Ιγνάτιος Λογιόλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ισπανός μοναχός και θεολόγος Ιγνάτιος Λογιόλα (1491-1556) ως ηγούμενος της Εταιρείας του Ιησού. Έργο του Φρανθίσκο Θουρμπαράν (1598-1664).

Ο άγιος Ιγνάτιος Λογιόλα (Iσπ. Ignacio López de Loyola, Βασκικά: Eneko Loiolakoa) (24 Δεκεμβρίου 1491 - 31 Ιουλίου 1556), επίσης γνωστός ως Ίνιγο Λόπεθ ντε Λογιόλα, ήταν ο ιδρυτής της θρησκευτικής αδελφότητας των Ιησουιτών (γνωστή και ως Αδελφότητα ή Εταιρεία του Ιησού). Ισπανός στην καταγωγή, αποτέλεσε αυτός και το τάγμα του την αιχμή του δόρατος της Καθολικής Εκκλησίας στον αγώνα της ενάντια στον Προτεσταντισμό στα πλαίσια της Αντιμεταρρύθμισης. Αγιοποιήθηκε στις 12 Μαρτίου 1622 και η μνήμη του τιμάται από την Καθολική Εκκλησία στις 31 Ιουλίου.

Η νεότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιγνάτιος Λογιόλα γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1491 στην Ασπεΐτια (Azpeitia) στην επαρχία της Γκιπουθκόα (Guipuzcoa), στη σημερινή Χώρα των Βάσκων, στο βορρά της Ισπανίας, στον πύργο των Λογιόλα, παλαιών φεουδαρχών και ευγενών της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Beltran Yanez de Onaz y Loyola και μητέρα του η Marina Saenz de Licona y Balda. Ο Ιγνάτιος ήταν το 13ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας που περιλάμβανε συνολικά 5 κόρες και 8 γιους. Το παιδί βαφτίστηκε Ινίγκο (Inigo), στο παρεκκλήσι των Λογιόλα στη περιοχή και ο ίδιος ο Λογιόλα είχε εκμυστηρευτεί στον Φρανσίσκο Βοργία, κατοπινό αρχηγό του τάγματος, ότι το άλλαξε σε Ινιάθιο (Ιgnatio), δηλαδή Ιγνάτιος, στη μνήμη του επισκόπου Αντιοχείας. Η μητέρα του —μια πολύ ευλαβής δέσποινα— πέθανε σύντομα και ο μικρός Ιγνάτιος πήγε να ζήσει με μια από τις θείες του, στο Αρεβάλο (Arevalo), στην Καστίλη.

Έμεινε μαζί της μέχρι τον καιρό που παρουσιάστηκε στην αυλή του Ισπανού βασιλιά Φερδινάνδου και της Ισαβέλλας για να τους υπηρετήσει. Στην αυλή του Φερδινάνδου έμαθε τις ιπποτικές τέχνες —την τέχνη του πολέμου— όπως όλοι οι αριστοκράτες νέοι της εποχής του, ενώ τέθηκε υπό την προστασία τον Δον Αντόνιο Μανρίκε ντε Λάρα, δούκα της Ναχέρας και αντιβασιλέα της Ναβάρρας, που φρόντιζε και για τη μόρφωσή του.

Yπό τις διαταγές του δούκα πήρε μέρος σε πολλές μάχες ανάμεσα στις οποίες και η τελευταία του, στην Παμπλόνα της Ισπανίας. Τον Μάιο του 1521, σε ηλικία 30 χρονών, συμμετείχε στην υπεράσπιση της ισπανικής πόλης Παμπλόνας εναντίον των στρατευμάτων του Γάλλου βασιλιά Φραγκίσκου Α’. Τα γαλλικά στρατεύματα πολιορκούσαν το φρούριο της πόλης, το οποίο υπερασπίζονταν τα ισπανικά στρατεύματα, όταν ο Λογιόλα χτυπήθηκε από μια μπάλα κανονιού πρώτα στο αριστερό και έπειτα στο δεξί πόδι.

Η μεταστροφή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του αγίου Ιγνατίου Λογιόλα στη γενέθλια πόλη του, την Ασπεΐτια. Γύρω από το πατρικό του έχει οικοδομηθεί μνημειώδες θρησκευτικό σύμπλεγμα.

