Καρυοθραύστης (πτηνό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρυοθραύστης (πτηνό)
Καρυοθραύστης
Καρυοθραύστης
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Κορακίδες (Corvidae)
Γένος: Καρυοθραύστης (Nucifraga) (Brisson, 1760)
Είδος: N. caryocatactes
Διώνυμο
Nucifraga caryocatactes (Καρυοθραύστης ο καρυοκατάκτης)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Nucifraga caryocatactes caryocatactes
Nucifraga caryocatactes hemispila
Nucifraga caryocatactes interdicta
Nucifraga caryocatactes japonica
Nucifraga caryocatactes macella [i]
Nucifraga caryocatactes macrorhynchos
Nucifraga caryocatactes multipunctata
Nucifraga caryocatactes owstoni
Nucifraga caryocatactes rothschildi

Ο καρυοθραύστης είναι δασόβιο πτηνό της οικογενείας των Κορακιδών, που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Nucifraga caryocatactes και περιλαμβάνει 9 υποείδη.[2]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Nucifraga caryocatactes caryocatactes (Linnaeus, 1758).[2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιστημονική ονομασία του γένους Nucifraga είναι λατινική και, είναι η ακριβής απόδοση της ελληνικής ονομασίας καρυοθραύστης: frangere =σπάζω, ρηγνύω, κομματιάζω + nux-cis =κάρυον.[3][4]

  • Με την ονομασία κάρυο εννοούνται όλοι οι καρποί που περιλαμβάνονται στη βοτανική κατηγορία κάρυο και όχι τα κοινά καρύδια, όπως λανθασμένα πιστεύεται, που άλλωστε, στις περιοχές που συχνάζει το πτηνό, σπάνια ανευρίσκονται (βλ. και Τροφή).

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταξινομική του είδους είναι αρκετά ξεκάθαρη, με μόνη διαφωνία το, εάν το υποείδος Nucifraga caryocatactes multipunctata πρέπει να αναβαθμιστεί στο διακριτό είδος Nucifraga multipunctata ή να παραμείνει ως έχει.[5]

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή του υποείδους Nucifraga caryocatactes caryocatactes (επιδημητικό και διαχειμάζον)

Ο Καρυοθραύστης είναι ένα αποκλειστικά ευρασιατικό είδος με εξάπλωση, σε γενικές γραμμές, από την κεντρική Ευρώπη και τη Σκανδιναβία στα δυτικά και, μέσω της Ρωσίας, της Σιβηρίας και της κεντρικής Ασίας, μέχρι την Καμτσάτκα και τις ακτές της Ιαπωνίας στα ανατολικά και, μέχρι τα Ιμαλάια και την Ινδοκίνα στα νότια. Σε πολλές περιπτώσεις, εμφανίζει το φαινόμενο της πληθυσμιακής «έκρηξης», δηλαδή σε περιοχές όπου φυσιολογικά οι αριθμοί του είναι μικροί, ξαφνικά συρρέουν πολλά άτομα, γεγονός που οφείλεται σχεδόν πάντοτε στις κακές καιρικές συνθήκες των περιοχών απ' όπου έρχονται τα πουλιά (βλ. και Μεταναστευτική συμπεριφορά).

