Ιστορία της οικολογίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Οικολογία αναφέρεται γενικά ως μια νέα επιστήμη, για την οποία δεν είχε γίνει διάκριση πριν τα μέσα του 20ου αιώνα. Παρ' όλα αυτά, η οικολογική σκέψη υπήρχε για πολύ καιρό, και οι αρχές της οικολογίας αναπτύχθηκαν βαθμιαία, παράλληλα με την ανάπτυξη των υπολοίπων βιολογικών κλάδων. Έτσι ένας από τους πρώτους οικολόγους ήταν ο Αριστοτέλης και ο μαθητής του, Θεόφραστος, που ασχολήθηκαν με πολλά είδη ζώων. Ο Θεόφραστος περιέγραψε την αλληλοσυσχέτιση μεταξύ των ζώων και του περιβάλλοντός τους τον 4ο αιώνα π.Χ. (Ramalay, 1940).

18ος και 19ος αιώνας ~ Οικολογικοί ψίθυροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βοτανική γεωγραφία και ο Αλεξάντερ φον Χούμπολντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις όπως η Βρετανία, η Ισπανία, η Πορτογαλία οργάνωσαν πολλές παγκόσμιες εξερευνητικές αποστολές για να αναπτύξουν το θαλάσσιο εμπόριο με άλλες χώρες, και για να ανακαλύψουν και να καταγράψουν νέους φυσικούς πόρους. Στις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν γνωστά περίπου είκοσι χιλιάδες είδη φυτών, στις αρχές του 19ου αιώνα αυξήθηκαν σε σαράντα χιλιάδες και σήμερα γνωρίζουμε περίπου 400.000 είδη.

Αυτές οι αποστολές συνοδεύτηκαν από πολλούς επιστήμονες, συμπεριλαμβανομένων βοτανολόγων, όπως ο Γερμανός εξερευνητής Αλεξάντερ φον Χούμπολντ. Ο Χούμπολντ συχνά θεωρείται ως ο πατέρας της οικολογίας. Ήταν ο πρώτος που μελέτησε τις σχέσεις μεταξύ των οργανισμών και του φυσικού περιβάλλοντός τους. Μελέτησε τις υπάρχουσες σχέσεις μεταξύ των παρατηρημένων ειδών φυτών και του κλίματος, και περιέγραψε τις ζώνες βλάστησης χρησιμοποιώντας το γεωγραφικό πλάτος και μήκος, ένας κλάδος που είναι σήμερα γνωστός ως γεωβοτανική.

Το 1804, για παράδειγμα, ανέφερε έναν εντυπωσιακό αριθμό ειδών, κυρίως φυτών, για τα οποία επιχείρησε να εξηγήσει τη γεωγραφική τους κατανομή με σεβασμό στα γεωλογικά δεδομένα. Ένα από τα γνωστότερα έργα του Χούμπολντ ήταν το Ιδέα για μια Φυτική Γεωγραφία (Idea for a Plant Geography) (1805).

Άλλοι σημαντικοί βοτανολόγοι της εποχής ήταν ο Αιμέ Μπονπλάν (Aimé Bonpland) και ο Εουγκένιους Γουόρμινγκ (Eugenius Warming).

Η έννοια της Βιοκοινότητας: Κάρολος Δαρβίνος και Άλφρεντ Γουάλλας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του 1850 υπήρξε μια επαναστατική πρόοδος στο θέμα με την έκδοση του έργου του Δαρβίνου για την Προέλευση των Ειδών "The Origin of Species": Η Οικολογία πέρασε από ένα γεμάτο επαναλήψεις μηχανικό μοντέλο, σε ένα βιολογικό, οργανικό και πλέον εξελικτικό μοντέλο.

