Καρατζάς (πτηνό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καρατζάς (πτηνό)
Ενήλικος καρατζάς στο αναπαραγωγικό του πτέρωμα (διακεκριμένη φωτογραφία)
Ενήλικος καρατζάς στο αναπαραγωγικό του πτέρωμα (διακεκριμένη φωτογραφία)
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Χαραδριόμορφα (Charadriiformes)
Οικογένεια: Λαρίδες (Laridae) [i]
Υποοικογένεια: Δρεπανίνες (Στερνίνες) (Sterninae) [3]
Γένος: Υδροπρόγνη (Hydroprogne) (Kaup, 1829) F
Είδος: H. caspia
Διώνυμο
Hydroprogne caspia (Υδροπρόγνη η κασπία) [1][2]
Linnaeus, 1758

Ο καρατζάς είναι παρυδάτιο πτηνό της οικογενείας των Λαριδών, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Hydroprogne caspia και δεν περιλαμβάνει υποείδη.[3]

Ο καρατζάς είναι το μεγαλύτερο σε μέγεθος, από μία κατηγορία πτηνών που στην Ελλάδα έχει τη γενική ονομασία, γλαρόνια (λόγια ονομασία δρεπανίδες).[4] [ii]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η (νεο)λατινική ονομασία του γένους Hydroprogne είναι αντιδάνεια της ελληνικής Υδροπρόγνη, αγνώστου λοιπής σημασίας.[1][5]

Η επιστημονική ονομασία του είδους, αλλά και η αγγλική λαϊκή ονομασία Caspian Tern, παραπέμπουν σε μία από τις πιο σημαντικές επικράτειες αναπαραγωγής του πτηνού, γύρω από την Κασπία Θάλασσα.

Άγνωστη είναι η σημασία της ελληνικής λαϊκής ονομασίας Καρατζάς, που απαντάται ευρέως ως ελληνικό επώνυμο. Η λέξη είναι τουρκικής προέλευσης, σημαίνει «μελαχρινός»,[6] αλλά αναφέρεται και ως ονομασία κάποιου είδους μαύρου αιγάγρου.[7] Πιθανόν να σχετίζεται με το μαύρο στέμμα (κορυφή κεφαλιού) του πτηνού, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι βέβαιο. [εκκρεμεί παραπομπή]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Γερμανό ζωολόγο και βοτανικό Πέτερ Σίμον Πάλας, το 1770, ως Sterna caspia από την περιοχή της Κασπίας.[8]

Η ταξινομική του γένους δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη, διότι πολλοί φορείς, μεταξύ των οποίων και η εγκυρότατη κατά Howard & Moore ταξινομική, εξακολουθούν να το τοποθετούν στο Sterna,[3] πολλές φορές μαζί με τα γένη Gelochelidon και Thalasseus, βασιζόμενοι κατά κύριο λόγο σε ηθολογικά στοιχεία. Ωστόσο, σημαντικές μορφολογικές διαφορές από τα συγγενικά είδη, όπως το σαφώς ογκωδέστερο ράμφος, «κλίνουν» περισσότερο προς το γένος Hydroprogne, κάτι που αποδέχεται η ITIS, ενώ το Sterna καταχωρείται ως συνώνυμο.[9][10][11] Επίσης, αναφέρεται συχνά και ως Hydroprogne tschegrava, ιδιαίτερα σε πρόσφατες εργασίες Ρώσων ερευνητών, με τα δύο ονόματα να χρονολογούνται από την ίδια χρονιά.

Το επίσημο site της IUCN αναφέρει επακριβώς: «Η ταξινομική ομάδα έρευνας της BirdLife είναι ενήμερη για τις φυλογενετικές αναλύσεις που έχουν δημοσιευθεί και οι οποίες έχουν προτείνει γενικές ανακατατάξεις που μπορούν να επηρεάσουν την ταξινομική του είδους, αλλά προτιμά να περιμένει έως ότου οι εργασίες από άλλους ταξινομικούς (taxonomists) αποκαλύψουν πώς αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν το σύνολο των ταξινομικών ομάδων που συμμετέχουν».[12]

Στη Νέα Ζηλανδία, το πτηνό απαντάται ευρέως υπό την τοπική ονομασία των Μάορι, ως ταρανούι (taranui).

