Κηδεία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εκφορά νεκρού στο Περού.

Με τον όρο γενικά κηδεία ονομάζεται το σύνολο εκείνο των φροντίδων και τελετών που γίνονται μετά το θάνατο κάποιου από την οικογένεια και την κοινότητά του. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το ρήμα «κήδομαι» που σημαίνει στη νεοελληνική φροντίζω, επιμελούμαι. Παράγωγες επίσης λέξεις ο κηδεμών, η κηδεμονία, ο επικήδειος.

Η κηδεία στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Aπό την εποχή του κυκλαδικού πολιτισμού γύρω στο 3000 π.Χ. ως την υπο-μυκηναϊκή περίοδο το 1100 με 1200 π.Χ. οι Έλληνες εφάρμοζαν τον ενταφιασμό ως αποκλειστική πρακτική κήδευσης. Η καύση των νεκρών που εμφανίζεται γύρω στον 11ο αιώνα π.Χ. θεωρείται επίδραση της Ανατολής, πιθανώς των Χετταίων, και διαδόθηκε στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία. Ως τους χριστιανικούς χρόνους όπου ο ενταφιασμός ξαναγίνεται η μόνη πρακτική κήδευσης και οι δύο μέθοδοι εξασκούνταν στην Ελλάδα ανάλογα με την ιστορική περίοδο και την περιοχή.

Η κηδεία στους αρχαίους Έλληνες από την ομηρική εποχή περιελάμβανε την πρόθεση, την εκφορά, την ταφή και τον περίδειπνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η διαδικασία ακολουθείται στην Ελλάδα πιστά μέχρι και σήμερα. Πρόθεση ήταν η εναπόθεση του στολισμένου νεκρού στη νεκρική κλίνη και η θρηνωδία των οικείων του. Στην εποχή μας ο νεκρός κείται σε φέρετρο, το οποίο είναι ανοιχτό σύμφωνα με την παράδοση, εκτός από τις περιπτώσεις που δεν το επιτρέπει η κατάσταση του πτώματος. Ο νεκρός «φυλάσσεται» από τους οικείους όλο το βράδυ πριν την ταφή, ιεροτελεστία που επιβάλλονταν από την λαϊκή σκέψη και διατηρείται ως σήμερα, το λεγόμενο ξενύχτι. Σημαντικό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης είναι το μοιρολόι, τα θλιβερά δηλαδή τραγούδια που τραγουδούσαν οι οικείοι του νεκρού μαζί με τη μοιρολογίστρα, επάγγελμα που έχει πια εκλείψει.

Η εκφορά ήταν η μετά την πρόθεση τελετή της μεταφοράς της σορού του νεκρού από την οικία του στον τόπο της ταφής του. Στην εποχή μας παρεμβάλλεται ως ενδιάμεσος σταθμός η εκκλησία, όπου ακολουθείται ειδική λειτουργία, η νεκρώσιμη ή η επίσης ονομαζόμενη εξόδιος ακολουθία, μπροστά στο φέρετρο. Σύμφωνα με τον αρχαίο νόμο η νεκρική πομπή έπρεπε να περάσει από τους δρόμους της πόλης σιωπηλά. Η ταφή ήταν η τελετή του ενταφιασμού ή της καύσης και της εναπόθεσης των οστών σε τύμβο. Συνήθως αγαπημένα αντικείμενα τοποθετούνταν στο φέρετρο "για να τα πάρει μαζί του" ο νεκρός ενώ σε κάποιες περιοχές νομίσματα ή λίρες αποτίθενται στα χέρια ή στα μάτια του νεκρού ή απλώς μέσα στο φέρετρο ως ναύλα για τον Χάρο. Ο τελευταίος ασπασμός από τα αγαπημένα πρόσωπα δίδεται στο νεκροταφείο πριν κλείσει το φέρετρο.

Ο Κικέρωνας περιγράφει τη συνήθεια να φυτεύονται λουλούδια στο σημείο της ταφής ώστε να αγαλλιάσει η ψυχή του νεκρού και να εξαγνιστεί το έδαφος, συνήθεια που επιβιώνει ως σήμερα. Μετά την ταφή οι πενθούντες επιστρέφουν στο σπίτι του νεκρού για το περίδειπνο, το δείπνο της παρηγοριάς, που συνοδεύεται από τον καφέ της παρηγοριάς (τούρκικος/ελληνικός) που σερβίρεται με κονιάκ και παξιμάδια. Δυο μέρες μετά την ταφή οι αρχαίοι συνήθιζαν να διοργανώνουν μια τελετή που ονομάζονταν τρίτα, τα σημερινά τριήμερα, ενώ οχτώ μέρες μετά την ταφή ακολουθούσαν τα έννατα, που πραγματοποιούνταν στο σημείο ταφής και αντιστοιχούν στα σύγχρονα εννιάμερα. Επιπλέον, στη σύγχρονη εποχή πραγματοποιούνται επιμνημόσυνες τελετές στις 40 μέρες, στους 3,6 και 9 μήνες και στον χρόνο, και από κει και μετά το μνημόσυνο πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην ημερομηνία του θανάτου. Οι συγγενείς του νεκρού για αόριστο χρονικό διάστημα που εξαρτάται απ' τους ίδιους, βρίσκονται σε πένθος, κατά τη διάρκεια του οποίου οι γυναίκες φορούν μαύρα ρούχα και οι άντρες μαύρο περιβραχιόνιο.

Το Εκκλησιαστικό δίκαιο για την κηδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κανονικό Δίκαιο της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας που αποδίδει ιδιαίτερη τιμή στη τελετή της εκκλησιαστικής κήδευσης των Χριστιανών σύμφωνα προς το Δόγμα, απαγορεύει τέλεση εκκλησιαστικής κηδείας παρουσία ιερέα άνευ προηγουμένης αδείας (απόφασης προς εκκλησιαστική κήδευση) σε ορισμένες περιπτώσεις:

  1. Σε αβάπτιστα βρέφη,
  2. Σε αφορισμένους,
  3. Σε μη Χριστιανούς γενικά,
  4. Σε αποθανόντες από μονομαχία ή εκ τραυμάτων που οφείλονταν σε μονομαχία και
  5. Στους αυτόχειρες.

Άλλα ταφικά έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ταφικά έθιμα διαφέρουν από λαό σε λαό και έχουν μεταβληθεί στη διάρκεια των χρόνων. Ενδεικτικά αναφέρονται:

  • Καύση αντί για ταφή των νεκρών.
  • Ταρίχευση και μουμιοποίηση από τους Αρχαίους Αιγυπτίους.
  • Ταφή πολεμιστών σε τύμβο.
  • Διαφορετικά έθιμα για το πένθος, όπως τεμαχισμό ή αποσάρκωση των νεκρών και προσφορά της σορού στα στοιχεία της φύσης.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • [1]
  • Lemos 2002: Lemos I., The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth Centuries BC, Oxford .