Ο Άλφρεντ Ράσσελ Γουάλλας (Alfred Russel Wallace), σύγχρονος και ανταγωνιστής του Δαρβίνου, ήταν ο πρώτος που πρότεινε την "γεωγραφία" των ζωικών ειδών. Αρκετοί συγγραφείς αναγνώρισαν ότι τα είδη δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, και τα ομαδοποίησαν σε είδη φυτών, είδη ζώων, και αργότερα σε κοινότητες ζωντανών οργανισμών ή βιοκοινότητες. Αυτός ο όρος επινοήθηκε το 1877 από τον Καρλ Μέμπιους (Karl Möbius).

Αρχές του 20ου αιώνα ~ Επέκταση των οικολογικών ιδεών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βιόσφαιρα - Eduard Suess και Vladimir Vernadsky[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 19ο αιώνα, η οικολογία άνθισε λόγω των νέων ανακαλύψεων στη χημεία από τον Αντουάν Λαβουαζιέ και τον Οράς - Μπενεντίκτ ντε Σωσύρ, ειδικότερα όσον αφορά τον κύκλο του αζώτου. Μετά την παρατήρηση του γεγονότος ότι η ζωή αναπτύσσεται μόνο κάτω από αυστηρά όρια κάθε στοιχείου που συνθέτει την ατμόσφαιρα, την υδρόσφαιρα, και τη λιθόσφαιρα, ο Αυστριακός γεωλόγος Eduard Suess πρότεινε τον όρο βιόσφαιρα το 1875. Ο Suess πρότεινε το όνομα βιόσφαιρα για τις συνθήκες που προάγουν τη ζωή, όπως είναι αυτές που βρίσκονται στη Γη, και περιλαμβάνουν τη χλωρίδα, την πανίδα, την ανόργανη ύλη, τους βιοχημικούς κύκλους, κ.λ.π.

Τη δεκαετία του 1920 ο Βλαντιμίρ I. Vernadsky, Ρώσος γεωλόγος που αποστάτησε στη Γαλλία, ανέλυσε λεπτομερώς την ιδέα της βιόσφαιρας στο έργο του "The biosphere" (1926), και περιέγραψε τις θεμελιώδεις αρχές των βιογεωχημικών κύκλων. Επανεξέτασε τη βιόσφαιρα ως ένα σύνολο όλων των οικοσυστημάτων.

Οι πρώτες οικολογικές καταστροφές αναφέρθηκαν τον 18ο αιώνα, ως συνέπεια των αυξανόμενων αποψίλωσεων. Από το 19ο αιώνα, με τη βιομηχανική επανάσταση, μεγάλωναν όλο και περισσότερο οι πιέσεις για το αντίκτυπο της ανθρώπινης δραστηριότητας στο περιβάλλον. Ο όρος οικολόγος χρησιμοποιήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.

Το οικοσύστημα: Άρθουρ Τάνσλεϊ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η βοτανική γεωγραφία και η ζωογεωγραφία ενώθηκαν για να σχηματίσουν τη βάση της βιογεωγραφίας. Αυτή η επιστήμη, που ασχολείται με τα ενδιαιτήματα των ειδών, προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους ύπαρξης συγκεκριμένων ειδών σε μια ορισμένη τοποθεσία.

Ήταν το 1935 που ο Άρθουρ Τάνσλεϊ (Arthur Tansley), Βρετανός οικολόγος, επινόησε τον όρο οικοσύστημα, ως το αλληλεπιδρών σύστημα μεταξύ της βιοκοινότητας(biocoenosis) (το σύνολο των ζωντανών πλασμάτων), και του βιότοπου τους, του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν. Έτσι η Οικολογία έγινε η επιστήμη των οικοσυστημάτων.

Η σκέψη του Τάνσλεϊ για το οικοσύστημα υιοθετήθηκε από τον ενεργητικό και σημαντικό καθηγητή της βιολογίας Eugene Odum. Μαζί με τον αδερφό του, Howard Odum, ο Eugene Odum έγραψε ένα εγχειρίδιο (ξεκινώντας το 1953) το οποίο εκπαίδευσε περισσότερες από μία γενιές βιολόγων και οικολόγων στη Βόρεια Αμερική.