Αρ. Υποείδος Περιοχές αναπαραγωγής και μόνιμοι (επιδημητικοί) πληθυσμοί Περιοχές διαχείμασης και μετανάστευσης
1 Nucifraga caryocatactes caryocatactes Β, Κ, και ΝΑ Ευρώπη προς την Κ Ευρωπαϊκή Ρωσία, Καύκασο και Β Καζακστάν Ν Ρωσία
2 Nucifraga caryocatactes hemispila ΒΔ και Κ ΙμαλάιαΝεπάλ προς Β Κασμίρ Επιδημητικό
3 Nucifraga caryocatactes interdicta Β Κίνα (Χενάν και Σανξί προς Χεμπέι και ΝΔ Λιαονίνγκ) Επιδημητικό
4 Nucifraga caryocatactes japonica Κ και Ν Κουρίλες προς Ιαπωνία (Χοκάιντο, Χονσού, Χοντό) Επιδημητικό
5 Nucifraga caryocatactes macella Α Ιμαλάια προς Ν Θιβέτ, Δ {{Νεπάλ]] προς Β Μιανμάρ, Κ και ΝΔ Κίνα Επιδημητικό
6 Nucifraga caryocatactes macrorhynchos Α Ευρωπαϊκή Ρωσία προς Καμτσάτκα, Σαχαλίνη και Β Μογγολία, ΒΑ Κίνα και Κορέα Δ Ευρώπη προς Κ Κίνα
7 Nucifraga caryocatactes multipunctata Α Αφγανιστάν, Δ και Β Πακιστάν, Κασμίρ προς Λαχούλ Επιδημητικό
8 Nucifraga caryocatactes owstoni Ταϊβάν Επιδημητικό
9 Nucifraga caryocatactes rothschildi Κ Κιργιστάν (όρη Τιεν Σαν και Τζουγκαριάν Αλατάου) προς Κίνα (ΔΚ Σινγιάνγκ) και ΝΑ Καζακστάν Επιδημητικό

Πηγές:[6][7] (σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στην Ελλάδα)

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρυοθραύστης, όπως φαίνεται και από την γεωγραφική κατανομή των διαφόρων υποειδών, δεν είναι ιδιαίτερα μεταναστευτικό πτηνό και, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις, προτιμάει την τοπική μετακίνηση εντός των ορίων επικρατείας του. Ωστόσο, εξαρτάται άμεσα από τη διαθεσιμότητα τροφής και, σε κάποιες περιπτώσεις, έχει συμβεί μεταναστευτική «έκρηξη» όταν τα αποθέματα είναι ελάχιστα ή και ανεπαρκή για την επιβίωσή του. Για παράδειγμα, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν καταγράφονται ιστορικά περισσότερα από 8-10 περιπλανώμενα άτομα ετησίως, το 1968 πάνω από 300 άτομα επισκέφθηκαν τα βρετανικά νησιά, ως μέρος μιας μεγάλης αποδημίας στη δυτική Ευρώπη, που πιθανότατα οφειλόταν σε κάποια απότομη ψυχρή εισβολή από τα βάθη της Σιβηρίας,[8] κάτι που συχνά επαναλαμβάνεται στην ανατολική, κεντρική και δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ιδιαίτερα για το υποείδος Nucifraga caryocatactes macrorhynchos.[9]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Λουξεμβούργο, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Πορτογαλία, από την Τουρκία, τη Συρία και το Ιράν.[1]

Στην Ελλάδα, ο καρυοθραύστης φωλιάζει, πιθανότατα, ως επιδημητικός στη βόρεια χώρα, αλλά απαντώνται και άτομα που έρχονται κατά τη φθινοπωρινή μετανάστευση.[10][11]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καρυοθραύστες, εξαρτώμενοι άμεσα από κάποια συγκεκριμένη τροφή, συχνάζουν στα πυκνά κωνοφόρα δάση της επικρατείας τους, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές, όπου είναι αρκετά δύσκολο να τους παρατηρήσει κανείς τα καλοκαίρια, λόγω του καμουφλάζ που προσφέρει το κηλιδωτό τους πτέρωμα μέσα στα πυκνά κλαδιά των δένδρων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του χειμώνα μπορεί να βρεθεί και σε δάση φυλλοβόλων.[12]

Στην Ελλάδα, παρομοίως, απαντάται σε ανάλογα ενδιαιτήματα της βόρειας χώρας.[10]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος Καρυοθραύστης

Ο καρυοθραύστης, ένα πουλί με έντονα κηλιδωτό, στιλπνό και, υπό οπτική γωνία, γυαλιστερό (glossy) πτέρωμα, δύσκολα συγχέεται με κάποιο άλλο είδος, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψιν το οικοσύστημα όπου συχνάζει και το χαρακτηριστικό πέταγμά του.

Είναι ένα κορακοειδές με κηλιδωτό πτέρωμα, πλατιές πτέρυγες -σε σχέση με το μέγεθός του- και μικρή ουρά. Το χρώμα του πτερώματος είναι παντού σκούρο σοκολατί, αλλά σε έντονο βαθμό κηλιδωτό, με λευκά στίγματα στο πρόσωπο, το λαιμό, την ωμοπλάτη και όλη την κάτω επιφάνεια του σώματος. Η περιοχή στην εμπρόσθια οφθαλμική περιοχή (lores) είναι λευκή, ενώ διαθέτει μαυριδερή-καφέ κορυφή κεφαλιού που εκτείνεται μέχρι και τον αυχένα.

Οι πτέρυγες είναι σκούρες μαυριδερές, με μια πρασινωπή-μπλε γυαλιστερή απόχρωση, ανάλογα με το πώς πέφτει το φως πάνω τους -κάτι που συμβαίνει και με άλλα κορακοειδή (λ.χ. καρακάξα)-. Η κοντή -για κορακοειδές- ουρά είναι σκούρα, αλλά η παρουσία λευκών πτερών στην περιοχή της αμάρας και του ουροπυγίου, καθώς και στην άκρη των ουραίων (πηδαλιωδών) πτερυγίων, δίνουν την αίσθηση ότι η ουρά διαθέτει στο κάτω μέρος της μία μαύρη πλατιά ταινία, κάτι ιδιαίτερα εμφανές κατά την πτήση.

Το ράμφος είναι σχετικά μακρύ και πολύ στιβαρό, με χρώμα σκούρο μολυβί και με ιδιαίτερα οξύ άκρο, που διαφέρει σε μέγεθος ανάμεσα στα διάφορα υποείδη και, πολλές φορές, χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό κριτήριο. Η ίριδα, οι ταρσοί και τα πόδια είναι όλα μαυριδερά.

Τα φύλα είναι όμοια, ενώ τα νεαρά άτομα έχουν λιγότερες κηλίδες στο σώμα τους και, γενικότερα, έχουν πιο ανοιχτόχρωμο πτέρωμα.[9]

  • Μήκος σώματος: (32-)33 έως 38 εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 49 έως 53 εκατοστά
  • Βάρος: 130 έως 190 γραμμάρια [13]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σημαντικότερες πηγές τροφής για το είδος αυτό είναι τα σπέρματα των καρπών (κουκουνάρια) των κωνοφόρων (Pinus sp.), ιδιαίτερα εκείνα των αλπικών (μεγάλου υψομέτρου) ειδών (Pinus subgenus strobus) με μεγάλους σπόρους: P. armandii, P. cembra, P. koraiensis, P. parviflora, P. peuce, P. pumila, P. sibirica και P. wallichiana, αλλά και του subgenus Ducampopinus, P. bungeana και P. gerardiana. Σε ορισμένες περιοχές, όπου κανένα από αυτά τα πεύκα δεν ευδοκιμεί, οι σπόροι της ερυθρελάτης (Picea sp. ) και της φουντουκιάς (Corylus sp. ), αποτελούν σημαντικό μέρος της διατροφής του. Το είδος συνηθίζει να αποθηκεύει το πλεόνασμα των καρπών που συλλέγει, για να τους χρησιμοποιήσει σε δύσκολες συνθήκες διαβίωσης.

Διάφορα έντομα, επίσης, συμπληρώνουν τη διατροφή του, καθώς και μικρά πτηνά, τα αυγά τους και οι νεοσσοί τους, μικρά τρωκτικά, σαύρες και θνησιμαία, ιδιαίτερα νεκρά ζώα στους αυτοκινητοδρόμους. Τέλος, μπορεί να «σκάβει» και φωλιές μελισσών και σφηκών -με μεγάλη προσοχή- για να πάρει τις προνύμφες.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πτήση του καρυοθραύστη είναι η χαρακτηριστική των κορακοειδών που ζουν στα δάση: αρκετά «βαριά», πολύ κυματιστή (undulating) και σύντομη, από κλαδί σε κλαδί, θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό εκείνη της Κίσσας.[9][13]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρυοθραύστης, παρόλο που δεν θεωρείται ένα τυπικά κρυπτικό (secretive) πουλί, είναι ωστόσο δύσκολο να παρατηρηθεί μέσα στα πυκνά του ενδιαιτήματα, λόγω του πτερώματος παραλλαγής που διαθέτει. Αντίθετα, είναι πιο εύκολο να τον δει κάποιος κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ιδιαίτερα στα χιονισμένα αλπικά τοπία, όπου εύκολα ξεχωρίζει με το σκούρο του πτέρωμα και, από τη συνήθειά του να κάθεται σε κορυφές δένδρων και να εποπτεύει το χώρο (perching). Επίσης, κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, όταν μαζεύει καρπούς για αποθήκευση, μπορεί να φθάσει σε πάρκα ή και σε αυλές σπιτιών. Συνήθως είναι μοναχικό πτηνό, αλλά εκτός αναπαραγωγικής περιόδου, μπορεί να σχηματίζει ολιγομελή σμήνη.[9]

Ανοιγμένο κουκουνάρι, όπου φαίνεται ο τρόπος χειρισμού των σπερμάτων από τον καρυοθραύστη

Ο τρόπος με τον οποίο ανοίγει τα κουκουνάρια για να πάρει τα σπέρματα, ή/και τα κάρυα (nuts), είναι πολύ χαρακτηριστικός. Τοποθετεί το ράμφος του, έτσι ώστε η βάση του να έλθει σε επαφή με το σκληρό περίβλημα του καρπού, διότι στο συγκεκριμένο σημείο, το ράμφος διαθέτει μία σκληρή και οξεία «ράχη» (ridge) στο εσωτερικό της, που λειτουργεί σαν κόφτης. Μάλιστα, τα υποείδη που τρέφονται με σπέρματα που έχουν ιδιαίτερα σκληρό κέλυφος, έχουν παχύτερα και ισχυρότερα ράμφη. Εάν, παρά ταύτα, το περίβλημα είναι πάρα πολύ σκληρό, χρησιμοποιεί τα πόδια του κρατώντας σταθερό το κάρυο και ραμφίζει την επιφάνεια με δυνατά κτυπήματα, χρησιμοποιώντας το ράμφος του σαν σμίλη.

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο γίνεται αποθήκευση του πλεονάσματος των καρπών στο έδαφος. Ανοίγεται με το ράμφος μια τρύπα που επεκτείνεται κυκλικά. Στη συνέχεια, θάβονται στο συγκεκριμένο σημείο κουκουναρόσποροι (μέχρι και 100) ή κάρυα φουντουκιάς (μέχρι 14-15). Στη συνέχεια, η οπή καλύπτεται, με τις «αποταμιεύσεις» αυτές, να βρίσκονται και να ανακτώνται εύκολα ακόμη και κάτω από παχύ χιόνι.

  • Η συνήθεια του καρυοθραύστη να αποθηκεύει το πλεόνασμα των καρπών για μελλοντική χρήση, έχει προκαλέσει σε εκτεταμένες περιοχές διασπορά νέων δέντρων, ιδιαίτερα κωνοφόρων (π.χ.Pinus cembra), σε μεγάλες εκτάσεις των Άλπεων της κεντρικής Ευρώπης, που είχαν παλαιότερα αποψιλωθεί από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καρυοθραύστες είναι μονογαμικά πουλιά και απαιτούν ζωτικό χώρο φωλιάσματος με εμβαδόν 20-30 εκτάρια, περίπου. Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινάει στα μέσα Μαρτίου στις νότιες επικράτειες, μέχρι τον Απρίλιο ή και το Μάιο στις βόρειες και η ωοτοκία πραγματοποιείται εφάπαξ.[14] Οι γονείς εκμεταλλεύονται τα αποθέματα καρπών που έχουν συλλέξει από το προηγούμενο φθινόπωρο, για το φώλιασμα.

