Ιχώρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Κατά την Ελληνική Μυθολογία ο Ιχώρ (Ιχώρος) [1] , είναι το αιθέριο χρυσό υγρό [2] που είναι το αίμα των θεών [3] αλλά και των αθανάτων. Στην αρχαία ελληνική γραμματεία αναφέρεται από τον Πλάτων στον Τίμαιο [4] και σε πολλούς ασθενής του Ιπποκράτη [5] [6] [7] [8] Αυτό το αιθέριο ρευστό λέγεται ότι διατηρεί τις ιδιότητες των τροφίμων και των ποτών των αθανάτων, [9] δηλαδή την αμβροσία και το νέκταρ. θεωρείται ότι είναι χρυσό στο χρώμα, καθώς και θανάσιμα τοξικό για τους θνητούς. Σύμφωνα με κάποιες αναφορές γνωστοί ημίθεοι και ήρωες κατά τις επιθέσεις εναντίον θεών, σε περίπτωση τραυματισμού των τελευταίων, απελευθερωνόταν Ιχώρ. Αναφέρεται ως το περιεχόμενο του κυκλοφορικού συστήματος του χάλκινου προστάτη γίγαντα της Κρήτης, Τάλω. Κατ' άλλους όμως το "αίμα" του γίγαντα ήταν υδράργυρος. Λέγεται επίσης ότι Ιχώρ και όχι νερό κυλά στον ποταμό της Στύγας, σε μια από τις πύλες του Κάτω Κόσμου. Ο Ωριγένης αναφέρει ότι όταν τρυπήθηκε ο Χριστός με την λόγχη στο σταυρό ήταν στην φύση του ιχώρ. [10]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Galenus Med., In Hippocratis librum vi epidemiarum commentarii vi Kühn volume 17a, page 983, line 8 καὶ ὁ <Πλά- των> δὲ ἐν τῷ Τιμαίῳ τοιοῦτόν τι σημαίνει διὰ τῆς ἰχώρων προση- γορίας ὧδέ πως λέγων· “ἰχὼρ δὲ ὁ μὲν αἵματος ὀρρὸς πρᾷος, ὁ δὲ μελαίνης χολῆς ὀξείας τε ἄγριος.
  2. Pseudo-Galenus Med., De urinis Volume 19, page 587, line 3 ἐκ τοῦδε φανερὸν τῶν χυμῶν οἱ μὲν ἐκ τοῦ φλέγματος γίνονται ὡς τὸ φλέγμα καὶ ἰχὼρ, οἱ δὲ μετὰ τοῦ αἵματος ὡς ἡ ξανθὴ χολὴ καὶ ὁ μέλας χυμός.
  3. Diogenes Laertius Biogr., Vitae philosophorum Book 9, section 60, line 6 Ε 340) ἰχὼρ οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσι.
  4. Plato Phil., Timaeus Stephanus page 83, section c, line 5 καὶ τὸ μὲν κοινὸν ὄνομα πᾶσιν τούτοις ἤ τινες ἰατρῶν που χολὴν ἐπωνόμασαν, ἢ καί τις ὢν δυνατὸς εἰς πολλὰ μὲν καὶ ἀνόμοια βλέπειν, ὁρᾶν δὲ ἐν αὐτοῖς ἓν γένος ἐνὸν ἄξιον ἐπωνυμίας πᾶσιν· τὰ δ' ἄλλα ὅσα χολῆς εἴδη λέγεται, κατὰ τὴν χρόαν ἔσχεν λόγον αὐτῶν ἕκαστον ἴδιον. ἰχὼρ δέ, ὁ μὲν αἵματος ὀρὸς πρᾷος, ὁ δὲ μελαίνης χολῆς ὀξείας τε ἄγριος, ὅταν συμμειγνύηται διὰ θερμότητα ἁλμυρᾷ δυνάμει· καλεῖται δὲ ὀξὺ φλέγμα τὸ τοιοῦτον.
  5. Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De morbis popularibus (= Epidemiae) Book 5, chapter 1, section 101, line 2 Γυναικὶ, ἐν Ἀβδήροισι, καρκίνωμα ἐγένετο περὶ τὸ στῆ- θος, καὶ διὰ τῆς θηλῆς ἔῤῥεεν ἰχὼρ ὕφαιμος· ἐπιληφθείσης δὲ τῆς ῥύσιος, ἔθανεν.
  6. Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De morbis popularibus (= Epidemiae) Book 7, chapter 1, section 35, line 6 Καὶ τῷ Φανίου καὶ τῷ Εὐέργου· πελιαινομένων δὲ τῶν ὀστέων καὶ πυρεταινόντων, ἀφίστατο τὸ δέρμα ἀπὸ τοῦ ὀστέου, καὶ πῦον ὑπεμένετο· τούτοισι τρυπωμένοισιν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὀστέου ἀνήρχετο ἰχὼρ λεπτὸς, ὀῤῥώδης, ὕπωχρος, κάκοδμος, θανάσιμος.
  7. Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De morbis popularibus (= Epidemiae) Book 7, chapter 1, section 36, line 5 Μετὰ δὲ τὴν ἑβδόμην ἐξῄει ἰχὼρ ἐπιεικῶς· μετὰ ταῦτα τῇ γλώσσῃ οὐ πάντα ἔφη δύνασθαι ἑρμηνεύειν· πρόῤῥησις· ὀπισθότονος· ξυνεφέροντο αἱ γνάθοι ξυνερειδόμεναι, ἔπειτα ἐς τράχηλον, τριταῖος ὅλος ἐσπᾶτο ἐς τοὐπίσω ξὺν ἱδρῶτι· ἑκταῖος ἀπὸ τῆς προῤῥήσιος ἀπέθανεν.
  8. Hippocrates et Corpus Hippocraticum Med., De morbis popularibus (= Epidemiae) Book 7, chapter 1, section 52, line 7 Ἡγησιπόλιος παιδίον σχεδὸν τέσσαρας μῆνας ἄλγημα περὶ ὀμφαλὸν βρωτικὸν εἶχεν· προϊόντος δὲ, ἐπέτεινεν ἡ ὀδύνη, ἔκοπτε τὴν γαστέρα, ἐτίλλετο, θέρμαι ἐπελάμβανον· ἐτήκετο· ὀστέα ἐλεί- φθη· τὰ πόδια ἐπῴδει, ὄρχιες· γαστρὸς τὸ περὶ ὀμφαλὸν πεφυση- μένον ἄρα, οἷον οἷσι μέλλουσι κοιλίαι ἐκταράσσεσθαι· ἀπόσιτος ἐγένετο, γάλα μοῦνον προσεδέχετο· ὑπόγυον, καὶ ἡ κοιλίη καθυγράνθη, καὶ ὕφαιμος ἰχὼρ ὑπῄει κάκοδμος· κοιλίη ἐπίμπρατο.
  9. Homerus Epic., Ilias Book 5, line 340 ῥέε δ' ἄμβροτον αἷμα θεοῖο ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν· οὐ γὰρ σῖτον ἔδουσ', οὐ πίνουσ' αἴθοπα οἶνον, τοὔνεκ' ἀναίμονές εἰσι καὶ ἀθάνατοι καλέονται.
  10. Origenes Theol., Contra Celsum Book 1, section 66, line 13 Παίζων γοῦν τὸ ἐπὶ τῷ σταυρῷ προχυθὲν αἷμα τοῦ Ἰησοῦ φησιν ὅτι οὐκ ἦν ἰχώρ, οἷός περ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν.