Ινδο-Πακιστανικός Πόλεμος 1965

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ινδο-πακιστανικός πόλεμος του 1965
Μέρος των Ινδο-πακιστανικών πολέμων
PattonNagar01.jpg
Κατεστραμμένα και εγκαταλελειμένα πακιστανικά άρματα μάχης Πάττον και Σέρμαν, αμερικανικής προέλευσης, στην περιοχή Χιεμ Καράν, μετά τη μάχη της Ασάλ Ουτάρ
Ημερομηνία Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1965
Τόπος Ινδική υποήπειρος
Έκβαση Κατάπαυση πυρός κατόπιν παρέμβασης του Ο.Η.Ε.-Κανένα σημαντικό κέρδος εκατέρωθεν
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα
Δυνάμεις
~150 αεροσκάφη
Απώλειες
  • 3.000 στρατιώτες
    *τουλάχιστον 175 τανκς
    *60-75 αεροσκάφη
    *777 τ. χλμ. απωλεσμένη εδαφική επικράτεια
  • 3.800 άντρες
    *200 τανκς
    *20 αεροσκάφη
    *πάνω από 1.813 τ. χλμ. απωλεσμένη εδαφική επικράτεια

Ο Ινδο-Πακιστανικός Πόλεμος του 1965 ήταν μια σειρά από αψιμαχίες μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων Ινδίας και Πακιστάν, από τον Αύγουστο του 1965 έως τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η πολεμική αυτή σύγκρουση έγινε γνωστή ως Β' Πόλεμος του Κασμίρ, διότι οι μάχες έλαβαν χώρα στη διεκδικούμενη και από τους δύο εδαφική αυτή περιοχή, και αποτέλεσαν συνέχεια των μαχών που διεξήχθησαν εκεί το 1947.

Ο πόλεμος ξεκίνησε με την επιχείρηση Γιβραλτάρ των πακιστανικών δυνάμεων, η οποία αποσκοπούσε στη διείσδυση στην περιοχή Γιαμμού και Κασμίρ ώστε να καταστείλουν ανταρσία εναντίον της κυβέρνησης, υποκινούμενη από την Ινδία. Ο πόλεμος, διάρκειας 5 εβδομάδων, προκάλεσε βαρείς απώλειες και στις δυο πλευρές. Τερματίστηκε μετά από παρέμβαση του Ο.Η.Ε και τη συνακόλουθη Διακήρυξη της Τασκένδης.

Οι συγκρούσεις έλαβαν χώρα στο μεγαλύτερο μέρος τους εντός του Κασμίρ και κατά μήκος των συνόρων Ινδίας-Πακιστάν. Κατά τη διάρκειά τους, σημειώθηκε η μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος του Κασμίρ από το διαμελισμό της Βρετανικής Ινδίας το 1947, συγκέντρωση που επισκιάστηκε σε αριθμούς μόλις το 2001-2002 κατά τη διάρκεια της πρόσφατης έντασης, υπό μορφή ψυχρού πολέμου, στις σχέσεις των δύο χωρών.

Οι περισσότερες μάχες διεξήχθησαν μεταξύ δυνάμεων πεζικού και τεθωρακισμένων, με ικανή υποστήριξη εναέριων μέσων και συνδρομή ναυτικών δυνάμεων. Πολλές λεπτομέρειες του πολέμου παραμένουν ωστόσο, ακόμα και σήμερα, ασαφείς, όπως σε όλους τους ινδο-πακιστανικούς πολέμους (ένεκα τού γεγονότος ότι και οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει ατομικό οπλοστάσιο, της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, όταν έλαβαν χώρα αυτές οι συγκρούσεις καθώς και της συνεχιζόμενης έως σήμερα αντιπαλότητάς τους, οι πληροφορίες που δίδονται από αρμόδιες πηγές είναι εξαιρετικώς περιορισμένες).

Αναδρομή στο παρελθόν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κασμίρ και το μελλοντικό στάτους αυτής της τριχοτομημένης περιοχής είναι αναμφίβολα ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα διεθνώς. Η περιοχή αυτή βρίσκεται μεταξύ Βορειοδυτικής Ινδίας, Βορειοανατολικού Πακιστάν και Θιβέτ και έχει περί τα 5 εκατομμύρια κατοίκους.

Όταν το 1947 αποχώρησαν οι Άγγλοι από τις Ινδίες, δημιουργήθηκαν δύο κράτη: η Ινδία με ινδουιστική πλειονότητα και το Πακιστάν με μουσουλμανική. Το Πακιστάν απαρτιζόταν από το Δυτικό Πακιστάν (νυν Πακιστάν) και το Ανατολικό Πακιστάν (νυν Μπανγκλαντές) τα οποία χωρίζονταν μεταξύ τους γεωγραφικώς από την Ινδία.

Οι λαοί των 625 πριγκιπάτων των Βρετανικών Ινδιών βρέθηκαν με βάση τη δημογραφική σύνθεση κάθε περιοχής είτε στο μουσουλμανικό Πακιστάν είτε στην ινδουιστική Ινδία, ένα διαχωρισμό τον οποίο επέλεξαν οι Άγγλοι (παρά τις εκκλήσεις του Μαχάτμα Γκάντι για συμφιλίωση και συμβίωση των δύο κοινοτήτων), βάζοντας προς τούτο μπροστά τον εθνικιστή μουσουλμάνο Μουχάμαντ Αλί Τζίναχ, ο οποίος έθεσε ζήτημα ανεξάρτητου μουσουλμανικού κράτους των Ινδιών.

Ενώ λοιπόν όλες οι περιοχές αποδόθηκαν με βάση την περίφημη γραμμή Ράντκλιφ (την οποία χάραξε με αυθαίρετα κριτήρια ο Σίριλ Ράντκλιφ, δικηγόρος, ο οποίος χωρίς να γνωρίζει τίποτε για την Ινδία, ανέλαβε μέσα σε 5 εβδομάδες να χαράξει τα σύνορα μιας περιοχής 450.000 τ. χλμ. όπου ζούσαν εκατομμύρια πολίτες), ανεφάνη το πρόβλημα του Κασμίρ, το οποίο αποδείχθηκε δυσεπίλυτο. H μεν Ινδία ισχυρίζεται ότι το Κασμίρ αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ενώ το Πακιστάν προτάσσει την προσφυγή στη βούληση των κατοίκων του Κασμίρ ως τον παράγοντα που θα αποσαφηνίσει τον κάτοχο της περιοχής, κάτι που δεν δέχεται η Ινδία.

Ο Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρχηγός του Πακιστανικού Γενικού Επιτελείου, Στρατηγός Μουχάμαντ Μούσα Χαν, στον κατειλημμένο από τον Πακιστανικό Στρατό σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Χιεμ Καράν, στην Ινδία

Στις 5 Αυγούστου 1965, περίπου 26.000 με 33.000 Πακιστανοί στρατιώτες, ντυμένοι με ενδυμασίες των κατοίκων του Κασμίρ, διέσχισαν τη συνοριακή γραμμή, προελαύνοντας σε διάφορες περιοχές μέσα στο Κασμίρ. Ινδικές δυνάμεις, ειδοποιημένες στο μεταξύ από τον τοπικό πληθυσμό, διέσχισαν τη γραμμή εκεχειρίας του 1947, στις 15 Αυγούστου. Αρχικώς ο Ινδικός Στρατός σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, καταλαμβάνοντας τους σημαντικούς από γεωστρατηγικής απόψεως ορεινούς όγκους του Κασμίρ, μετά από παρατεταμένο και σύντονο φραγμό πυρών του πυροβολικού. Στα τέλη Αυγούστου παρόλα αυτά, οι δυο πλευρές είχαν σημειώσει σχετική μόνο πρόοδο. Το Πακιστάν είχε σημειώσει επιτυχίες στις περιοχές Τιθουάλ, Ούρι και Πουντς και η Ινδία είχε καταλάβει το Πέρασμα του Χατζί Πιρ, 8 χιλιόμετρα μέσα στο πακιστανοκρατούμενο έδαφος του Κασμίρ.

Την 1η Σεπτέμβρη 1965, το Πακιστάν εξαπέλυσε αντεπίθεση, με την ονομασία Επιχείρηση Μεγάλο Χτύπημα, με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της ζωτικής σημασίας πόλεως Αχνούρ στην επαρχία Γιαμμού, η κατοχή τής οποίας θα δυσχέραινε τις επικοινωνίες και θα απέκοπτε τις οδούς εφοδιασμού των ινδικών στρατευμάτων. Ο πακιστανός στρατηγός Αγιούμπ Χαν υπολόγιζε ότι το ινδουιστικό ηθικό (όπως ονόμαζε τον Ινδικό Στρατό), δε θα άντεχε περισσότερο από δύο σκληρές επιθέσεις, εκτελεσμένες φυσικά τη σωστή ώρα και στο σωστό μέρος, παρότι μέχρι τότε η επιχείρηση Γιβραλτάρ είχε αποτύχει και η Ινδία κατείχε πια το σημαντικό Πέρασμα του Χατζί Πιρ.