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος μπορεί να θεωρηθεί ως κοσμοπολιτικό αλλά με πολύ διάσπαρτη κατανομή. Οι επικράτειες αναπαραγωγής του είναι οι μεγάλες λίμνες και οι ακτές των ωκεανών στη Β. Αμερική (συμπεριλαμβανομένων των Μεγάλων Λιμνών) και, σε τοπικό επίπεδο, αντίστοιχες θέσεις στην Ευρώπη (κυρίως γύρω από τη Βαλτική Θάλασσα και τον Εύξεινο Πόντο), την Ασία, την Αφρική και την Αυστραλασία (Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία).

Ειδικά στην Ευρώπη δεν είναι κοινό είδος, ερχόμενο τα καλοκαίρια κυρίως σε μικρές περιοχές της Σκανδιναβίας (Βοθνιακός κόλπος), της λίμνης Λαντόγκα και του Ευξείνου Πόντου για να αναπαραχθεί, ενώ απαντάται ως διαβατικό ή διαχειμάζον πτηνό στις ακτές του ανατολικού Αιγαίου και της Μικράς Ασίας. Πηγές:[3][8][13]

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρατζάς είναι κοσμοπολιτικό, μερικώς μεταναστευτικό είδος, με κατακερματισμένη διασπορά. Παρά το γεγονός ότι οι πληθυσμοί αναπαραγωγής κοντά στον ισημερινό είναι σε μεγάλο βαθμό καθιστικοί,[14] οι βόρειοι πληθυσμοί είναι έντονα μεταναστευτικοί και διασπείρονται μετά από την αναπαραγωγή πριν μεταναστεύσουν νότια.[15] Οι πληθυσμοί της Β. Αμερικής μεταναστεύουν προς τις νότιες ακτές, τις Δυτικές Ινδίες στην Καραϊβική και τις βόρειες περιοχές της Ν. Αμερικής. Οι ευρωπαϊκοί και ασιατικοί πληθυσμοί διαχειμάζουν στις τροπικές περιοχές του Παλαιού Κόσμου, ενώ τα πτηνά της Αφρικής και της Αυστραλασίας είναι επιδημητικά, μετακινούμενα μόνον σε μικρές αποστάσεις.[15]

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από το Βέλγιο, το Γιβραλτάρ, την Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Φερόες, το Μπουρούντι και τη Σουαζιλάνδη, την Ντομίνικα, την Μπερμιούντα και τα νησιά Βέρτζιν.[12]

Στην Ελλάδα, ο καρατζάς είναι μεταναστευτικό είδος, απαντώμενος σπανιότερα στη βόρεια και συχνότερα στη νότια χώρα.[16] Πολύ σπάνια, κατά τη φθινοπωρινή του αποδημία παραμένει στη χώρα για να διαχειμάσει, ιδιαίτερα στη δυτική χώρα (Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου (?)),[17] πιθανόν και στην Αλυκή Κίτρους.[18] Στη λιμνοθάλασσα της Πύλου, τα πρώτα περαστικά πουλιά την άνοιξη εμφανίζονται στα τέλη Μαρτίου, με το πέρασμα να κορυφώνεται από τις αρχές μέχρι τις 25 Απριλίου. Η φθινοπωρινή μετανάστευση είναι από Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο και αφορά σε λιγότερα πουλιά.[19] Παρατηρείται, σε μικρούς αριθμούς, σε λίμνες με εκτεταμένες ανοικτές όχθες (Κερκίνη, Αμβρακία),[17] ενώ, χαρακτηριστικό είναι ότι, το 2011, παρατηρήθηκε στον Σχοινιά Αττικής μόνον ένα (1) άτομο,[20] Αναφέρεται και από την Κύπρο, ως σπάνιος διαβατικός επισκέπτης.[21]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που οι οικότοποι αναπαραγής, μετανάστευσης και διαχείμασης του είδους μοιάζουν αρκετά μεταξύ τους, κατά την αναπαραγωγή το είδος δείχνει προτίμηση για φώλιασμα στην άμμο, συνήθως εκείνη που καλύπτεται με κελύφη οστράκων ή βότσαλα, σε παραλίες,[22][23] αμμοθίνες, επίπεδους επιφανειακούς βράχους,[23] προστατευμένους υφάλους,[24] ή στα νησιά,[15][22][23] με αραιή βλάστηση και -επίπεδα ή με ελαφρά κλίση- σημεία που περιβάλλονται από καθαρά, ρηχά, αδιατάρακτα ύδατα.[23]

