Ιεράπολη Φρυγίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°55′30″N 29°07′33″E / 37.925086°N 29.125898°E / 37.925086; 29.125898

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Ιεράπολις-Παμούκαλε
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Κ.
Hierapolis teatr5 RB.jpg
Χώρα μέλος Τουρκία
Τύπος Μικτό
Κριτήρια iii, iv, vii
Ταυτότητα 485
Περιοχή Ευρώπη και Ασία
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1988 (12η συνεδρίαση)

Η Ιεράπολις ήταν μια αρχαία ελληνική πόλη της Φρυγίας της Μικράς Ασίας.

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη κυριαρχούσε στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου και αναπτύχθηκε εκμεταλλευόμενη την ευνοϊκή θέση της πάνω στο οδικό δίκτυο που συνέδεε το εσωτερικό τμήμα της Ανατολίας με την Μεσόγειο. Τα ερείπια της αρχαίας πόλης βρίσκονται στην επαρχία του Denizli, σε απόσταση 18 χλμ. ΒΑ του Denizli, κοντά στη σύγχρονη πόλη Παμούκαλε.

H Ιεράπολη είναι ένα θαυμαστό αξιοθέατο που συνδυάζει ένα μοναδικό φυσικό τοπίο με μια εντυπωσιακή αρχαία πόλη. Για το λόγο αυτό προστατεύεται από την UNESCO ως μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η αρχαία πόλη θεμελιώθηκε και εξαπλώθηκε σε ένα πλάτωμα που σχηματίζεται σε επικλινή λόφο γεωλογικών σχηματισμών. Πρόκειται για συμπαγείς αποθέσεις ιζημάτων από τη ροή των ασβεστολιθικών υδάτων που αναβλύζουν στην περιοχή. Οι λευκές σχηματοποιημένες λίμνες, οι σταλακτίτες και οι καταρράκτες δημιουργούν μια εικόνα ιδιαίτερης ομορφιάς. Σε αυτούς τους «πύργους από βαμβάκι» οφείλει τη σύγχρονη τουρκική ονομασία της, Παμούκαλε.

Οι ιαματικές πηγές θερμών υδάτων ήταν γνωστές για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες ήδη από τους Ρωμαϊκούς χρόνους και η εκμετάλλευσή τους ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες στην ανάπτυξη της Ιεράπολης. Στη σύγχρονη εποχή είναι ένας από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Τουρκίας, αλλά η ανεξέλεγκτη μετατροπή του σε θέρετρο είχε αρνητικές επιπτώσεις στο χώρο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση της Ιεράπολης είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει τους μελετητές καθώς δεν υπάρχουν γραπτές πηγές σχετικά με την ακριβή ημερομηνία ίδρυσής της. Η απαρχή της ιστορίας της πόλης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με την αποδοχή της προέλευσης της ονομασίας της. Το όνομα της πόλης, σύμφωνα με το Στέφανο Βυζάντιο, προήλθε από τους πολλούς ναούς της πόλης («Ιερά πόλις»). Στη θέση αυτή πιθανώς υπήρχε ένας μικρός οικισμός με επίκεντρο ένα ιερό πριν από την Ελληνιστική εποχή, το οποίο εξελίχθηκε σε θρησκευτικό κέντρο. Μετά την κατάκτηση από τον Αλέξανδρο, οι Σελευκίδες, οι οποίοι έλεγχαν την περιοχή, την επανίδρυσαν ονομάζοντάς την Ιεράπολη. Πιθανότεροι ιδρυτές θεωρούνται ο Αντίοχος ο Α΄ ή ο Αντίοχος ο Β΄.

Η σχέση των Ατταλιδών με την πόλη είναι ευρέως αποδεκτή. Ισχυρή είναι η παράδοση που φέρει τον Ευμένη το Β΄, βασιλιά της Περγάμου, ιδρυτή της Ιεράπολης στο α΄ μισό του 2ου αι. π.Χ. Η ονομασία της πόλης αποδίδεται σε αυτή την περίπτωση στην επιθυμία του να τιμήσει την Ιερά ή Ιερώ, σύζυγο του μυθικού ιδρυτή της Περγάμου Τήλεφου.

Η συζήτηση για την ακριβή χρονολογική τοποθέτηση και τον υπεύθυνο της ίδρυσης της Ιεράπολης εμπλέκει μια σειρά από δεδομένα και επιχειρήματα υπέρ των Σελευκιδών ή των Ατταλιδών αντίστοιχα. Καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζει η θεμελίωση της γειτονικής Λαοδικείας στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. από τους Σελευκίδες, καθώς ορισμένοι μελετητές κρίνουν απίθανο το γεγονός να υπήρχε μια δεύτερη πόλη σε τόσο κοντινή απόσταση. Υπέρ μιας πρώτης σύνδεσης της πόλης με τους Σελευκίδες συνηγορούν μια σειρά από επιγραφές της Αυτοκρατορικής περιόδου, όπου οι Ιεραπολίτες χαρακτηρίζονται με τα εθνικά επίθετα Μακεδών, Μακεδονικός και Μακεδονιανή.

Σημαντική μαρτυρία αποτελούν επίσης τα ονόματα των φυλών της πόλης που αποκαλύπτουν την οργάνωση και διαίρεση του πληθυσμού με ονόματα από τα μέλη της μακεδονικής δυναστείας. Τρεις φυλές έφεραν ονόματα αφιερωμένα στους Σελευκίδες ενώ τα υπόλοιπα προέρχονταν από την Περγαμηνή δυναστεία. Η αρχαιότερη επιγραφή που σώζεται από την Ιεράπολη είναι ένα ψήφισμα προς τιμήν της Απολλωνίας, μητέρας του Ευμένη του Β΄, ή σχετικό με τον Απόλλωνα Αρχηγέτη, που τοποθετείται χρονικά μετά το 183 π.Χ. Ευρήματα που να πιστοποιούν την ύπαρξη οικισμού σε πρωιμότερη περίοδο στο σημείο αυτό δεν έχουν βρεθεί αλλά θεωρείται μάλλον απίθανο να μην είχε κατοικηθεί η περιοχή. Ο Ηρόδοτος αναφέρει μια πόλη στην περιοχή με το όνομα Κύδραρα, για την οποία δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία. Γνωρίζουμε επίσης ότι μια πόλη με την ονομασία Υδρεία, που υποδηλώνει αφθονία νερών, υπήρχε ως τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Παρά τις αρκετές ασάφειες και την έλλειψη ικανοποιητικών στοιχείων για την ιστορία της Ιεράπολης στα πρώτα χρόνια οργάνωσής της, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι πέρασε στην κυριαρχία των Περγαμηνών μετά τη μάχη της Μαγνησίας το 190 π.Χ. Η γραπτή ιστορία της Ιεράπολης αρχίζει κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Σύμφωνα με τη διαθήκη του Άτταλου του Γ΄, ο οποίος κληροδότησε το βασίλειο της Περγάμου στη Ρώμη, η Ιεράπολη πέρασε στη ρωμαϊκή κυριαρχία το 133 π.Χ. ως πόλη της επαρχίας της Ασίας και διοικούνταν από το ρωμαίο διοικητή της Εφέσου. Τα μεταγενέστερα αρχεία ασχολούνται κυρίως με μια σειρά σεισμών που έπληξαν την περιοχή. Η Ιεράπολη υπέστη σοβαρές ζημιές από σεισμό την περίοδο του Τιβέριου, το 17 μ.Χ., αλλά καταστράφηκε ολοσχερώς το 60 μ.Χ., στα χρόνια του Νέρωνα. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας υποστήριξε την ανοικοδόμηση της πόλης μετά τον καταστρεπτικό σεισμό με αποτέλεσμα η σημερινή σωζόμενη εικόνα της πόλης να είναι αποτέλεσμα των εργασιών εκείνης της περιόδου.

Δεν έχουν καταγραφεί σημαντικά γεγονότα στα χρόνια που ακολούθησαν παρά μόνο επισκέψεις αυτοκρατόρων όπως του Αδριανού το 129 μ.Χ., του Καρακάλλα το 215 μ.Χ. και του Βάλη το 370 μ.Χ. Η Ιεράπολη έζησε τις πιο παραγωγικές περιόδους κατά το 2ο και τον 3ο αι. μ.Χ., δηλαδή στα χρόνια του Σεβήρου και του Καρακάλλα αντίστοιχα. Μάλιστα ο Καρακάλλας τίμησε την πόλη με τον τίτλο της νεωκορίας, γεγονός που παραχώρησε στην πόλη διάφορα διοικητικά προνόμια, παράλληλα με το δικαίωμα της αυτοκρατορικής λατρείας και της ιερότητας. Αξιοσημείωτη υπήρξε η ανάπτυξη της τέχνης και του πολιτισμού. Αθλητικοί και μουσικοί αγώνες διοργανώνονταν συχνά, προσελκύοντας τους πολυάριθμους λόγω των λουτρών επισκέπτες της Ιεράπολης. Χαρακτηριστικό είναι ότι το θέατρο είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που αναλογούσε στο μέγεθος της πόλης.

Στην πόλη άκμαζε ιουδαϊκή κοινότητα, ιδιαίτερα κατά το 2ο και 3ο αι. μ.Χ., η οποία διευκόλυνε την πρώιμη εξάπλωση του χριστιανισμού. Εδώ μαρτύρησε σύμφωνα με την παράδοση ο Απόστολος Φίλιππος και η εκκλησία που του αφιερώθηκε συνέβαλε καθοριστικά στη σπουδαιότητα που απόκτησε η πόλη κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, όταν έγινε επισκοπικό κέντρο. Αργότερα ο Μέγας Κωνσταντίνος τίμησε την Ιεράπολη ανακηρύσσοντάς την πρωτεύουσα της Φρυγίας, ενώ τον 6ο αιώνα ανακηρύχθηκε μητρόπολη Φρυγίας από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό.

Επιφανείς προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πιο γνωστός από τους επιφανείς πολίτες της Ιεράπολης ήταν ο σοφιστής Αντίπατρος, τον οποίο είχε ορίσει ο Σεπτίμιος Σεβήρος διδάσκαλο του μελλοντικού αυτοκράτορα Καρακάλλα.

Από την Ιεράπολη καταγόταν πιθανότατα ο Επίκτητος, ένας από τους εκπροσώπους της στωικής φιλοσοφίας. Γεννήθηκε περίπου το 60 μ.Χ. και υπήρξε μαθητής του στωικού Μουσώνιου Ρούφου. Δίδαξε στη Ρώμη φιλοσοφία αναπτύσσοντας ένα φιλοσοφικό σύστημα θεμελιωμένο στην ηθική του Σενέκα, το οποίο έχει κάποιες ομοιότητες με το χριστιανισμό. Οι απόψεις του αυτές ήταν πολύ πρωτοποριακές για τη Ρώμη με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί και να καταφύγει στη Νικόπολη της Ηπείρου. Αληθείς και θετικούς από τους αρχαίους φιλοσόφους θεωρεί τον Πλάτωνα και το Ζήνωνα. Τον κυνικό Διογένη θεωρεί πρότυπο της εφαρμογής της αυτοπροαίρετης ελευθερίας, της σκληραγωγίας και της απλής ζωής, ενώ απορρίπτει κατηγορηματικά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των κυνικών. Η διδασκαλία του συγκεντρώθηκε σε οκτώ βιβλία με τίτλο Διατριβαί και στη σύνοψη αυτών, γνωστή ως Επικτήτου Εγχειρίδιο. Με το έργο του Επίκτητου ασχολήθηκε και ο Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος εξέδωσε σχολιασμένο το «Εγχειρίδιο» το 1826.