Κατανοσίνες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Δομή κατανοσίνης Α
Δομή κατανοσίνης Β (λυσοβακτίνης)

Οι κατανοσίνες είναι ομάδα αντιβιοτικών (καλούμενα και αντιβιοτικά λυσοβακτίνης). Οι κατανοσίνες είναι φυσικές (μη συνθετικές) ουσίες με ισχυρή αντιβακτηριακή δράση. [1] Έως τώρα έχουν περιγραφεί η κατανοσίνη Α και η κατανοσίνη Β (λυσοβακτίνη).

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατανοσίνες εξάγονται από το υγρό ζύμωσης μικροοργανισμών. Έχει ανακοινωθεί η παραγωγή από Cytophaga [2] και Gram-αρνητικά είδη Lysobacter [3] στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατανοσίνες είναι δεψιπεπτίδια. Δεν είναι κανονικά πεπτίδια του πρωτογενούς μεταβολισμού, αλλά προκύπτουν από τον δευτερογενή μεταβολισμό των βακτηρίων, που επιτρέπει και την ενσωμάτωση ασυνηθών μη πρωτεϊνογενών αμινοξέων. Έτσι στις κατανοσίνες βρίσκονται τα μη ριβοσωμικά αμινοξέα 3-υδροξυλευκίνη, 3-υδροξυφενυλαλανίνη, 3-υδροξυασπαραγίνη, και αλλο-θεονίνη.

Όλες οι κατανοσίνες έχουν κυκλικό τμήμα και μια γραμμική ουρά. Ο δακτύλιος κλείνει με έναν εστερικό δεσμό (πρόκειται περί κυκλικών δεψιπεπτιδίων συγκεκριμένα ακυλκυλοδεψιπεπτιδίων).

Η κατανοσίνες Α και Β ξεχωρίζουν στην θέση του 7ου αμινοξέος. Στον δευτερεύοντα μεταβολίτη κατανοσίνη Α υπάρχει βαλίνη, ενώ στον κύριο μεταβολίτη κατανοσίνη Β υπάρχει ισολευκίνη.

Βιολογική δράση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατανοσίνες παρενοχλούν την βιοσύνθεση της κυτταρικής μεμβράνης. Είναι δραστικότατες κατά επικίνδυνων Gram-θετικών νοσοκομειακών παθογόνων όπως π.χ. κατά σταφυλοκκόκων και εντεροκόκκων. Λόγω της πολλές ελπίδες παρέχουσας δράσης έχουν ασχοληθεί ερευνητικές ομάδες βιολόγων και χημικών με τα αντιβιοτικά κατανοσίνης. Το in-vitro επίπεδο δράσης των κατανοσινών συγκρίνεται με αυτό της βανκομυκίνης.

Χημική σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2007 περιγράφθηκαν οι πρώτες δύο συνθέσεις κατανοσίνης Β (λυσοβακτίνης). [4][5]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. D. P. Bonner, J. O´Sullivan, S. K. Tanaka, J. M. Clark, R. R. Whitney, J. Antibiot. 1988, 41, 1745–1751 PMID 3209466
  2. J. O´Sullivan, J. E. McCullough, A. A. Tymiak, D. R. Kirsch, W. H. Trejo, P. A. Prinicipe, J. Antibiot. 1988, 41, 1740–1744 PMID 3209465
  3. J. I. Shoji, H. Hinoo, K. Matsumoto, T. Hattori, T. Yoshida, S. Matsuura, E. Kondo, J. Antibiot. 1988, 41, 713–718 PMID 3403364
  4. F. von Nussbaum, S. Anlauf, J. Benet-Buchholz, D. Häbich, J. Köbberling, L. Musza, J. Telser, H. Rübsamen-Waigmann, N. A. Brunner Angew. Chem. 2007, 119, 2085–2088; Angew. Chem. Int. Ed. 2007, 46, 2039–2042 PMID 17211904
  5. A. Guzman-Martinez, R. Lamer, M. S. VanNieuwenhze, J. Am. Chem. Soc. 2007, 129, 6017–6021 PMID 17432854


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα  Katanosine της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).