Μη αναπαραγωγική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρατζάς συχνάζει σε προστατευμένες θαλάσιες ακτές,[15][23] εκβολές ποταμών,[14][15][24] κόλπους και κολπίσκους, λιμανάκια,[24] παράκτιες λιμνοθάλασσες,[23][24] αλίπεδα [15] και αλυκές.[24][25] Στην ενδοχώρα παρατηρείται, επίσης, σε υγροτόπους με γλυκό ή υφάλμυρο νερό, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων λιμνών, εσωτερικών λιμνοθαλασσών,[14][15] μεγάλων ποταμών,[22][24] ρυακιών,[24] πλημμυρισμένων εκτάσεων,[23] ταμιευτήρων,[15][24][26] καθώς και σε λιμνάζοντα νερά αποχετεύσεων.[24] Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τα πτηνά περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό κοντά στην ακτή.[27] όπου κουρνιάζει σε αμμώδεις λωρίδες, ελώδεις περιοχές και όχθες με κελύφη οστράκων.[15]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενήλικος καρατζάς στο μη-αναπαραγωγικό πτέρωμα

Ο καρατζάς, παρόλο σπάνιος στην παρατήρηση, είναι η μεγαλύτερη δρεπανίδα σε μέγεθος, οπότε αποτελεί από τα ευκολότερα πτηνά στην αναγνώριση πεδίου. Για την ακρίβεια είναι σημαντικά μεγαλύτερος ακόμη και από το συγγενικό χειμωνογλάρονο (Sterna sandvicensis), ενώ το εκπέτασμά του (άνοιγμα πτερύγων) είναι μεγαλύτερο του θυελλόγλαρου (Larus canus). Οι ενήλικες που αναπαράγονται έχουν μαύρους ταρσούς και πόδια και, μακρύ, ογκώδες κοραλλοκόκκινο ράμφος με μικρό, μαύρο άκρο. Το κεφάλι είναι λευκό με χαρακτηριστικό μαύρο στέμμα που εκτείνεται μέχρι τον αυχένα προς τα πίσω, και την γραμμή των ματιών προς τα κάτω. Λευκά είναι, επίσης, ο λαιμός και η ουρά, ενώ η άνω επιφάνεια των πτερύγων και η ράχη έχουν απαλό γκρίζο χρώμα. Η κάτω επιφάνεια των πτερύγων είναι γκρίζα, αλλά τα πρωτεύοντα ερετικά είναι μαυριδερά. Κατά την πτήση, η ουρά φαίνεται λιγότερο διχαλωτή από τα άλλα γλαρόνια και, οι άκρες του κάτω μέρους από τις πτέρυγες, μαύρες.[28] Αξιοσημείωτο είναι ότι, πολλά ενήλικα άτομα της ίδιας ηλικίας, διαθέτουν διαφορετική μορφή μανδύα (άνω τμήμα της ράχης, mantle), ενώ αποκτούν το κόκκινο ράμφος σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.[29] Κατά τη χειμερινή περίοδο, το μαύρο κάλυμμα του κεφαλιού εξακολουθεί να υπάρχει (σε αντίθεση με πολλά άλλα γλαρόνια), αλλά με αρκετές λευκές ραβδώσεις στο μέτωπο.