Ο Λογιόλα μεταφέρθηκε πίσω στο πατρικό του σπίτι και υποβλήθηκε σε μια σειρά οδυνηρών εγχειρήσεων για την αποκατάσταση, όσο ήταν δυνατό, των συνθλιμμένων οστών των ποδιών του. Το αποτέλεσμα ήταν σωτήριο, αλλά του άφησε ισόβια αναπηρία στο δεξί πόδι, που κόντυνε κατά μερικά εκατοστά. Η ελπίδα επιστροφής του στη στρατιωτική ζωή ματαιώθηκε οριστικά. Κατά τη μακρά περίοδο των χειρουργείων, του πόνου, της ανάρρωσης, ο Λογιόλα κινδύνεψε αρκετές φορές να πεθάνει, μια φορά μάλιστα, θεώρησε ότι ήταν τόσο κοντά στο θάνατο, ώστε αποφάσισε να μεταλάβει τη Θεία Κοινωνία. Για να μπορεί να ησυχάζει, όσο ήταν δυνατό, το πνεύμα του, διάβαζε ό,τι βιβλία μπορούσαν να βρεθούν στο πατρικό του σπίτι. Ανάμεσα σε αυτά ήταν δύο θρησκευτικά βιβλία με τη ζωή του Χριστού και των αγίων, που του έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση και τα διάβαζε ξανά και ξανά. Αυτά τα βιβλία του προσέφεραν τεράστια παρηγοριά και ηρεμία, η επαφή και η γνώση της ζωής και του μαρτυρίου των αγίων τον ανέβαζε σε μια σφαίρα πνευματικότητας που δεν είχε ποτέ γνωρίσει πριν. Έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η μίμηση της ζωής τους ήταν το μοναδικό παράδειγμα που έπρεπε να ακολουθήσει. Η αφιέρωση, ακόμα και η θυσία της ζωής του, στο θέλημα και την αγάπη του Θεού ήταν ο μόνος τρόπος για να ζήσει τη ζωή του από εδώ και πέρα.

Αποφάσισε ότι έπρεπε να πάει να προσκυνήσει το τάφο του Χριστού στους Αγίους Τόπους και την άνοιξη του 1522 ξεκίνησε γι' αυτό το ταξίδι. Πέρασε πρώτα από το φημισμένο μοναστήρι του Μονσερράτ (Monserrat) της Καταλωνίας, που ανήκε σε μια αδερφότητα Βενεδικτίνων μοναχών, για να προσκυνήσει την ιερή εικόνα της Παρθένου Μαρίας. Εκεί εξομολογήθηκε και μετέλαβε τη Θεία Ευχαριστία, μοίρασε στους φτωχούς τα ρούχα του ευγενούς που φορούσε και ντύθηκε με τον μοναχικό σάκο, κρέμασε τα όπλα του, και κλαίγοντας πέρασε τις μέρες του με προσευχές και μερικές μέρες αργότερα άφησε το μοναστήρι.

Έφτασε στη Μανρέσα (Manresa), μια πόλη χιλίων κατοίκων κοντά στη Βαρκελώνη, και εγκαταστάθηκε σε ένα νοσοκομείο που φιλοξενούσε φτωχούς άρρωστους ζητιάνους. Αναζητώντας τη σωτηρία μέσω της μετάνοιας για τα αμαρτήματα που είχε διαπράξει στη ζωή του, υπέβαλε το κορμί του σε ένα σωρό ταλαιπωρίες και κακομεταχείριση για να θανατώσει τον εγωισμό του, που ήταν το μεγάλο εμπόδιο στην ένωση με το Θεό. Συνέχισε έτσι μέχρι που αισθάνθηκε την ανάγκη της πλήρους απομόνωσης για να βρεθεί κοντύτερα στο Θεό, και έτσι εγκατέλειψε το νοσοκομείο για μια σπηλιά έξω από τη πόλη. Και εκεί πέρασε δύσκολες μέρες. Προσευχόμενος συνέχεια, με εξαντλημένο το σώμα του από την έλλειψη φαγητού, με πόνους στο στομάχι αλλά και δυνατούς πυρετούς που εμφανίζονταν περιοδικά, έπεφτε πολλές φορές λιπόθυμος και έφτασε στα πρόθυρα του θανάτου. Τελικά έπειτα από πολλές μέρες αποχής από το φαγητό, ήρθε η αίσθηση που επιδίωκε και μαζί με αυτήν και μια σειρά από οράματα των θείων προσώπων. Τότε άρχισε να γράφει τις Πνευματικές Ασκήσεις, το μέσο για να μπορέσει κάποιος μέσα από ασκήσεις, προσευχές και διαλογισμούς, να ενωθεί με το Θεό και το θέλημά του.

