Κάστρο του Σιγιόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 46°24′51″N 6°55′39″E / 46.41417°N 6.92750°E / 46.41417; 6.92750

Άποψη του κάστρου από τα Νότια
Λιθογραφία του κάστρου από την βορινή του άποψη, με την οροσειρά Dents du Midi στο βάθος.

Το κάστρο του Σιγιόν βρίσκεται στις ακτές της λίμνης Λεμάν, στο Βεϊτό (πόλη βρισκόμενη ανάμεσα στο Βιλνέβ και το Μοντρέ) της Ελβετίας. Μακρόστενου σχήματος, το κάστρο έχει 110 μέτρα μήκος και 50 μέτρα πλάτος, με τον πύργο του να βρίσκεται σε ύψος 25 μέτρων πάνω από το έδαφος. Αποτελεί ένα σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο. Διαδοχικά υπό την κατοχή του Οίκου της Σαβοΐας και στην συνέχεια της Βέρνης από το 1536 μέχρι και το 1798, ανήκει πλέον στο Καντόνι του Βω (Canton de Vaud) και έχει κατηγοριοποιηθεί ως ιστορικό μνημείο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα υπόγεια του κάστρου, στα οποία ο βράχος είναι ορατός. Χρησιμοποιήθηκαν ως φυλακή και στη συνέχεια και με το πέρας των αιώνων ως αποθήκη.
Άποψη από τον πύργο.
Η εσωτερική αυλή του κάστρου.

Το κάστρο του Σιγιόν είναι χτισμένο πάνω σε έναν μακρόστενο βράχο από ασβεστόλιθο που προχωρά μέσα στη λίμνη Λεμάν ανάμεσα στο Μοντρέ και το Βιλνέβ με από τη μια πλευρά μια απότομη πλαγιά και από την άλλη το απύθμενο βάθος της λίμνης. Η τοποθεσία είναι ιδανική : αποκλείει το πέρασμα ανάμεσα στην Ριβιέρα του Βω (πέρασμα στον Βορρά προς την Γερμανία και την Γαλλία) και την κοιλάδα του Ρον που επιτρέπει την ταχεία πρόσβαση στην Ιταλία. Επιπλέον, επιπλέον η τοποθεσία προσφέρει εξαιρετική θέα προς τις ακτές της Σαβοΐας που βρίσκονται από την άλλη μεριά της λίμνης. Μια φρουρά μπορούσε έτσι να ελέγχει στρατιωτικά και εμπορικά την διαδρομή προς την Ιταλία και να επιβάλει δασμούς διέλευσης.

Οι πρώτες κατασκευές ανέρχονται περίπου στον 10ο αιώνα αν και θεωρείται πιθανό αυτή η τοποθεσία να προϋπήρχε αυτής της ημερομηνίας ως στρατιωτική οχύρωση. Αντικείμενα που ανέρχονται στη Ρωμαϊκή εποχή βρέθηκαν στη διάρκεια ανασκαφών τον 19ο αιώνα όπως και ερείπια που χρονολογούνται στην Εποχή του Χαλκού. Με βάση μια διπλή ξύλινη οχύρωση, οι Ρωμαίοι είχαν οχυρώσει την τοποθεσία πριν προστεθεί ένας τετράγωνος πύργος τον 10ο αιώνα. Πηγές του 13ου αιώνα συνδέουν την ιδιοκτησία του κάστρου του Σιγιόν με τον επίσκοπο της Σιόν. Μια κάρτα του 1150, όπου ο κόμης Ουμβέρτος Γ' παραχωρεί στους Σιστερσιανούς μοναχούς του Ωκρέ την ελεύθερη διέλευση από το Σιγιόν επιβεβαιώνει την επιβολή του Οίκου της Σαβοΐας στο Σιγιόν. Μαθαίνουμε πως ο ιδιοκτήτης του κάστρου είναι κάποιος Γκοσέ ντε Μπλοναί. Αλλά, αυτός ο άρχοντας του Μπλοναί είναι περισσότερο ένας βασάλος του κόμη παρά ένας από τους αξιωματικούς του. Πρόκειται για μια αρχοντική κυριαρχία του Οίκου της Σαβοΐας στα πλαίσια μιας φεουδαρχικής κοινωνίας παρά μια διοικητική κυριαρχία.