Τα φύλα είναι παρόμοια μεταξύ τους, ενώ τα νεαρά άτομα έχουν και αυτά σκούρο κάλυμμα στο κεφάλι, το οποίο εκτείνεται κάτω από την γραμμή των οφθαλμών αλλά διαθέτουν πορτοκαλοκόκκινο ράμφος με γκρίζα άκρη και σκουρότερη ουρά. Επίσης, οι ταρσοί και τα πόδια τους εμφανίζονται λίγο πιο ανοικτόχρωμα από των ενηλίκων, ενώ η ράχη εμφανίζει καφέ σημεία. (Πηγές:[17][29][30][31][32][33][34][35][36][37][38])

Βιομετρικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μήκος σώματος: (37-)48 έως 54(-55) εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: (96-)111 έως 127(-145) εκατοστά
  • Βάρος: (530-)550 έως 750 (-782) γραμμάρια

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κίτρινη Πέρκα (Perca flavescens) αποτελεί από τα αγαπημένα εδέσματα του καρατζά

Η διατροφή του είδους αποτελείται κυρίως από ψάρια, 5-25 εκ. σε μήκος,[27], γαρίδες,[30] καθώς και από αυγά ή νεοσσούς άλλων πτηνών, θνησιμαία,[15] υδρόβια ασπόνδυλα [22] (π.χ. καραβίδες),[27] ιπτάμενα έντομα [27][39] και γεωσκώληκες.[27]

Αναλύσεις από θέσεις φωλιάσματος στη Σουηδία και τη Φινλανδία έδειξαν την παρουσία 12 ειδών ψαριών στη διατροφή του καρατζά. Από αυτά, τα Κυπρινοειδή (Leuciscinae), η πέρκα (Perca sp.) και η ρέγγα (Clupea harengus), ήταν τα κύρια θηράματα. Για να πιάσει τη λεία, αιωρείται 3 έως 5 μέτρα πάνω από το νερό και, μόλις την εντοπίσει, «καταδύεται» προς την επιφάνεια για να την συλλάβει.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καρατζάς εν πτήσει (κοιλιακή όψη)

Η πτήση του καρατζά είναι πιο «βαριά» από των άλλων γλαρονιών, με αργά φτεροκοπήματα που θυμίζουν περισσότερο γλάρο, ενώ εμφανίζεται και πιο βαρύς στο εμπρόσθιο μέρος, λόγω του μεγάλου ράμφους.[17][31] Μερικές φορές παρατηρείται να γυροπετάει (soaring).[33]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρατζάς δεν είναι ένα ιδιαίτερα κοινωνικό είδος εκτός περιόδου αναπαραγωγής,[23] αλλά μπορεί να αθροίζεται σε σμήνη κατά την μετανάστευση,[39] ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα μπορεί να σχηματίζει χαλαρές ομάδες [15] στις πλούσιες περιοχές αλίευσης ή στις νυκτερινές θέσεις κουρνιάσματος.[23] Αντίθετα με τα άλλα γλαρόνια, συμπεριφέρεται περισσότερο ως γλάρος, πολλές φορές μάλιστα επιπλέει όπως εκείνοι στην επιφάνεια του νερού.[35]

Φωνή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο καρατζάς αναπαράγεται μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου (Βόρειο ημισφαίριο) ή μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου (Νότιο ημισφαίριο),[15] σε μεγάλες (μέχρι 200 άτομα) πυκνές μονοτυπικές αποικίες, ή κατά μεμονωμένα ζεύγη ή πολύ μικρές ομάδες (2-3 ζευγάρια) μέσα σε μεγάλες αποικίες άλλων ειδών (συνήθως γλαρονιών ή γλάρων).[15][22][40] Η σεξουαλική ωριμότητα επιτυγχάνεται κατά το 3ο έτος της ζωής του, ενώ πολλά ζευγάρια επιλέγουν την ίδια θέση φωλιάσματος κάθε χρόνο. Το ζευγάρι μένει «δεμένο» για πολλά χρόνια, εκτός εάν χρειαστεί να αντικατασταθεί κάποιος από τους συντρόφους, λόγω θανάτου.[41]

Φώλιασμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις προτιμώμενες τοποθεσίες αναπαραγωγής (βλ. Βιότοπος), η φωλιά είναι ένα ρηχό βύθισμα σχηματισμένο από το σώμα του πτηνού,[30] πάνω στην άμμο, σε χαλίκια, κελύφη από όστρακα, αραιή βλάστηση [15] ή ξεραμένη λάσπη [14] σε χαμηλά υψώματα, παραλίες,[22][23][24] θίνες [23] επίπεδες βραχώδεις ή πετρώδεις νησίδες, όχθες [42] νησιά ή υφάλους, λίμνες και μεγάλους ποταμούς,[22] σωρούς άχρηστων υλικών και νησίδες σε ταμιευτήρες νερού.[42] Οι φωλιές τοποθετούνται μεταξύ 0,7 και 4 μέτρων η μία από την άλλη στις αποικίες, ενώ οι γονείς μπορούν να αναζητούν την τροφή τους μέχρι και 60 χλμ. από την θέση της φωλιάς.[15] Το υλικό επίστρωσης του κοιλώματος -εάν υπάρχει- αποτελείται από φυτικό υλικό της παρακείμενης βλάστησης.[43]

Ωοτοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεοσσός καρατζά στη φωλιά του

Η γέννα πραγματοποιείται άπαξ σε κάθε φώλιασμα αλλά, πιθανή κατεστραμμένη ωοτοκία μπορεί να αναπληρωθεί. Αποτελείται συνήθως από 2-3 αβγά (σπανίως 1), διαμέτρου 64,0 Χ 44,5 χιλιοστών.[44]

Η επώαση αρχίζει μετά την εναπόθεση του 1ου αβγού, πραγματοποιείται και από τους δύο εταίρους, διαρκεί δε 26-28 ημέρες, περίπου,[15] ενώ κατ’ άλλους, μόνον 20-22 ημέρες.[44][45] Επειδή τα αβγά εναποτίθενται σταδιακά, οι νεοσσοί των τελευταίων αβγών μπορεί να υποσιτίζονται και να πεθάνουν. Οι νεοσσοί είναι ημι-φωλεόφυγοι,[45] γεννιούνται δηλαδή σχετικά ικανοί να ακολουθούν τους γονείς τους. Αφήνουν τη φωλιά μετά από μερικές ημέρες και κρύβονται στην κοντινή βλάστηση, ενώ πτερώνονται (fledge) στις 25-30 ημέρες [44] Οι γονείς γίνονται ιδιαίτερα επιθετικοί προς τυχόν εισβολείς, όσο μεγαλώνουν τους νεοσσούς τους.

Απειλές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος απειλείται σήμερα από την απώλεια και την υποβάθμιση των οικοτόπων αναπαραγωγής του, λόγω της ταχείας ανάπτυξης της βλάστησης (πιθανώς μέσω της εισαγωγής ξενικών φυτικών ειδών), ενώ μπορεί να απειληθεί στο μέλλον από την απώλεια ενδιαιτημάτων λόγω πλημμυρών, ως αποτέλεσμα ανόδου της στάθμης της θάλασσας.[27] Το είδος είναι ευάλωτο στην ανθρώπινη όχληση στις αποικίες φωλιάσματος,[46] ιδίως κατά τις περιόδους της ερωτοτροπίας και της επώασης.[27] Ακόμη, η έκθεση σε βιοσυσσωρευμένους παράγοντες μόλυνσης (π.χ. οργανοχλωρίνες ή μεθυλυδράργυρος) στα ψάρια, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την αναπαραγωγική του επιτυχία.[15] Η ψευδοπανώλη (νόσος Νιούκαστλ), η γρίπη κα η αλλαντίαση των πτηνών [27][47] μπορούν επίσης να απειλήσουν τους τοπικούς πληθυσμούς (αν και αυτές οι ασθένειες είναι απίθανο να απειλήσουν τον παγκόσμιο πληθυσμό ως σύνολο) [27] Τις φωλιές μπορεί να λυμαίνονται διάφορα είδη γλάρων, αν και το μέγεθος του καρατζά, τού επιτρέπει να αμύνεται αποτελεσματικά.[41]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο είδος, συνολικά, δεν θεωρείται ότι προσεγγίζει τα κατώτατα όρια του κριτηρίου μείωσης για τον παγκόσμιο πληθυσμό της IUCN Red List (δηλαδή, μείωση κατά περισσότερο από 30%, μέσα σε δέκα χρόνια ή τρεις γενεές), και ως εκ τούτου αξιολογείται ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC).[48]