Ανθρώπινη οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ανθρώπινη οικολογία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920, μέσω της μελέτης των αλλαγών στην διαδοχή της βλάστησης στην πόλη του Σικάγο. Έγινε ξεχωριστό πεδίο μελέτης τη δεκαετία του 1970. Αυτό σηματοδότησε την πρώτη αναγνώριση ότι οι άνθρωποι, που αποίκισαν όλες ηπείρους της Γης, είναι σημαντικοί οικολογικοί παράγοντες. Οι άνθρωποι τροποποίησαν σημαντικά το περιβάλλον μέσω της ανάπτυξης των βιοτόπων τους (ειδικά την αστική σχεδίαση), με εντατικές δραστηριότητες όπως η υλοτομία και το ψάρεμα, και παράπλευρες δραστηριότητες της γεωργίας, της δημιουργίας ορυχείων, και της βιομηχανίας. Επιπλέον οι κλάδοι της οικολογίας και η βιολογίας, εμπλέκουν άλλες φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, όπως η ανθρωπολογία και η εθνολογία, τα οικονομικά, η δημογραφία, η αρχιτεκτονική και η αστική σχεδίαση, η ιατρική και η ψυχολογία, και πολλές άλλες. Η ανάπτυξη της ανθρώπινης οικολογίας καθοδηγεί τον αυξανόμενο ρόλο της οικολογικής επιστήμης στο σχεδιασμό και τη διαχείριση των πόλεων.

Τα τελευταία χρόνια η ανθρώπινη οικολογία έγινε θέμα ενδιαφέροντος για τους μελετητές των οργανισμών. Οι Hannan και Freeman (Population Ecology of Organizations (1977), American Journal of Sociology) εκτιμούν ότι οι οργανισμοί δεν προσαρμόζονται απλά σε ένα οικοσύστημα. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι είναι το περιβάλλον που επιλέγει ή απορρίπτει πληθυσμούς οργανισμών. Σε κάθε περιβάλλον που βρίσκεται σε ισορροπία θα επιβιώνει ένα δεδομένο φάσμα οργανισμών. Η Οικολογία των οργανισμών αποτελεί την επικρατούσα θεωρία στην ερμηνεία της ποικιλίας των οργανισμών και της αλλαγής στη σύνθεσή τους με την πάροδο του χρόνου.

Η οικολογία ενηλικιώνεται[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζέιμς Λάβλοκ και Υπόθεση της Γαίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Θεωρία της Γαίας, που πρότεινε ο Τζέιμς Λάβλοκ, στο έργο του Gaia: A New Look at Life on Earth, προήγαγε την άποψη ότι η Γη θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένας μοναδικός ζωντανός μακρο-οργανισμός. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζεται ότι το σύνολο των ζώντων οργανισμών έχει συνολικά αναπτύξει μία ικανότητα να ελέγχει το παγκόσμιο περιβάλλον. Κάτι τέτοιο μπορεί να πραγματοποιείται επηρεάζοντας, για παράδειγμα, βασικές φυσικές παραμέτρους όπως η σύνθεση της ατμόσφαιρας ή ο ρυθμός εξάτμισης, ή διατηρώντας τις συνθήκες που ευνοούν την εξέλιξη ζωής.

Η άποψη μπορεί να θεωρηθεί και "σημάδι των καιρών". Πιο συγκεκριμένα, να συσχετιστεί με την άποψη που ακολούθησε ιστορικά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και η οποία υποστηρίζει ότι ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, η βιομηχανοποίηση, η ρύπανση, η εξάντληση των φυσικών πόρων, σε συνδυασμό με τον υπερπληθυσμό, απειλούν τις οικολογικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Παρόλ' αυτά η θεωρία της Γαίας, παρότι όχι κοινά αποδεκτή από το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, υιοθετήθηκε από πολλά οικολογικά κινήματα ως μία εμπνευσμένη εικόνα: Η Μητέρα Γη, η Γαία, η οποία "αρρωσταίνει εξαιτίας των ανθρώπων και των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων".