Μετά από δεκάμηνη παραμονή στη περιοχή, τον Ιανουάριο του 1523 αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του για τους Αγίους Τόπους στους οποίους έφτασε τον Αύγουστο του 1523. Ο Λογιόλα έμεινε στη πόλη μόνο για τρεις βδομάδες, γιατί οι Φραγκισκανοί μοναχοί που τον φιλοξενούσαν ζήτησαν απ' όλους τους προσκυνητές να φύγουν λόγω των αναταραχών με τους Τούρκους.

Γυρίζοντας πίσω στην Ευρώπη αποφάσισε να κηρύξει το λόγο και τον τρόπο του Θεού στη πατρίδα του, και επέστρεψε στην Ισπανία.

Η μόρφωση και η γνωριμία με τους συντρόφους του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φτάνοντας στη Βαρκελώνη αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του, θεωρώντας τη μόρφωση αναγκαία για να υπηρετήσει καλύτερα τη θέληση του Θεού, και με ένα δάσκαλο του δημόσιου σχολείου έμαθε γραμματική. Ο Ιγνάτιος, 33 χρονών πια, ανάμεσα στα μικρά παιδιά μάθαινε λατινικά και λίγο αργότερα έπαιρνε μαθήματα λογικής, φυσικής και θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αλκαλά. Ταυτόχρονα επισκεπτόταν τα νοσοκομεία της πόλης, ανακουφίζοντας τους αρρώστους, κηρύττοντας το χριστιανικό δόγμα, κάνοντας θεολογικές συζητήσεις. Το κήρυγμα του Λούθηρου έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις σε όλη την Ευρώπη, κάνοντας τους Γερμανούς να αποσχιστούν από τον Πάπα και την Ιερά Εξέταση να γίνεται ο θεματοφύλακας της Καθολικής Εκκλησίας στην Ισπανία. Υποψίες κινήθηκαν και για τον Ιγνάτιο και το κήρυγμά του. Tο πλήθος των μαθητών του και ο διαφορετικός τρόπος ζωής τους, αλλά και οι κατηγορίες για μαγεία έφτασαν μέχρι τα γραφεία της Ιεράς Εξέτασης στο Τολέδο. Ένας ιεροεξεταστής έφτασε στο Αλκαλά και ανέκρινε όσους βρίσκονταν κοντά στον Ιγνάτιο. Και άλλες περιπλοκές οδήγησαν την Ιερά εξέταση στο να εκδόσει ένταλμα σύλληψης και να συλλάβει τον Ιγνάτιο. Μετά από μερικές μέρες όμως αφέθηκε ελεύθερος με ορισμένους περιοριστικούς όρους, όπως το να ντύνεται όπως οι άλλοι φοιτητές, να μη δίνει δημόσιες οδηγίες ή ιδιωτικές όσον αφορά τις προσταγές της πίστης, προτού τελειώσει τα τρία χρόνια των σπουδών του και το μάθημα της θεολογίας.

Μετά από περίπου ένα χρόνο, και έπειτα από συμβουλή των φίλων του, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκας, όπου άρχισε και πάλι να κηρύττει το Δρόμο του Θεού και πάλι οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου παρέμεινε αλυσοδεμένος, κατασχέθηκαν τα γραπτά του κείμενα και υποβλήθηκαν σε εξονυχιστική διερεύνηση. Οι δικαστές τον αθώωσαν αλλά ο Ιγνάτιος προτίμησε πλέον την ασφάλεια της απόστασης και έφυγε για το Παρίσι.

Έφτασε στις 28 Φεβρουαρίου του 1528 και έμεινε σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλους Ισπανούς, φοιτώντας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και πιο συγκεκριμένα στο Κολλέγιο της Αγίας Βαρβάρας (Saint Barbe) και ζητιανεύοντας για να ζήσει, όπως έκανε και τα προηγούμενα χρόνια.

Ο πρώτος φίλος που έκανε ο Ιγνάτιος όταν πήγε στο Κολλέγιο της Αγίας Βαρβάρας για να σπουδάσει φιλοσοφία ήταν ο συντοπίτης του Φραγκίσκος Ξαβιέ, ο ευγενής από τη Ναβάρρα, που βρέθηκε και αυτός στο κολλέγιο της Αγίας Βαρβάρας σπουδάζοντας φιλοσοφία. Η δεύτερη γνωριμία του ήταν εκείνη με τον Γάλλο Πιερ Φαβρ. Ο Φαβρ, εκτός από την τέλεια γνώση των λατινικών και των ελληνικών, ήταν και εξαίρετος ρήτορας. Ο Ιγνάτιος εκτός από επιστήθιος φίλος σε λίγο έγινε και ο πνευματικός καθοδηγητής του Φαβρ για μια περίοδο δύο χρόνων πριν αρχίσει να κάνει τις Πνευματικές Ασκήσεις. Οι δύο επόμενοι σύντροφοι, επίσης Ισπανοί, ήταν ο Ιάκωβος Λαΐνεθ (Diego Lainez) από το Αλμαζάν και ο Αλφόνσο Σαλμερόν (Alfonso Salmeron) από το Τολέδο, οι οποίοι μετά τις σπουδές τους στο Αλκαλά πήγαν να συνεχίσουν στο Παρίσι, πιο πολύ για να συναντήσουν τον Ιγνάτιο που είχε ήδη γίνει γνωστός εκεί. Στο τέλος προστέθηκαν ο Νικολάς Μπομπαντίγια (Nicholas Bobadilla) από τη Παλέντσια καθώς και ο Πορτογάλος Σιμάο Ροντρίγκεζ (Simao Rodriques), που τον ένωσε με τη παρέα το πάθος του να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους και η διάθεση να προσηλυτίσουν τους απίστους.

Όλοι οι σύντροφοι δεσμεύτηκαν να υπηρετήσουν το Θεό και τη Καθολική Εκκλησία διαδίδοντας το λόγο Του παντού, ζώντας μια έντιμη ασκητική ζώη μέσα στο κόσμο, σύμφωνη με τις χριστιανικές αρχές, και γινόμενοι παράδειγμα προς μίμηση. Αποφάσισαν να επισημοποιήσουν τους όρκους τους πρώτα μπροστά στον Θεό και μετά μπροστά στον Πάπα.

Η ίδρυση της Συντροφιάς του Ιησού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωπογραφία του Ιγνάτιου Λογιόλα, αποδιδόμενη στον Jusepe de Ribera (1591-1652). Βρίσκεται στα δωμάτια του αγίου στο «Ρωμαϊκό Κολέγιο» (Collegio Internazionale del Gesù), στη Ρώμη, και χρονολογείται περίπου την εποχή της αγιοποίησής του, περί το 1609.

Διάλεξαν την 15η Αυγούστου του 1534, την μέρα της Κοίμησης της Θεοτόκου, προετοίμασαν τους εαυτούς τους με προσευχές και νηστείες για την ημέρα εκείνη, και διάλεξαν επίσης το παρεκκλήσι της εκκλησίας της Παναγίας του Όρους των Μαρτύρων, τη γνωστή Μονμάρτρη. Εκεί, μόνοι αυτοί, με ιερέα τον Φαβρ, κοινώνησαν τη Θεία Ευχαριστία και ύστερα ο ένας μετά τον άλλον διακήρυξαν τους όρκους της αγνότητας, της πενίας, και του προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους.

Συνέχισαν τις σπουδές τους παράλληλα με τις συναντήσεις τους, κατά τις οποίες μιλούσαν για πνευματικά ζητήματα, προσεύχονταν, διαλογίζονταν, και κοινωνούσαν κάθε Κυριακή, κάτι που τότε δεν συνηθιζόταν. Η τελευταία τους απόφαση ήταν, αφού τακτοποιήσει ο καθένας τις εκκρεμότητές του, να συναντηθούν στη Βενετία τον Ιανουάριο του 1537, και όλοι μαζί να ξεκινήσουν το ταξίδι για τους Αγίους Τόπους.

Ο Λογιόλα αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το ελεύθερο χρόνο που είχε μέχρι το 1536 και να ταξιδέψει πίσω στη πατρίδα του, για να κηρύξει και εκεί το λόγο του Θεού. Τον υποδέχτηκαν με χαρά και άρχισε να κηρύττει και στο λαό αλλά και στον κλήρο, τον οποίο προσπαθούσε να αναμορφώσει ηθικά. Προσπάθησε να καταστρέψει το πάθος των τυχερών παιχνιδιών που είχαν οι συμπατριώτες του και πραγματικά το πέτυχε απόλυτα, αφού τρία χρόνια αργότερα δεν κυκλοφορούσαν στην Ασπεΐτια (Azpeitia) ούτε χαρτιά ούτε ζάρια. Μετά έβαλε στο στόχαστρο του τη πολυτέλεια, τα κοσμήματα και κυρίως τα ρούχα των ευγενών γυναικών. Με λίγα λόγια κατάφερε να αναμορφώσει ηθικά την κοινότητα της πόλης, κάνοντάς την πιστή στις επιταγές του Θεού και σύντομα άρχισε και τους εξορκισμούς καθώς και τη θαυματουργική θεραπεία κάποιων ασθενών.