Βέβαια, οι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί είναι σαφώς μικρότεροι από εκείνους των άλλων ηπείρων, μόλις 4500 άτομα αναπαραγωγής, περίπου, με μεγάλη μείωση μεταξύ 1970-1990. Παρόλο που στην επόμενη δεκαετία οι πληθυσμοί σταθεροποιήθηκαν, το είδος στην Ευρώπη αξιολογείται ως Σπάνιο (R).[49] Τους μεγαλύτερους πληθυσμούς αναπαραγωγής στην Ευρώπη διαθέτουν η Ρωσία, η Ουκρανία και η Φινλανδία.[49]

Στην Ελλάδα, τα στοιχεία δείχνουν ότι, ενώ κάποτε φώλιαζε,[17] σήμερα δεν φωλιάζει πλέον.[50]

Μέτρα διαχείρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα μέτρα για το είδος αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνουν την διαχείριση οικοτόπων και βλάστησης, την χρήση τεχνητών φωλιών, τη διαχείριση των αρπακτικών (π.χ. έλεγχος των πληθυσμών των γλάρων) και την ελαχιστοποίηση της όχλησης. Η διαχείριση οικοτόπων και βλάστησης μπορεί να περιλαμβάνει τη δημιουργία τεχνητών νησίδων με ήρεμα νερά στην υπήνεμη πλευρά τους, ώστε να υποβοηθηθεί η ανάπτυξη υδρόβιας βλάστησης και βιοτόπων ωοτοκίας των ψαριών ή, εναλλακτικά, τη δημιουργία τεχνητών πλωτών πλατφορμών ωοτοκίας (π.χ. σχεδίες που καλύπτονται με άμμο).[27]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο ο Καρατζάς απαντάται και με την ονομασία Κασπιογλάρονο [16]

Άλλες λόγιες ονομασίες είναι: Δρεπανίς ή Στέρνη η μεγάλη και Δρεπανίς της Κασπίας [51]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Η παλαιότερη οικογένεια Sternidae των Χαραδριόμορφων δεν υφίσταται πλέον και έχει αντακατασταθεί από την υποοικογένεια Sterninae (βλ. και Συστηματική Ταξινομική) [3][52]