Η φωλιά κατασκευάζεται ψηλά πάνω σε ένα κωνοφόρο, σε ένα κλαδί συνήθως κοντά στον κορμό, σπανιότερα σε ένα φυλλοβόλο δένδρο. Είναι μία κατασκευή από κλαδάκια, βρύα και λειχήνες, με κάποια ανάμιξη χώματος, ενώ το υλικό επίστρωσης είναι ένα χοντρό στρώμα από γρασίδι με τριχωτούς λειχήνες.[14]

Καρυοθραύστης στην κορυφή κωνοφόρου

Η γέννα αποτελείται από 3-4 (σπανίως 2 ή 5) αυγά, που εναποτίθενται ένα (1) κάθε ημέρα, περίπου. Η επώαση που πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα, ξεκινάει από το πρώτο ή το δεύτερο αυγό και διαρκεί 17-19 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, επιτηρούνται στενά από τους γονείς τους, αφήνουν τη φωλιά τους στις 21-28 ημέρες, αλλά μένουν κοντά στους γονείς του για περαιτέρω 2-3 μήνες, οπότε μαθαίνουν τις διατροφικές συνήθειες αναζήτησης και αποθήκευσης καρπών, που είναι απαραίτητες για την επιβίωσή τους.[15] Πάντως, η αναπαραγωγή του δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Στην Ελλάδα, ο καρυοθραύστης είναι επιδημητικός κατά μεγάλο ποσοστό και φωλιάζει (;) στη βόρεια χώρα σε δάση κωνοφόρων. Πιθανότατα, υπάρχει μίξη με άτομα που έρχονται κατά τη φθινοπωρινή μετανάστευση.[10][11]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος δεν φαίνεται να κινδυνεύει από κάποια συγκεκριμένη απειλή, γι’αυτό η IUCN έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC), παγκοσμίως, αν και υπάρχει μείωση των πληθυσμών του, λόγω απωλείας των ενδιαιτημάτων του.[1]

Κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρυοθραύστης είναι το έμβλημα του Ελβετικού Εθνικού Πάρκου, όπου απεικονίζεται με στυλιζαρισμένο τρόπο, να πετάει κρατώντας στο ράμφος του ένα κώνο πεύκου. Το πουλί, πραγματικά κοινό στα Grisons, είναι ιδιαίτερα δραστήριο στο Εθνικό Πάρκο, όπου οι περιπατητές μπορουν να το δουν εύκολα.

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο o καρυοθραύστης απαντάται και με τις ονομασίες Καρυδοσπάστης, Καρυδοφάγος [16] και Καρυδοθραύστης [10]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Περιλαμβάνει και το Nucifraga nucifraga yunnanensis [17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 BirdLife International (2012). Nucifraga caryocatactes στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 28 Μαρτίου 2014.
  2. 2,0 2,1 Howard and Moore, p. 511
  3. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=nucis
  4. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=frangere
  5. Rasmussen & Anderton
  6. Howard and Moore, p.511
  7. BirdLife International and NatureServe (2012). «Nucifraga caryocatactes: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής». IUCN. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22705912. Ανακτήθηκε στις 28 Μαρτίου 2014. 
  8. "BTO Web: BirdFacts > crows > Nutcracker"
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 Bruun, p. 216
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Όντρια, σ. 155
  11. 11,0 11,1 Κόκκινο Βιβλίο, σ. 161
  12. Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, σ. 254
  13. 13,0 13,1 Heinzel et al., p. 320
  14. 14,0 14,1 Harrison, p. 315
  15. Harrison, p. 316
  16. Απαλοδήμος, σ. 36
  17. Howard and Moore, p. 511, note 9

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 32 , λήμμα «Καρυδοσπάστης»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια, Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Rasmussen, P.C., and J.C. Anderton. 2005. Birds of South Asia. The Ripley guide. Volume 2: attributes and status. Smithsonian Institution and Lynx Edicions, Washington D.C. and Barcelona
  • Bauer, H.-G.; Bezzel, E. & Fiedler, W.: Das Kompendium der Vögel Mitteleuropas - Alles über Biologie, Gefährdung und Schutz. Band 2: Passeriformes - Sperlingsvögel. 2. vollst. überarb. Aufl., AULA-Verlag Wiebelsheim, 2005. ISBN 3-89104-648-0
  • Svensson, L.; Grant, P. J.; Mullarney, K.; Zetterström, D.: Der neue Kosmos-Vogelführer - Alle Arten Europas, Nordafrikas und Vorderasiens. Franckh-Kosmos Verlags-GmbH & Co., Stuttgart, 1999. ISBN 3-440-07720-9
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Spotted Nutcracker της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).