Επιτιθέμενο με συντριπτική αναλογία στρατευμάτων και τεχνικώς ανώτερων τεθωρακισμένων, το Πακιστάν κατάφερε πλήγματα εναντίον των Ινδών, οι οποίοι πιάστηκαν απροετοίμαστοι και υπέστησαν βαρείς απώλειες. Η Ινδία απάντησε με τη συνδρομή της πολεμικής αεροπορίας της, η οποία άμβλυνε μερικώς την πακιστανική σφοδρότητα. Την επόμενη μέρα, το Πακιστάν ανταπέδωσε με την πολεμική αεροπορία του να επιτίθεται σε επίγειες ινδικές δυνάμεις και αεροπορικές βάσεις τόσο στο Κασμίρ όσο και στην ινδικό τμήμα της επαρχίας Παντζάμπ. Η απόφαση της Ινδίας να επεκτείνει το θέατρο του πολέμου, επιτιθέμενη με τη σειρά της στο πακιστανικό τμήμα της επαρχίας Παντζάμπ (το Παντζάμπ είναι μια τεράστια και πολυπληθής περιοχή, η οποία μοιράστηκε το 1947, μετά την κατάρρευση της Βρετανικής Ινδίας, στις νέες χώρες της Ινδίας και του Πακιστάν), ανάγκασε τον Πακιστανικό Στρατό να αναδιατάξει στρατεύματα που ήδη επιχειρούσαν σε άλλα σημεία, τάσσοντάς τα προς υπεράσπιση του πακιστανικού Παντζάμπ. Η επιχείρηση Μεγάλο Χτύπημα απέτυχε, καθώς οι Πακιστανοί αναγκαζόμενοι σε αναδιάταξη δυνάμεων, δεν κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη Αχνούρ. Η επιλογή των Ινδών να αντεπιτεθούν νοτιότερα και να μην περιοριστούν απλώς στο να αμύνονται στις πακιστανικές επιθέσεις στο Κασμίρ, αποτέλεσε το σημείο καμπής του πολέμου, γλιτώνοντας τους από βέβαιη ήττα.

Χάρτης της περιοχής του Κασμίρ, με ευδιάκριτη στα νότιά της και την περιοχή Παντζάμπ, που μοιράζεται στα δύο κράτη

Η Ινδία διέσχισε τα ντε φάκτο Διεθνή Σύνορα με το Πακιστάν στο Δυτικό Μέτωπο στις 6 Σεπτεμβρίου 1965, σηματοδοτώντας την επίσημη έναρξη του πολέμου. Τη μέρα αυτή, η 15η Μεραρχία Πεζικού του Ινδικού Στρατού, υπό τις διαταγές του βετεράνου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Αντιστράτηγου Πρασάντ, αντιμετώπισε μια μαζική αντεπίθεση των Πακιστανών κοντά στη δυτική όχθη του Καναλιού Ιχογκίλ, το οποίο αποτελούσε το ντε φάκτο σύνορο μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Το ίδιο το επιτελείο του Πρασάντ έπεσε σε ενέδρα και ο αντιστράτηγος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το όχημά του για να σωθεί. Μια δεύτερη επίθεση των Ινδών ήταν επιτυχής, καταφέρνοντας να διασχίσουν το Κανάλι Ιχογκίλ μέσω της γέφυρας στο χωριό Μπαρκί, λίγα χιλιόμετρα ανατολικά της μεγάλης πακιστανικής πόλης Λαχώρης.

Οι προωθήσεις αυτές έφεραν τους Ινδούς στα περίχωρα του Διεθνούς Αεροδρομίου της Λαχώρης. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν οι Η.Π.Α. να κάνουν έκκληση για προσωρινή κατάπαυση πυρός μέχρι να εκκενώσουν την ευρύτερη περιοχή της Λαχώρης από τους υπηκόους τους. Οι Πακιστανοί παρόλα αυτά αντεπιτέθηκαν καταλαμβάνοντας την πόλη Χιεμ Καράν από τις ινδικές δυνάμεις, οι οποίες προσπάθησαν ανεπιτυχώς να στρέψουν την προσοχή των Πακιστανών μακριά από τη Χιεμ Καράν, εξαπολύοντας επίθεση στην επαρχία της Βεδιανής και τα γύρω χωριά.

Η σφήνα που άρχισε να προωθείται στα ενδότερα της Λαχώρης αποτελείτο από την ινδική 1η Μεραρχία Πεζικού, υποστηριζόμενη από τα τρία Συντάγματα Τεθωρακισμένων της 2ης Ανεξάρτητης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας. Γρήγορα προήλασαν κατά μήκος των συνόρων, φτάνοντας στο Κανάλι Ιχογκίλ στις 6 Σεπτέμβρη. Ο Πακιστανικός Στρατός κράτησε τις γέφυρες πάνω από το κανάλι και ανατίναξε όσες δεν εδύνατο να υπερασπιστεί, αναχαιτίζοντας κάθε περαιτέρω ινδική προέλαση στη Λαχώρη. Την ίδια μέρα, μια πακιστανική αντεπίθεση με τη συμμετοχή μιας τεθωρακισμένης μεραρχίας και μιας μεραρχίας πεζικού, με τη συνδρομή της Πακιστανικής Αεροπορίας, ανάγκασε την ινδική 15η Μεραρχία Πεζικού να συμπτυχθεί συντεταγμένα στην αρχική γραμμή εξορμήσεώς της.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βικτόρια Σόνφιλντ, Kashmir in Conflict: India, Pakistan and the Unending War, Amazon.com
  • Αλαίν Ντανιελού, Ιστορία της Ινδίας
  • Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η αυτοψία της σύγχρονης Ινδίας, εκδόσεις Μεταίχμιο