Η περίοδος των κόμητων της Σαβοΐας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Οίκος της Σαβοΐας μεταμορφώνει το φρούριο, εκείνη την εποχή γνωστό ως Castrum Quilonis, και το μεγαλώνει στη διάρκεια του 13ου αιώνα. Η παλιά κρύπτη του 11ου αιώνα που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Τρύφωνα εγκαταλείπεται τον 13ο αιώνα όταν και κατασκευάζεται το παρεκκλήσι στο επίγειο τμήμα του κάστρου. Οι γηγενείς της Σαβοΐας επιθυμούν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Χώρα του Βω και στις γειτονικές περιοχές. Ο πρώτος άρχοντας από την Σαβοΐα διορίζεται στο Σιγιόν το 1198. Το κάστρο όμως δεν χτίστηκε αποκλειστικά για στρατιωτικό σκοπό, χρησίμευε ταυτόχρονα ως κατοικία για τους κόμητες. Αποτελεί πράγματι έναν από τους σταθμούς των ταξιδιών της αυλής των κομήτων όταν αυτοί επισκέπτονταν τακτικά τις κτήσεις τους. Στη διάρκεια της απουσίας του Κόμη, το βορειοδυτικό τμήμα του κάστρου όπου βρίσκονται τα διαμερίσματα του Κόμη, παρέμενε άδειο και κλειστό. Ο Θωμάς Α΄ της Σαβοΐας θα διαμείνει σε αυτό για ένα διάστημα κατά το 1230. Αυτός και ο γιος του, Πέτρος Β΄ της Σαβοΐας, « ο Μικρός Καρλομάγνος », θα αναδιοργανώσουν την περιοχή γύρω από το κάστρο χτίζοντας πόλεις, κυριαρχώντας στο Σαμπλαί Βωντουά και δημιουργώντας την « Patria Vuaudi ». Σημαντικά διόδια επιβάλλονται στην « Ville Neuve de Chillon » (1214), την σημερινή πόλη του Βιλνέβ.

Ο Πέτρος Β΄ βλέπει να του αποδίδονται τα κλειδιά του κάστρου το 1253 και ενισχύει την παρουσία της στις όχθες της λίμνης μέχρι το Ωμπόν. Από εκείνη την στιγμή, ο Πέτρος Β΄ της Σαβοΐας πριν κιόλας ανέβει στον θρόνο των κομήτων και σύμφωνο με το μοντέλο της Αγγλίας στην οποία είχε ταξιδέψει από το 1252 ως το 1255 ξεκινά την διαίρεση της Κομητείας σε Βαϊλάτα. Δημιουργείται το Βαϊλάτο του Σαμπλαί, του οποίου το Σιγιόν είναι η πρωτεύουσα κατά διαστήματα από το 1260 μέχρι το 1330, ημερομηνία κατά την οποία το Σιγιόν γίνεται οριστικά πλέον πρωτεύουσα του Βαϊλάτου του Σαμπλαί με επικεφαλής του τον Εϊμόνδο του Βερντόν. Αν και αρχικά το φέουδο του Σιγιόν και το Βαϊλάτο του Σαμπλαί δίνονται σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, οι κόμητες θα αρχίσουν σταδιακά να δίνουν αυτές τις δύο θέσεις στο ίδιο άτομο. Για να είναι αντάξια των κατακτητικών φιλοδοξιών των ιδιοκτητών του, το κάστρο είναι ενισχυμένο από την κατασκευή ενός δεύτερου αμυντικού τοίχους και υπερυψώνονται τρεις πύργοι που χτίστηκαν το 1235. Ο Πέτρος Β΄ αναθέτει τα έργα στον Ζακ ντε Σαιν Ζωρζ, έναν αρχιτέκτονα και κτίστη εξειδικευμένο στις στρατιωτικές κατασκευές. Ο Πέτρος Β΄ επιστρέφει στο κάστρο λίγο πριν από τον θάνατό του το 1268. Ο Αλμπέρ Ναέφ, ο αρχιτέκτονας που αναπαλαίωσε το κάστρο στα τέλη του 19ου αιώνα αποδίδει μέγιστη σημασία στις σημαντικές αλλαγές που επέφερε στο Σιγιόν ο Πέτρος Β΄.

Το κάστρο μετρά 25 κτίρια και χρησιμεύει ως φυλακή από τα μέσα του 14ου αιώνα, ενώ τα υπόγειά του δίνουν την δυνατότητα αποθήκευσης εξοπλισμού και κρασιού. Σε μια "αισθητική ανησυχία", το εσωτερικό του κάστρου εξωραΐζεται υπό την ώθηση του Αϊμόνδου της Σαβοΐας γνωστού ως « ο Ειρηνικός » που προσλαμβάνει τον Ζαν ντε Γκρανσόν για να φιλοτεχνήσει τις ζωγραφιές των δωματίων και των μεγάλων αιθουσών.