Ο Ιγνάτιος άφησε τη πατρίδα του και έφτασε στο προκαθορισμένο ραντεβού στο τέλος του 1535. Εκεί άρχισε ξανά τη γνωστή του δραστηριότητα και κέρδισε αρκετούς πιστούς οπαδούς που πέρασαν τις Πνευματικές Ασκήσεις. Το ίδιο έκανε και ο Φαβρ στο Παρίσι, κερδίζοντας και αυτός οπαδούς, περιμένοντας να τελειώσει τις σπουδές του. Οι σύντροφοι του Ιγνάτιου ετοιμάζονταν για την αναχώρησή τους από το Παρίσι και οι πρώτοι αναχώρησαν από εκεί τον Νοέμβριο του 1536. Οδοιπορώντας, και με πολλά βάσανα και κινδύνους, έφτασαν στη Βενετία. Στη Βενετία πήραν τον όρκο της ιερωσύνης και χειροτονήθηκαν ιερείς. Οι ελπίδες τους να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους εξανεμίζονταν μέρα με τη μέρα καθώς κηρύχτηκε ο Β΄ Βενετοτουρκικός πόλεμος και οι θάλασσες αποκλείονταν για άλλες μετακινήσεις εκτός από τις πολεμικές. Οι σύντροφοι, περιμένοντας, σκορπίστηκαν σε διάφορες πολιτείες εκεί γύρω, μένοντας σε απομόνωση και προσευχόμενοι, βγαίνοντας από τη σπηλιά τους μόνο για να κηρύξουν στους περαστικούς.

Τελικά αποφάσισαν ο Ιγνάτιος, ο Λαΐνεθ και ο Φαβρ να μεταβούν στη Ρώμη και να θέσουν τους εαυτούς τους και την ομάδα τους στη διάθεση του Πάπα, ενώ οι υπόλοιποι να διασκορπιστούν στις γειτονικές πόλεις που είχαν πανεπιστήμια για να «κερδίσουν νέες ψυχές για το Θεό». Ο Ιγνάτιος και οι σύντροφοί του έφτασαν στη Ρώμη τον Οκτώβριο του 1537 και παρουσιάστηκαν στον Πάπα, ο οποίος αμέσως τους καλοδέχτηκε, με κάθε δυνατή εκδήλωση και συμπάθεια, και ονόμασε τον Φαβρ «διδάσκαλο των Αγίων Γραφών» και τον Λαΐνεθ «διδάσκαλο της σχολαστικής θεολογίας», ενώ στον Ιγνάτιο ανατέθηκε η σωτηρία των ψυχών των ανώτερων εκκλησιαστικών αξιωματούχων, όπως του καρδινάλιου Κονταρίνι, μέσω των Πνευματικών Ασκήσεων. Κάλεσε τους υπόλοιπους συντρόφους του να συναντηθούν στη Ρώμη το Πάσχα του 1538 και τους μοίρασε σε διάφορες διακονίες, όπως στο κήρυγμα, την εκπαίδευση των παιδιών και την υπηρεσία σε διάφορες εκκλησίες.

Τελικά, ύστερα από αρκετούς αγώνες και δυσκολίες ο Πάπας Παύλος Γ΄ τον Σεπτέμβριο του 1540, με την παπική βούλλα Regimini militantis Ecclesiae τους προβίβασε στη τάξη του θρησκευτικού τάγματος και αποδέχτηκε το όνομα και τους σκοπούς τους, θέτοντάς τους κάτω από την εξουσία του. Με τη βούλλα καθορίστηκε ο ανώτατος αριθμός των μελών του τάγματος σε εξήντα.

Η Εταιρεία του Ιησού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιγνάτιος κάλεσε τους συντρόφους στη Ρώμη το 1541 για να εκλέξουν τον αρχηγό του τάγματος, αλλά μόνο πέντε κατάφεραν να συγκεντρωθούν. Οι ψήφοι των υπολοίπων στάλθηκαν με το ταχυδρομείο και ο Λογιόλα ανακηρύχτηκε ο πρώτος αρχηγός του τάγματος τον Απρίλιο του 1541.

