαστή γέφυρα.

Η Βέργω[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βέργω ήταν παιχνίδι που συνοδευόταν από ομώνυμο τραγούδι και παιζόταν στις γειτονιές του Κιβερίου τα παλιά χρόνια.

Οι συμμετέχοντες στο δρώμενο κάθονταν σε κύκλο όπου στην μέση χόρευε η Βέργω της οποίας οι κινήσεις ήταν σύμφωνες με τα λόγια του τραγουδιού.

Είχε την μορφή σκιάχτρου ή ζώου. Φορούσε ριγέ σεντόνι ριγμένο στο κεφάλι και στο χέρι της κρατούσε ένα τσεκούρι. Στην βάση του τσεκουριού είχε δεμένα δύο κουτάλια σαν αυτιά. Όλη αυτή την κατασκευή την κρατούσε στο μέτωπό της κάτω από το σεντόνι σε όλη την διάρκεια του παιχνιδιού.

Η Βέργω απαγορευόταν να μιλάει και μόνο με τις κινήσεις της σε έκανε να καταλαβαίνεις πως αισθάνεται. Ο χορός της είχε πολλές εναλλαγές. Πότε ήταν χαρούμενος και πότε έπεφτε κάτω από πόνο και έκλαιγε σπαρακτικά. Ο χορός της τελείωνε έχοντας έντονο ρυθμό και συνοδευόταν από παλαμάκια. Στο τέλος κάνοντας υποκλίσεις ευχαριστούσε τους «συμπαίκτες» της, έβγαζε το σεντόνι και αποκαλυπτόταν.

Το τραγούδι που τραγουδιόταν κατά την διάρκεια του χορού της Βέργως ήταν το εξής:

Τι τον εζηλεύεις Βέργω τον ψηλό τον άντρα
Τον ψηλό τον άντρα, Βέργω μ’,
τον ψηλό τον άντρα και τον ακαμάτη (δις)
Που’σπερνε τον χρόνο, Βέργω μ’,
που’σπερνε τον χρόνο ένα φέσι σπόρο (δις)
Κι έκλαιγε, βλαστήμα,
Βέργω μ’, έκλαιγε, βλαστήμα (δις)
Ποιος θα το θερίσει, θα το βοτανίσει
‘Γω θα το θερίσω, άντρα μ’,
‘γω θα το θερίσω, γω θα βοτανίσω.
Βάζω πέντε εργάτες Βέργω μ’,
δέκα επιστάτες
Έφυγε ο καλός σου, Βέργω,
έφυγε ο καλός σου και ο αγαπητικός σου.
Ήρθε ο καλός σου Βέργω μ’,
ήρθε ο καλός σου και ο αγαπητικός σου (δις)
Σου ‘φερε παπούτσια, κόκκινο φουστάνι
Πέθανε ο καλός σου, Βέργω μ΄,
πέθανε ο καλός σου και ο αγαπητικός σου.
Σήκω Βέργω μ’, έρχεται ο καλός σου και ο αγαπητικός σου (δις)