Το έτος 1348 βλέπει μια από τις πλέον δύσκολες στιγμές του κάστρου του Σιγιόν με τις καταστροφές του Μαύρου Θανάτου. Οι Εβραίοι συλλαμβάνονται και βασανίζονται για να ομολογήσουν πως πράγματι δηλητηρίασαν τα πηγάδια. Οι εξομολογήσεις τους προκαλούν την οργή του πληθυσμού που προβαίνει σε σφαγές και απελάσεις. Τριακόσιες κοινότητες διαλύονται ή απελαύνονται χωρίς να παρέμβει ο Κόμης της Σαβοΐας.

Graffito του Λόρδου Βύρωνα

Ο Αμεδαίος ΣΤ΄ της Σαβοΐας, ο επονομαζόμενος « Πράσινος Κόμης » ξεκινά μια επιχείρηση στην χώρα του Βω το 1359 και κάνει στάση στο Σιγιόν. Αλλά οι επόμενοι κόμητες όπως ο « Κόκκινος Κόμης » αδιαφορούν για την διαχείριση της περιοχής και την αφήνουν στον Φρούραρχο-Βάιλο του Σιγιόν. Το κάστρο είναι υγρό και το κρύο το οποίο κυριαρχεί σε αυτό το καθιστούν άβολο. Αυτό πάντως δεν θα εμποδίσει τον Αντιπάπα Φελίκιο Ε΄ να διαμείνει σε αυτό το 1442.

Στη φυλακή και στα υγρά μπουντρούμια του υπογείου του κάστρου μαραζώνουν οι ληστές και οι αιρετικοί της περιοχής. Το Σιγιόν αποτελεί χώρο κράτησης από το 1530 ως το 1536 του Φρανσουά Μπονιβάρ, αντικείμενο ενός ποιήματος του Λόρδου Βύρωνα το 1816, με τίτλο Ο Φυλακισμένος του Σιγιόν (The Prisoner of Chillon).

Η περίοδος υπό τον έλεγχο της Βέρνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοιχογραφία με τα χρώματα της Βέρνης είναι ακόμα ορατή.
Η απελευθέρωση του Μπονιβάρ (1898), πίνακας του Φρανκ-Εντουάρ Λοσσιέ.
Διακοσμημένη αίθουσα στη διάρκεια της κατοχής της Βέρνης : τα οικόσημα των Βαΐλων της Βέρνης που ήταν παρόντες στο Σιγιόν από το 1536 ως το 1797

Με την άνοδο της ισχύος των εχθρών του, ο Οίκος της Σαβοΐας, που έγινε Δουκάτο της Σαβοΐας το 1416, δεν είναι σε θέση πλέον να διαχειριστεί τα μεγάλα σε έκταση εδάφη του. Το κάστρο αποτελεί ένα είδος θύλακα στα εδάφη της Βέρνης. Στα νότια, το Σαμπλαί και το κάστρο του Αιγκλ έχουν καταληφτεί από την Βέρνη από το 1475. Το ίδο έτος, οιμ κτήσεις της Σαβοΐας στα βόρεια της Χώρας του Βω (Γκρανσόν, Ορμπ, Εσαλάν) υποχωρούν μπροστά στην προέλαση των Συνομοσπονδιακών. Στη διάρκεια αρκετών δεκαετιών, οι δυνάμεις της Βέρνης αποδυναμώνουν ένα ασταθές δουκάτο το οποίο υπονομεύεται από την σύγκρουσή του με το Δουκάτο της Βουργουνδίας και τον Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΑ', κι όλα αυτά να συνοδεύονται από την ραγδαία άνοδο του Προτεσταντισμού. Οι δυνάμεις της Βέρνης ανυπομονούν και αποφασίζουν να ξεμπερδέψουν με αυτό το Δουκάτο που είχε γίνει πλέον λίαν ενοχλητικό. Το 1536, με την βοήθεια των δυνάμεων της Γενεύης που επιθυμούσαν να απελευθερώσουν τους κρατούμενούς τους που βρίσκονταν φυλακισμένοι στο Σιγιόν, οι δυνάμεις της Βέρνης ετοιμάζουν την πολιορκία του Σιγιόν.

