Κεχριμπάρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κεχριμπαρένια κοσμήματα. Το ελλειψοειδές έχει διαστάσεις 52 mm × 32 mm.
Ακατέργαστο κεχριμπάρι
Η «κεχριμπαρένια αίθουσα» στα Ανάκτορα της Αικατερίνης, κοντά στην Αγία Πετρούπολη.

Το κεχριμπάρι (αρχ. ελλ. ἤλεκτρον) είναι απολιθωμένη ρητίνη η οποία χρησιμοποιείται για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων. Παρ' όλο που δεν είναι ορυκτό, μερικές φορές θεωρείται και χρησιμοποιείται ως πολύτιμος λίθος. Το μεγαλύτερο μέρος του κεχριμπαριού στον κόσμο είναι ηλικίας 30-90 εκατομμυρίων ετών. Το ημι-απολιθωμένο ρετσίνι ή το σχεδόν απολιθωμένο κεχριμπάρι καλείται κοπάλη. Ορισμένα τεμάχια κεχριμπαριού φέρουν έγκλειστα στο εσωτερικό τους έντομα.

Φυσικές ιδιότητες του κεχριμπαριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χρώμα, η ζεστασιά και οι ηλεκτρικές του ιδιότητες έχουν χαρίσει στο κεχριμπάρι φήμη προστατευτικής και μαγικής ουσίας. Έτσι δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι χιλιάδες χρόνια τώρα καίγεται σαν λιβάνι κατά τη διάρκεια πνευματικών και θρησκευτικών τελετών. Όταν καεί, το κεχριμπάρι απελευθερώνει ευωδιαστό άρωμα πεύκου[εκκρεμεί παραπομπή]. Εξαιτίας την οργανικής του φύσης, το χρώμα του κεχριμπαριού συχνά ποικίλλει, ανάλογα με τον τύπο της ξένης ύλης που σκεπάστηκε με τον χυμό μετά από την έκκριση του φυτού: Μπορεί να είναι κίτρινο ή να έχει τον χρυσό τόνο ή το χρώμα του μελιού με το οποίο είμαστε εξοικειωμένοι, αλλά και κόκκινο, μπλε και πράσινο ενώ μπορεί επίσης να είναι αδιαφανές. Το γνήσιο κεχριμπάρι απελευθερώνει μία ευωδία πεύκου όταν τσιμπηθεί με ζεστή βελόνα. Αντίθετα, το πλαστικό θα μυρίσει δυσάρεστα. Το πραγματικό κεχριμπάρι είναι απαλό και ζεστό στο άγγιγμα, σε αντίθεση με το πλαστικό που είναι σκληρό και κρύο.

Χημική σύσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεχριμπάρι δεν είναι ορυκτό. Τα τρία στοιχεία Άνθρακας, Οξυγόνο και υδρογόνο συμμετέχουν στην χημική του σύσταση με τις ακόλουθες αναλογίες: 67-87% Άνθρακας, 15% Οξυγόνο, 8.5-11% Υδρογόνο. Το Θείο απαντά σε μικρότερες ποσότητες, 0.26% ως 0.34%, μαζί με 0.5% ανόργανη ύλη.

Φθορισμός

Κάποια τεμάχια κεχριμπαριού φθορίζουν. Τα χρώματα που δημιουργούνται από τον φθορισμό είναι το μπλε και το κίτρινο. Γενικά κοιτάσματα με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε θείο εμφανίζουν το φαινόμενο του φθορισμού.

Σκληρότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην κλίμακα σκληρότητας Mohs το κεχριμπάρι έχει σκληρότητα 1,5 - 2,5. Αυτή διαφέρει ανάλογα από την προέλευση και τον τύπο του κεχριμπαριού. H μικρή σκληρότητά του είναι και ο βασικός παράγοντας της δύσκολης συντήρησής του κατά την διάρκεια των χρόνων.

Οπτικές ιδιότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο δείκτης διάθλασης το κεχριμπαριού είναι 1,54. Αυτό σημαίνει ότι παραμένει σταθερός άσχετα από τον τύπο και την γεωγραφική του προέλευση. Δηλαδή τα κεχριμπάρι αλλάζει την πορεία του φωτός κατά τέτοια γωνία όπως κάνουν και οι κρύσταλλοι των ορυκτών.

Ειδικό βάρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κεχριμπάρι είναι πολύ ελαφρύ και δίνει την αίσθηση πλαστικού. Οι Έλληνες το αποκαλούσαν ήλεκτρο, εξαιτίας της φωτεινότητας και της λαμπρότητάς του (σύμφωνα με το Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη). Το πραγματικό κεχριμπάρι επιπλέει σε αλατόνερο (περιεκτικότητας περίπου 2 κουταλιών της σούπας αλάτι ανά κούπα νερού). Αντίθετα, το πλαστικό (σε πολλές μορφές του) και ο βακελίτης βυθίζονται. Το ειδικό βάρος του είναι σχετικά χαμηλό, 1,05 – 1,10. Πρακτικά το κεχριμπάρι επιπλέει σε αλατισμένο νερό. Δεν επιπλέει στην θάλασσα αλλά μπορεί και μετακινείται μίλια ολόκληρα σ’ αυτήν.

Χρώμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξαιτίας την οργανικής του φύσης, το χρώμα του κεχριμπαριού συχνά ποικίλλει, ανάλογα με τον τύπο της ξένης ύλης που σκεπάστηκε με τον χυμό μετά από την έκκριση του φυτού. Το χρώμα του κεχριμπαριού μπορεί να είναι κίτρινο, ή να έχει τον χρυσό τόνο ή το χρώμα του μελιού (με το οποίο είμαστε πιο εξοικειωμένοι), αλλά και κόκκινο, μπλε και πράσινο και μπορεί επίσης να είναι αδιαφανές

  • Διάφανο
  • Λευκό
  • Με Καθαρότητα νερού (τελείως διαυγές)
  • Κίτρινο ή κόκκινο (Διαυγές αλλά με μια μικρή απόχρωση)
  • Νεφελώδες, λιπαρό (Διαυγές αλλά με ένα φίνο «νεφέλωμα»
  • Kapusciak ή λαχανόφυλλο (καθαρό με νεφελώδεις στροβίλους)
  • Νεφελώδες νόθο ((καθαρό με πυκνά νεφελώματα)
  • Νόθο ενάρετο (Άσπρο / γκρι καθ’ ολοκληρία)
  • Kumst (ποτό Τατάρων)(Κίτρινο / καφεκίτρινο νεφελώδες καθ’ ολοκληρία)
  • Ημινόθο (Πυκνά νεφελώδες)
  • Οστεώδες ή μαργαριταρένιο (Πυκνά λευκό νεφελώδες)
  • Αφρώδες (λευκό και τελείως απαλό)
  • Γαλανό (Δομινικανικό κεχριμπάρι) από την Ισπανιόλα κυρίως από την Δομινικανή Δημοκρατία· φαίνεται γαλανό εξαιτίας φθοριζούσων μοριών.[1].[2]

Για το χρώμα του κεχριμπαριού έχουν γραφτεί ολόκληρα βιβλία και sites. Πάντως αυτό περιγράφεται κυρίως με δύο τρόπους: την θολερότητα και την απόχρωση. Το περισσότερο θολό κεχριμπάρι είναι το λεγόμενο άσπρο. Μια ολόκληρη γλώσσα έχει αναπτυχθεί για να περιγράψει την θολερότητα του κεχριμπαριού από το λευκό μέχρι το καθαρό κεχριμπάρι. (βλ. πίνακα)

Ο A. Chetnik, στο βιβλίο του ‘Pocket Dictionary of Polish Amber Varieties’, ονομάζει περισσότερα από ογδόντα είδη και αποχρώσεις κεχριμπαριού. Συχνά η επιφάνεια ενός κομματιού κεχριμπαριού είναι σκουρότερη από το εσωτερικό εξ αιτίας της οξείδωσής της.

Αντίδραση στους διαλύτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί μελετητές έχουν σημειώσει τις αντιδράσεις του κεχριμπαριού σε οργανικούς διαλύτες. Ο παρακάτω πίνακας είναι αποτέλεσμα της μελέτης των Rice, Fraquet and Bauer. Το κεχριμπάρι διαλύεται στα ακόλουθα:

Συγκεντρώσεις διαλυτών

  • Αλκοολικό διάλυμα καλίου 40-55%
  • Αλκοόλη 20-25%
  • Αμυλική Αλκοόλη 20%
  • Βενζένιο <1%
  • Βενζόλιο10%
  • Δισουλφιδικός Άνθρακας 24%
  • Χλωροφόρμιο 21-26%
  • Αιθέρας 18-23%
  • Μεθυλική Αλκοόλη 13%
  • Ελαιο Τουρπεντίνη 25%
  • Πετρελαϊκός Αιθέρας 3%

Γίνεται αντιληπτό ότι, λόγω των διαφορών του κεχριμπαριού, οι αντιδράσεις στους παραπάνω διαλύτες δεν είναι πάντα κοινές.

Παγκόσμια εμφάνιση του κεχριμπαριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοιτάσματα κεχριμπαριού και Ιστορικές διαδρομές κεχριμπαριού στην Ευρώπη. Υπόμνημα: Ισχυρές κόκκινες κουκίδες: κοιτάσματα σύμφωνα με Ganzelewski/Slotta[3]. Μικρές κόκκινες κουκίδες: κοιτάσματα σύμφωνα με Stahl[4]. Λευκές κουκίδες: πολύ μικρά κοιτάσματα . Μαύρες και κόκκινες γραμμές: Ιστορικές διαδρομές κεχριμπαριού[5].

To κεχριμπάρι βρίσκεται σε όλο τον κόσμο. Κοιτάσματα του κεχριμπαριού βρίσκονται επίσης και στη βόρεια Ελλάδα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Manuel A. Iturralde-Vinent: Geology of the Amber-Bearing Deposits of the Greater Antilles. - Caribbean Journal of Science, Vol. 37 (3-4), University of Puerto Rico, Mayagüez, 2001
  2. Melvin Jameson, «Το κεχριμπάρι και η ιστορία του», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.109
  3. M. Ganzelewski, R. Slotta (Hrsg.): Bernstein - Tränen der Götter. Bochum 1996, ISBN 3-921533-57-0, hier zitiert (abweichend von der Angabe des Autors der Abbildung): deutschsprachige Ausgabe der Veröffentlichung des Deutschen Bergbau-Museums
  4. Chr. Stahl: Mitteleuropäische Bernsteinfunde von der Frühbronze bis zur Frühlatenezeit. Verlag J.H. Röll, 2006, ISBN 3-89754-245-5. Dissertation 2004, Philosophische Fakultät der Julius-Maximilian-Universität Würzburg.
  5. J. Richter: Der Brenner & Tuisc Codex. Fischer Verlag, 2006, ISBN 3-8301-0965-2.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Melvin Jameson, «Το κεχριμπάρι και η ιστορία του», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.108-112
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Amber (έκδοση 83193691) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).