Διατήρηση και περιβαλλοντολογικές δράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 19ο αιώνα η οικολογία σχετιζόταν με κοινωνικά και φιλοσοφικά κινήματα που αφορούσαν και την προστασία του περιβάλλοντος, όπως το κίνημα της διατήρησης (conservationism) ή το κίνημα του περιβαλλοντισμού (environmentalism). Στις μέρες μας η οικολογία αποτελεί πολιτικό θέμα και ταυτόχρονα πηγή ιδεολογίας για αρκετούς πολιτικούς οργανισμούς, όπως το Πράσινο κόμμα και η Greenpeace.

Οικολογία και παγκόσμια πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικολογία έγινε βασικό κομμάτι της Παγκόσμιας πολιτικής και το 1971, η UNESCO οργάνωσε ένα ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο Άνθρωπος και Βιόσφαιρα, που είχε ως στόχο την αύξηση της γνώσης γύρω από την αμοιβαία σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Μερικά χρόνια αργότερα καθορίστηκε η έννοια της Βιοσφαιρικής ρεζέρβας.

Το 1972, τα Ηνωμένα Έθνη διοργάνωσαν στην Στοκχόλμη με τη βοήθεια του Rene Dubos και άλλων ειδικών, την πρώτη παγκόσμια σύσκεψη για το ανθρώπινο περιβάλλον. Αυτή η σύσκεψη ήταν η προέλευση της φράσης "Think Globally, Act Locally". Το επόμενο σημαντικό γεγονός στην οικολογία ήταν η ανάπτυξη της αρχής της βιόσφαιρας και η εμφάνιση του όρου "βιολογική ποικιλία" -- ή όπως την αποκαλούμε σήμερα βιοποικιλότητα -- στη δεκαετία του 1980. Αυτοί οι όροι εμφανίστηκαν κατα τη διάρκεια της Earth Summit στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1992, όπου η έννοια της βιόσφαιρας αναγνωρίστηκε από τις μείζωνες διεθνείς οργανώσεις, και οι κίνδυνοι που σχετίζονταν με τη μείωση της βιοποικιλότητας αναγνωρίστηκαν δημοσίως.

Έτσι, το 1997, οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει η βιόσφαιρα αναγνωρίστηκαν διεθνώς στην σύσκεψη που οδήγησε στο Πρωτόκολλο του Κιότο. Συγκεκριμένα, αυτή η σύσκεψη επισήμανε τους αυξανόμενους κινδύνους από το φαινόμενο του θερμοκηπίου -- σχετικά με την αυξανόμενη συγκέντρωση των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, που οδηγούν σε παγκόσμιες κλιματικές αλλαγές. Στο Κιότο, οι περισσότερες χώρες του κόσμου αναγνώρισαν την σπουδαιότητα της αντιμετώπισης της οικολογίας από μια παγκόσμια οπτική, και της ανάγκης να ληφθεί υπόψη η επίδραση της ανθρώπινης δραστηριότητας στο γήινο περιβάλλον.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Humboldt, A. von. 1805. Essai sur la géographie des plantes, accompagné d’un tableau physique des régions équinoxiales, fondé sur les mésures exécutées, depuis le dixième degré de latitude boréale jusqu’au dixième degré de latitude australe, pendant les années 1799, 1800, 1801, 1802, et 1903 par A. De Humboldt et A. Bonpland. Paris: Chez Levrault, Schoelle et Cie. Sherborn Fund Fascimile No.1.
  • _______. 1805. Voyage de Humboldt et Bonpland. Voyage aux régions équinoxiales du nouveau continent. 5e partie. “Essai sur la géographie des plantes”. Paris. Facs intégral de l’édition Paris 1905-1834 par Amsterdam: Theatrum orbis terrarum Ltd., 1973.
  • _______. 1807. Essai sur la géographie des plantes. Facs.ed. London 1959. His essay on “On Isothermal Lines” was published serially in English translation in the Edinburgh Philosophical Journal from 1820 to 1822.
  • Ramalay, Francis. 1940. The growth of a science. Univ. Colorado Stud., 26: 3-14.