Στις 20 Μαρτίου 1536, περίπου εκατό στρατιώτες της Γενέβης επιβιβάζονται σε τέσσερα πολεμικά πλοία και μερικά άλλα καράβια. Οι δυνάμεις της Βέρνης από την πλευρά τους καταφτάνουν στις 26 Μαρτίου στα περίχωρα του Λυτρύ, σε απόσταση περίπου είκοσι χιλιομέτρων από το Σιγιόν. Ακούγονται κανονιοβολισμοί και ο δούκας της Σαβοΐας τότε υπεύθυνος της άμυνας του Σιγιόν διατάζει, στην περίπτωση που κάνουν την εμφάνισή τους οι στρατιώτες της Βέρνης, να υποβληθούν οι φυλακισμένοι της Γενεύης στο βασανιστήριο της estrapade δύο φορές, και να εκτελεστούν χωρίς κανέναν δισταγμό. Το επόμενο πρωί, οι δυνάμεις της Βέρνης καταφτάνουν στο Βεϊτό και οι Βαλαισιανοί εκμεταλλεύονται την ευκαιρία για να επιτεθούν κι αυτοί στην φρουρά του κάστρου από τα νότια. Τα πλοία της Γενεύης όσο γι' αυτά περικυκλώνουν το κάστρο. Έχοντας εγκλωβιστεί από το ισχυρό πυροβολικό των εχθρών, οι διοικούντες των αμυνόμενων ξεκινούν διαπραγματεύσεις. Η φρουρά δραπετεύει στη διάρκεια της νύχτας και αποβιβάζεται στο Λυγκρέν, κυνηγημένη από τον στρατό της Γενεύης, πριν εξαφανιστεί στην διάρκεια της νύχτας. Οι επιτιθέμενοι αποφασίζουν τότε να μπουν στο κάστρο, σπάνε τις πόρτες και τις αλυσίδες και ανακαλύπτουν αρκετούς φυλακισμένους με ανάμεσά τους τον Μπονιβάρ στον πύργο, αποδυναμωμένο από 6 χρόνια κράτησης αλλά ακόμη ζωντανό.

Το κάστρο, μερικώς κατεστραμμένο από τους κανονιοβολισμούς στη διάρκεια της επίθεσης, αποκαθίσταται αλλά παραμένει αφιλόξενο. Οι διοικούντες της πόλης της Βέρνης δεν αλλάζουν την γενικότερη αρχιτεκτονική του φρουρίου αλλά τροποποιούν συγκεκριμένα κτίρια σε τόπους αποθήκευσης, αποθεματικά, κουζίνες και μικρούς στρατώνες. Η διοικητική του εξουσία μεταβάλλεται, καθώς ο βαΐ που το κατοικεί υποχρεούται να διοικεί την περιοχή του Βεβέ. Το 1627, το Κάστρο του Σιγιόν διαθέτει αρκετά κανόνια και πολεμοφόδια. Από το 1656, χρησιμοποιείται ως βασικό λιμάνι πάνω στην λίμνη Λεμάν για τον πολεμικό στόλο της Βέρνης.

Αυτή η κατοχή της Βέρνης θα κρατήσει μέχρι το 1733, ημερομηνία κατά την οποία ο βαΐλος μετακομίζει στο Βεβέ για λόγους υγιεινής. Το 1793, το κάστρο μετατρέπεται σε νοσοκομείο για τους τραυματίες πολέμου. Αλλά η κυριαρχία της Βέρνης αποδυναμώνεται σταδιακά απέναντι στην θέληση της Χώρας του Βω να καταστεί ανεξάρτητη.

Η περίοδος του Βω[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 11 Ιανουαρίου 1798, μια ομάδα κατοίκων του Βεβέ καταλαμβάνει το κάστρο και εκδιώκει τον βαΐλο της Βέρνης (που φεύγει παίρνοντας μαζί τους ταπετσαρίες που είναι ακόμα ορατές στην Βέρνη στις μέρες μας) που αντικαθίσταται από μερικούς χωροφύλακες και επιτηρητές. Το σύμβολο της παρουσίας της Βέρνης παραμένει πάντως ακόμα ορατό στη νότια πλευρά του κάστρου με μια τοιχογραφία στα χρώματα της Βέρνης που είναι δυνατό να δει κανείς από την ακτή. Η ανεξαρτησία της Χώρας του Βω και η δημιουργία της « Λεμανικής Δημοκρατίας » ανακηρύσσεται επίσημα στις 24 Ιανουαρίου 1798. Μετά από μια περίοδο ταραχών εξαιτίας της παρουσίας γαλλικών δυνάμεων στην περιοχή μέχρι το 1802, το κάστρο χάνει οριστικά πλέον την χρησιμότητά του ως φρούριο.

Στη διάρκεια του 18ου αιώνα, καλύπτεται η τάφρος μπροστά από την ανατολική πλευρά του κάστρου. Δεν είναι παρά στις τελευταίες αναπαλαιώσεις που η τάφρος αυτή θα επιστρέψει στην φυσική της κατάσταση. Το 1835, το φρούριο μετατρέπεται σε αποθήκη για το πυροβολικό και δέχεται ορισμένες τροποποιήσεις για να διευκολυνθεί η διέλευση των κανονιών. Το 1866, ο πύργος φιλοξενεί αρχεία και το Κάστρο του Σιγιόν χρησιμεύει ως στρατιωτική φυλακή. Αυτή η χρήση θα διαρκέσει για σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς μια οργάνωση ιδρύεται το 1887 για την αναπαλαίωση του κτίσματος. Αφού έγινε ιστορικό μνηεμίο το 1891, ξεκινούν ανασκαφές. Αυτές φέρνουν στο φως το 1896 ρωμαϊκά ερείπια και δίνουν έτσι την δυνατότητα μιας καλύτερης κατανόησης της ιστορίας του κάστρου.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του κάστρου, φωτοχρωμικό περίπου του 1890 - 1900.

Από τα τέλη του 18ου αιώνα, το κάστρο προσελκύει ρομαντικούς συγγραφές. Από τον Ζαν-Ζακ Ρουσό στον Βικτόρ Ουγκό περνώντας από τους Αλέξανδρο Δουμά, Γκυστάβ Φλωμπέρ και Λόρδο Βύρωνα, το κάστρο εμπνέει ποιητές από όλο τον κόσμο. Ο Ουγκό θα πει πως « το Σιγιόν είναι μια μάζα από πύργους πάνω σε μια μάζα από βράχια ». Μερικές αναπαλαιώσεις, εμπνευσμένες από το ρομαντικό όραμα της αισθητικής, έγιναν παράλληλα σε βάρος της ιστορικής πραγματικότητας. Το 1900, ο αρχιτέκτονας Αλμπέρ Ναέφ συνεχίζει τα έργα αναπαλαίωσης για να καταλήξει στην σημερινή εικόνα του μνημείου. Φτιάχνει ξανά το εσωτερικό του και τις ταπετσαρίες ορισμένων δωματίων όπως η μεγάλη αίθουσα του βαΐλου, γνωστή και ως « grande cuisine bernoise » (μεγάλη κουζίνα της Βέρνης).

Το 1939, το κάστρο υποδέχεται ήδη περισσότερους από 100.000 επισκέπτες. Η κοντινή απόσταση από την πόλη του Μοντρέ δεν είναι ξένη με αυτή την προσέλευση. Η επιτυχία δεν σταματά να αυξάνεται με το πέρας το χρόνων και το μνημείο δέχεται πλέον περισσότερους από 300.000 επισκέπτες ανά έτος. Χάρη στις αναπαλαιώσεις, το κάστρο βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση και βοηθά σημαντικά στην κατανόηση και την γνωριμία με την φεουδαρχική αρχιτεκτονική.

Άποψη του Κάστρου

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά από μια επίσκεψη στο Κάστρο και εμπνεόμενος από την ιστορία του Φρανσουά Μπονιβάρ, ο Λόρδος Βύρωνας έγραψε ένα ποίημα πάνω στον Φυλακισμένο του Σιγιόν το 1816.

Ο Γκυστάβ Κουρμπέ ζωγράφισε πολλές φορές το κάστρο στη διάρκεια της εξορίας του στην Ελβετία σε κοντινή απόσταση από το σημείο, στο Λα Τουρ ντε Πέιλζ. Η πιο γνωστή αναπαράσταση είναι το Le château de Chillon, λάδι σε καμβά ζωγραφισμένο το 1874 και που βρίσκεται αυτό τον καιρό στο μουσείο Κουρμπέ στη Μπεζανσόν[1].

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Andenmatten Bernard, Pierre II de Savoie, le Petit Charlemagne, Lausanne, 2000
  • Andenmatten Bernard, La Maison de Savoie et la noblesse vaudoise, Lausanne, 2005
  • Demotz Bernard, Le comté de Savoie du XIe au XVe siècle, Genève, 2000
  • De Raemy Daniel, Châteaux, donjons et grandes tours dans les États de Savoie, Tome 1 & 2, Lausanne, 2004
  • Huguenin Claire, Promenade au château de Chillon, Chillon, 2008
  • Leguay Thérèse et Jean-Pierre, Histoire de la Savoie, Paris, 2005
  • Naef A., Chillon, Les châteaux Suisses, Genève, 1922
  • Naef A., Chillon, la camera domini, t.1, Genève, 1908

Σχετικά Λήμματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]