ii. ^  Επειδή οι λαϊκές ονομασίες «ακολουθούν» παραδοσιακά την ονομασία του γένους, ο Καρατζάς τυπικά δεν είναι γλαρόνι (γένος Sterna). Ο Όντρια στο έργο του «Πανίδα της Ελλάδας», τόμος «Πτηνά», το αναφέρει -ορθώς κατά την άποψή μας- ως Κασπιογλάρονο (γένος Hydroprogne), ονομασία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως κατηγορία (μονοτυπική), είτε ως άλλη ονομασία για το πτηνό.[16]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 ΠΛ 12, 578
  2. ΠΛΜ 58, 384
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Howard and Moore, p. 149
  4. ΠΛΜ 18, 290-1
  5. ΠΛΜ 58, 384, 499
  6. http://greek-lastnames.blogspot.gr/2009/05/blog-post_9090.html
  7. ΠΛΜ 32, 399
  8. 8,0 8,1 http://ibc.lynxeds.com/species/caspian-tern-hydroprogne-caspia
  9. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=176935
  10. del Hoyo et al, 3:645
  11. Bridge et al
  12. 12,0 12,1 http://www.iucnredlist.org/details/22694524/0
  13. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22694524
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 Richards
  15. 15,00 15,01 15,02 15,03 15,04 15,05 15,06 15,07 15,08 15,09 15,10 15,11 15,12 15,13 15,14 15,15 15,16 del Hoyo et al
  16. 16,0 16,1 16,2 Όντρια (I), σ. 124
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 Mullarney et al, p. 188
  18. ΣΠΕΕ, σ. 124
  19. http://www.ornithologiki.gr/page_cn.php?tID=1547&aID=575
  20. http://issuu.com/ornithologiki/docs/2011_wetland_bird_monitoring_attica/26
  21. Σφήκας, σ. 62
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 22,4 22,5 22,6 Flint et al
  23. 23,00 23,01 23,02 23,03 23,04 23,05 23,06 23,07 23,08 23,09 23,10 Snow & Perrins
  24. 24,0 24,1 24,2 24,3 24,4 24,5 24,6 24,7 24,8 24,9 Higgins & Davies
  25. Martin & Randall
  26. Richards 1990
  27. 27,0 27,1 27,2 27,3 27,4 27,5 27,6 27,7 27,8 27,9 Shuford & Craig
  28. del Hoyo et al, 3, 645
  29. 29,0 29,1 Heinzel et al, p. 180
  30. 30,0 30,1 30,2 Harrison & Greensmith, p. 152
  31. 31,0 31,1 Flegg, p. 138
  32. Grimmett et al, p. 160
  33. 33,0 33,1 Bruun, p. 156
  34. Perrins, p. 188
  35. 35,0 35,1 Scott & Forrest, p. 122
  36. Όντρια, σ. 124
  37. Singer, p. 210
  38. Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα
  39. 39,0 39,1 Urban et al
  40. Snow και Perrins
  41. 41,0 41,1 Staav & Fransson
  42. 42,0 42,1 Higgins and Davies
  43. Harrison, p. 1787
  44. 44,0 44,1 44,2 Harrison, p. 178
  45. 45,0 45,1 Perrins, p. 130
  46. Blokpoel & Scharf
  47. Kuiken et al
  48. http://www.iucnredlist.org/details/22705916/0
  49. 49,0 49,1 http://www.birdlife.org/datazone/userfiles/file/Species/BirdsInEuropeII/BiE2004Sp3258.pdf
  50. Κόκκινο Βιβλίο, σ. 241
  51. Απαλοδήμος, σ. 30
  52. http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=176445

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Bob Scott and Don Forrest, The Birdwatcher’s Key, Frederick Warne & Co, 1979
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Colin Harrison & Alan Greensmith, Birds of the World, Eyewitness Handbooks, London 1993
  • Colin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Dennis Avon and Tony Tilford, Birds of Britain and Europe, a Guide in Photographs, Blandford 1989
  • Detlef Singer, Field Guide to Birds of Britain and Northern Europe, The Crowood Press, Swindon 1988
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Jim Flegg, Field Guide to the Birds of Britain and Europe, New Holland, London 1990
  • Mary Taylor Gray, The Guide to Colorado Birds, Westcliffe Publishers, 1998
  • Peter Colston and Philip Burton, Waders of Britain and Europe, Hodder & Stoughton, 1988
  • Killian Mullarney, Lars Svensson, Dan Zetterström, Peter J. Grant, Τα Πουλιά της Ελλάδας Της Κύπρου και της Ευρώπης, ΕΟΕ, 2007
  • R. Grimmett, C. Inskipp, T. Inskipp, Birds of Nepal, Helm 2000
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κρήτης, Ευσταθιάδης, 1989
  • Γιώργος Σφήκας, Πουλιά και Θηλαστικά της Κύπρου, Ευσταθιάδης, 1991
  • Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
  • Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
  • Ιωάννη Όντρια (I), Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια (II), Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΕΕ), ΕΟΕ 1994
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας», Αθήνα 1992
  • Ιωάννου Χατζημηνά, Επίτομος Φυσιολογία, εκδ. Γρ. Παρισιάνου, Αθήνα 1979
  • Βασίλη Κλεισούρα, Εργοφυσιολογία, εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1990
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • Linnaeus, Carolus (1758). Systema naturae per regna tria naturae, secundum classes, ordines, genera, species, cum characteribus, differentiis, synonymis, locis. Tomus I. Editio decima, reformata (in Latin). Holmiae (Laurentii Salvii).

