Ιριδολογία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Iριδολογία ονομάζεται μία μέθοδος εναλλακτικής ιατρικής. Κατά την άσκηση της μεθόδου εξετάζεται η ίριδα του ματιού, με σκοπό να γίνει διερεύνηση γενετικών προδιαθέσεων. Η μέθοδος στηρίζεται στην υπόθεση ότι κάθε όργανο στο ανθρώπινο σώμα αντιστοιχεί σε ένα μέρος της ίριδος. Σημάδια ή χρωματικές μεταβολές που υπάρχουν στην αντίστοιχη ζώνη μας πληροφορούν για το είδος της γενετικής ευαισθησίας. Συμβιώνει με τις αρχές τις ομοιοπαθητικής, του βελονισμού, της υγιεινής διατροφής και αποτελεί ένα ολόκληρο φιλοσοφικό σύστημα πάνω στην υγεία και στον τρόπο ζωής. Χρησιμοποιεί την τεχνολογία και συνδυάζει τις αρχές τις επιστήμης και της παραδοσιακής ιατρικής.

Ο ιριδολόγος αναλύοντας τους σχηματισμούς και τις χρωματικές διαφορές με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας και με βάση κάποια αντικειμενικά κριτήρια βγάζει συμπεράσματα για την κατάσταση των ιστών του σώματος, αλλά και για την σχέση των οργάνων μεταξύ τους. Έτσι, μπορεί να προγνώσει και να εμποδίσει μία ασθένεια πριν από την κλινική εκδήλωσή της. Μπορεί όμως και να παρακολουθήσει την εξέλιξη και την ίαση ή επιδείνωση μιας ασθενείας και να βγάλει συμπεράσματα για την σωστή ή όχι θεραπεία. Η ιριδολογία είναι μία απλή, ανώδυνη, οικονομική, μη επεμβατική μέθοδος και δεν ενέχει παρενέργειες ή κινδύνους για τον ασθενή.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιριδολογία επινοήθηκε από τον Ούγγρο γιατρό Ignatz von Péczely τον 19ο αιώνα. Ξεκίνησε την δημιουργία του χάρτη του ματιού παρατηρώντας τις ομοιότητες στις ίριδες των ασθενών του που είχαν παρόμοιες ασθένειες.

Οι προσπάθειες να γίνουν αντιληπτές οι αλλαγές στο μάτι και να συσχετιστούν με αλλαγές στο ανθρώπινο σώμα λέγεται ότι χρονολογούνται από την εποχή των πρώτων Χαλδαίων. Η σύγχρονη ιριδοδιάγνωση προήλθε από προφητείες συνδεδεμένες με την αρχαία αστρολογία. Οι πρώτοι λαοί που χρησιμοποίησαν την ίριδα για διαγνωστικό σκοπό στο μακρινό παρελθόν μας άφησαν για μαρτυρία σε σπηλιές της Μικράς Ασίας σκίτσα της ίριδας, με τα οποία συνέδεαν τον οργανισμό. Πριν από 3.000 χρόνια, στην Ινδία και στην Κίνα εφάρμοζαν την αναγνώριση ασθενειών μέσω του ματιού. Παρατηρούσαν όχι μόνο την ίριδα αλλά και την κατάσταση των βλεφάρων στο σκληρό χιτώνα (ασπράδι ματιού) και την κόρη(ανατομία). Υπάρχουν δε παρόμοιες αναφορές τόσο στη σχολή του Ιπποκράτειου Σαλερίνου όσο και στον Φιλόκρατο. Ο Αριστοτέλης(384-322πχ) γράφει: "Τα μάτια όλων των νεογέννητων είναι ανοιχτόχρωμα". Ο καθηγητής G. Tsigelmager του Πανεπιστημίου του Μονάχου σχολιάζει σχετικά με αυτό σε άρθρο με θέμα "Εικόνα της ίριδας και ιδιοσυγκρασία" στο περιοδικό Die Heilkunst τεύχος 10/1951: "Αυτό ισχύει σίγουρα για τον ευρωπαϊκό χώρο, με μεμονωμένες εξαιρέσεις".

Με την διάγνωση μέσω της ίριδος ασχολήθηκαν και οι Αιγύπτιοι γιατροί στην εποχή του Φαραώ Τουταγχαμών. Ονομαστός έμεινε ο μάγος-θεραπευτής Ελ Κακσού, που δόξασε την ιριδολογία και την έκανε γνωστή από την Αίγυπτο ως την Βαβυλώνα, το Θιβέτ και την Ινδοκίνα. Περιέγραψε τον τρόπο διάγνωσης σε δύο παπύρους μήκους 50 μέτρων, που βρέθηκαν στις ανασκαφές τάφων στη Γκίζα. Τώρα, φυλάσσονται στην βιβλιοθήκη του Βατικανού. Σ' αυτούς γίνεται αναφορά για κάποιο μηχάνημα "φωτογράφισης" με ειδική επικάλυψη. Ο Ελ Ακσού τις τοποθετούσε σε απόσταση 2 εκατοστών από το μάτι του ασθενούς επί 4 λεπτά. Και μετά, με κάποια χημική διεργασία, εμφανιζόταν η έγχρωμη εικόνα. Στο Θιβέτ έδιναν μεγάλη σημασία για την διάγνωση στην όψη του δέρματος,της γλώσσας, των ματιών, στον τύπο των κινήσεων και της αναπνοής. Μεγάλη ανάπτυξη είχε και η αριστοτέλεια διδασκαλία για την κατασκευή και έκφραση του ανθρώπινου σώματος και προσώπου, που ήταν γνωστή ως φυσιογνωμική.

Ο Theodor Kriege αναφέρει ότι η πρώτη σύγχρονη καταγεγραμμένη αναφορά στην ιριδοανάλυση πρέπει να αποδοθεί στον γιατρό Philippus Meyens, ο οποίος στο βιβλίο του Chiromatika medica που εκδόθηκε στα 1670 στη Δρέσδη περιγράφει τα αντανακλαστικά χαρακτηριστικά της ίριδος ως εξής (απόσπασμα από τους Herget aus Rossdorf):

    Το πάνω μέρος αντιπροσωπεύει το κεφάλι. Εφόσον το στομάχι έχει στενή σχέση με αυτό, όλες οι ασθένειες που έχουν τη βάση τους στο στομάχι εντοπίζονται στα μάτια. Η δεξιά πλευρά των ματιών απεικονίζει το συκώτι, τον δεξιό θώρακα και τα αιμοφόρα αγγεία. Η αριστερή πλευρά των ματιών δείχνει όλα τα όργανα της αριστερής πλευράς, δηλαδή την καρδιά, τον αριστερό θώρακα, τον σπλήνα και τα μικρά αιμοφόρα αγγεία. Καταστάσεις υγείας καθώς και ασθένειες που προέρχονται από την καρδιά εντοπίζονται εδώ, ειδικότερα μάλιστα αδυναμίες της καρδιάς ή λιποθυμικές τάσεις. Το κάτω κάτω μέρος της ίριδας αντιπροσωπεύει τα γεννητικά όργανα, καθώς και τα νεφρά και τα έντερα, από όπου μπορούμε να διαπιστώσουμε τον κολικό του νεφρού, τον ίκτερο, την λιθίαση, ασθένειες της χολής και αφροδίσια νοσήματα. Αυτά τα σημάδια μοιάζουν με αγγεία, με ελλείψεις και με κηλίδες    

.

Όχι πολύ αργότερα, στα 1695, εμφανίστηκαν οι εργασίες του Johann Eltzholtz και σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, στα 1786, ο Christian Haertels δημοσίευσε μία διατριβή στο Γκέτιγκεν με τίτλο De oculo et signo. Όμως, ο πραγματικός πατέρας της Ιριδολογίας ήταν ο Peczely.(1826-19111). Όταν ήταν ακόμα 11 χρόνων, ο Von Peczely λέγεται πως προσπάθησε να απελευθερώσει μια κουκουβάγια που είχε παγιδευτεί στο κήπο, όταν ξαφνικά της έσπασε χωρίς να το θέλει το ένα πόδι. Παρατήρησε σχεδόν αμέσως την εμφάνιση μιας σκοτεινής λουρίδας στο κάτω μέρος του ματιού της. Ο νεαρός Von Peczely της έδεσε το πόδι, την περιέθαλψε μέχρι να γίνει καλά και κατόπιν την απελευθέρωσε. Παρόλα αυτά, το πουλί παρέμεινε στον κήπο του για αρκετά χρόνια και αργότερα ο Von Peczely παρατήρησε την εμφάνιση λευκών και διασταυρούμενων γραμμών σ' εκείνο το τμήμα του ματιού που αρχικά υπήρχε η σκοτεινή λουρίδα. Το γεγονός του έκανε ζωηρή εντύπωση και διατηρήθηκε στην μνήμη του.

Ο πιο διακεκριμένος ιριδολόγος της Ευρώπης είναι ο Dr Josef Deck, ο οποίος υπολογίζει πώς στη διάρκεια των 43 χρόνων σπουδών και ερευνών του έχει εξετάσει πάνω από ένα εκατομμύριο μάτια. Δούλεψε στενά με πολλούς γιατρούς και η έρευνα και οι διαλέξεις τού έδωσαν την ευκαιρία να επισκεφτεί πολλές χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής.

O Bernard Jensen, διακεκριμένος ιριδολόγος από την Καλιφόρνια, άφησε επίσης όχι μόνο συγγραφικό έργο άλλα και πολλούς σύγχρονούς μαθητές. Με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε το 1951 η Διεθνής Εταιρία Ιριδολόγων (F.G.I) και εκδόθηκε το περιοδικό "Διεθνής Ιριδολόγος".

Στο Λονδίνο το 1959, η Ακαδημία Επιστημών βράβευσε τον επιστήμονα R.Schnabel για το δίτομο έργο του πάνω στην Ιριδολογία. Στην πρώην Σοβιετική Ένωση, οι Βελχόφερ και Ρομάσοφ, του τμήματος της Ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου της Φιλίας των Λαών Π. Λουμούμπα, ξεκίνησαν ιριδολογικό εργαστήριο το 1967. Αργότερα τους μιμήθηκε ο Β.Κριβένκο στο Κίεβο καθώς και άλλοι επιστήμονες σε άλλες πόλεις.

Mέθοδοι ιριδοσκόπησης και νέα τεχνολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρειάζεται αρκετά μεγάλη μεγέθυνση και τέλειος εξοπλισμός ώστε να μπορέσουμε να παρατηρήσουμε τις απειροελάχιστες αλλοιώσεις που μοιάζουν με μικροσκοπικές κουκκίδες για την συλλογή πληροφοριών που θα βοηθήσουν στην διαδικασία της ιριδοσκόπησης. Ένα άλλο λεπτό σημείο είναι ότι η ίριδα δεν είναι επίπεδη επιφάνεια, αλλά παρουσιάζει έντονα ανάγλυφη μορφή που μοιάζει περισσότερο με κρατήρα. Η απλή φωτογράφιση δεν μπορεί να απεικονίσει αυτό το ανάγλυφο.

Μέσα από τα μηχανήματα παρατήρησης (ιριδοσκόπια), η εικόνα εμφανίζεται στερεοσκοπική. Οι πιο πολλοί ιριδολόγοι χρησιμοποιούν,όπως και οι οφθαλμίατροι, μια σχισμοειδή λυχνία με ειδική κεφαλή που μπορεί να μεταφέρει την εικόνα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή σε φωτογραφική μηχανή ή βίντεο, ώστε να μπορεί να γίνει καταγραφή της εικόνας για περαιτέρω μελέτη. Η διάγνωση δεν θα πρέπει να γίνεται με την φωτογραφία και μόνο, αφού αυτή δεν μας παρέχει στερεοσκοπική άποψη. Μηχανήματα που μπορούν να παρέχουν στερεομετρικά την ίριδα υπάρχουν στην Ιαπωνία, όμως είναι αρκετά δύσχρηστα και το κόστος τους είναι απαγορευτικό για τους Ευρωπαίους και Ρώσους ιριδολόγους.

Ως ψευδοεπιστήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιριδολογία χαρακτηρίζεται ως ψευδοεπιστήμη, γιατί τα πορίσματά της δεν προκύπτουν από επιστημονική έρευνα. Η πραγματικότητα είναι ότι η ίριδα είναι αμετάβλητη, σε σημείο που θεωρείται πιο αξιόπιστη απόδειξη ταυτότητας και από τα δακτυλικά αποτυπώματα. Τις περισσότερες φορές τα συμπεράσματα των ιριδολόγων προέρχονται από αυθαίρετες ευρέσεις "σχημάτων" (patterns) που δεν υπάρχουν ή καθαρά από πόλωση επιβεβαίωσης των λεγόμενών τους. Η απουσία επιστημονικής έρευνας καθιστά τα όσα σωστά πορίσματα της ιριδολογίας εντελώς τυχαία.

Απόκτηση διπλώματος ιριδολογίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ελλάδα ο οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει ιριδολόγος. Δεν απαιτείται καμία περαιτέρω γνώση ιατρικής. Ο φοιτητής ιριδολογίας πληρώνει 1000 ευρώ και παραλαμβάνει 2 CD με τα μαθήματα 10 διδακτικών ενοτήτων του ελληνικού Iridology Diploma Course. Μετά από τις τελικές εξετάσεις ο ιριδολόγος πλέον πιστοποιείται από την Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Ιριδολογίας.

Περαιτέρω πληροφορίες και σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]