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Blokpoel, H.; Scharf, W. C. 1991. Status and conservation of seabirds nesting in the Great Lakes of North America. In: Croxall. J. P. (ed.), Seabird Status and Conservation: A Supplement, pp. 17–41. International Council for Bird Preservation.
  • Brazil, M. 2009. Birds of East Asia: eastern China, Taiwan, Korea, Japan, eastern Russia. Christopher Helm, London.
  • Bridge, E. S., Jones, A. W., & Baker, A. J. (2005). A phylogenetic framework for the terns (Sternini) inferred from mtDNA sequences: implications for taxonomy and plumage evolution. Molecular Phylogenetics and Evolution 35: 459–469. PDF file
  • Burnie, David & Wilson, Don E. (editors) (2001): [Caspian Tern]. In: Smithsonian Institution Animal: The Definitive Visual Guide to the World's Wildlife: 307. Washington DC & New York, Smithsonian Institution & Dorling Kindersley Publishing. ISBN 0-7894-7764-5
  • Collinson, M. (2006). Splitting headaches? Recent taxonomic changes affecting the British and Western Palaearctic lists. British Birds 99(6): 306-323.
  • del Hoyo, J.; Elliott, A.; Sargatal, J. 1996. Handbook of the Birds of the World, vol. 3: Hoatzin to Auks. Lynx Edicions, Barcelona, Spain.
  • Delany, S.; Scott, D. 2006. Waterbird population estimates. Wetlands International, Wageningen, The Netherlands.
  • Falla RA, Sibson RB & Turbot EG (1966) A Field guide to the birds of New Zealand. Collins, London (ISBN 0-00-212022-4)
  • Flint, V. E.; Boehme, R. L.; Kostin, Y. V.; Kuznetsov, A. A. 1984. A field guide to birds of the USSR. Princeton University Press, Princeton, New Jersey.
  • Harrison, Peter (1988): Seabirds (2nd edition). Christopher Helm, London ISBN 0-7470-1410-8
  • Higgins, P. J.; Davies, S. J. J. F. 1996. Handbook of Australian, New Zealand and Antarctic birds vol 3: snipe to pigeons. Oxford University Press, Oxford.
  • IUCN. 2012. IUCN Red List of Threatened Species (ver. 2012.1). Available at: http://www.iucnredlist.org. (Accessed: 19 June 2012).
  • Kuiken, T.; Fouchier, R. A. M.; Rimmelzwaan, G. F.; Osterhaus, A. D. M. E. 2006. Emerging viral diseases in waterbirds. In: Boere, G.; Galbraith, C., Stroud, D. (ed.), Waterbirds around the world, pp. 418–421. The Stationary Office, Edinburgh, UK.
  • Martin, A. P.; Randall, R. M. 1987. Numbers of waterbirds at a commercial saltpan and suggestions for management. South African Journal of Wildlife Research 17(3): 75-81.
  • National Geographic Society (2002): Field Guide to the Birds of North America. National Geographic, Washington DC. ISBN 0-7922-6877-6
  • Richards, A. 1990. Seabirds of the northern hemisphere. Dragon's World Ltd, Limpsfield, U.K.
  • Shuford, W. D.; Craig, D. P. 2002. Status Assessment and Conservation Recommendations for the Caspian Tern (Sterna caspia) in North America. U.S. Department of the Interior, Fish and Wildlife Service, Portland, OR.
  • Sibley, David Allen (2000): The Sibley Guide to Birds. Alfred A. Knopf, New York. ISBN 0-679-45122-6
  • Snow, D. W.; Perrins, C. M. 1998. The Birds of the Western Palearctic vol. 1: Non-Passerines. Oxford University Press, Oxford.
  • Staav Roland och Thord Fransson (1991). Nordens fåglar (andra upplagan). Stockholm: Norstedts. sid. 248-249. ISBN 91-1-913142-9
  • Urban, E. K.; Fry, C. H.; Keith, S. 1986. The birds of Africa vol. II. Academic Press, London.