Ο Λογιόλα ασχολήθηκε με τη σύνταξη των αρχών του τάγματος, ενώ οι σύντροφοί του ήδη απασχολούνταν σε διάφορες αποστολές στο εξωτερικό. Τη σύνταξη των αρχών της Εταιρείας την έκανε μέσα σε διαρκείς προσευχές και διαλογισμούς. Προχωρούσε αργά και προσεκτικά στη σύνταξη των κεφαλαίων, και στο τέλος τοποθετούσε τα γραπτά του πάνω στο Ιερό Βήμα και τα προσέφερε στην έγκριση του Θεού. Συμβουλευόταν διαρκώς τους υπόλοιπους πατέρες, καθώς και τους κανόνες των άλλων θρησκευτικών ταγμάτων, όσο όμως συνέγραφε του δικούς του κανένα βιβλίο δεν υπήρχε μπροστά του παρά μόνο η Βίβλος. Στο βιβλίο του διατυπώνονται καθαρά οι σκοποί του τάγματος που είναι η εκ νέου διδαχή των παιδιών και των φτωχών στις χριστιανικές αρχές (ομάδες που οι Καθολικοί κληρικοί είχαν παραμελήσει)· οι ιεραποστολές στο εξωτερικό· η μόρφωση των νέων σε όλες τις βαθμίδες των σπουδών χωρίς χρηματική ανταμοιβή· η συνεχής πραγματοποίηση των Πνευματικών Ασκήσεων· και οι διακονίες στους αρρώστους, τους φτωχούς και τους φυλακισμένους. Εντωμεταξύ οι Ιησουίτες ζούσαν όλοι μαζί σε ένα κτίριο που τους είχε παραχωρηθεί μπροστά από την εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε λα Στράντα στη Ρώμη, ένα κτίριο που λειτουργούσε ως φτωχοκομείο αλλά και τόπος διαβίωσης του Ιγνάτιου και των υπολοίπων. Καθώς η φήμη τους μεγάλωνε, προσφορές όλο και πλουσιότερες έφταναν στην Εταιρεία, τις οποίες όμως ξόδευαν όλες προς όφελος των φτωχών, χωρίς οι πατέρες να κρατούν τίποτε, ούτε σε κινητή ούτε σε ακίνητη περιουσία. Σε αυτό το θέμα ο Ιγνάτιος ήταν τρομερά αυστηρός, απαγορεύοντας στους Ιησουίτες να παίρνουν ακόμα και τα μήλα από τα δέντρα της αυλής του σπιτιού για τον εαυτό τους.

Το τέλος του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λογιόλα και η Παρθένος Μαρία.jpeg

Η υγεία του Λογιόλα άρχισε να κλονίζεται από το 1547 περίπου, όταν περιοδικοί πυρετοί έκαναν την εμφάνισή τους.

Μέχρι εκείνο το έτος η Εταιρεία είχε δύο κολέγια στη Ρώμη που λειτουργούσαν πλήρως, το λεγόμενο «Ρωμαϊκό» και το «Γερμανικό», και μέσα σε πέντε χρόνια προετοίμασαν γύρω στους εκατό ιερείς που στάλθηκαν σε όλη την Ευρώπη. Άλλα ιησουιτικά κολέγια δημιουργούνταν στις πόλεις της Ευρώπης υπό τη χορηγία και προστασία βασιλιάδων και άλλων ευγενών. Τρία στην Κάτω Γερμανία, δύο στη Γαλλία, δεκαεπτά στην Πορτογαλία, στην Καστίλλη δέκα, στην Αραγωνία πέντε, στην Ανδαλουσία πέντε. Εικοσιοκτώ Ιησουίτες εργάζονταν στη Βραζιλία, εκατό στις ανατολικές Ινδίες. Υπήρχαν επίσης πολλοί στη Σικελία, τη Σαρδηνία και την Κορσική, καθώς και στη Νάπολη. Ο βοεβόδας της Τρανσυλβανίας ζήτησε να μεταβούν στη χώρα του Ιησουίτες. Το ίδιο ζήτησαν και από την Ουγγαρία.

Ταυτόχρονα ο Λογιόλα εργαζόταν στο πτωχοκομείο της εκκλησίας Σάντα Μαρία ντε λα Στράντα, στο οποίο διέμενε, συνεχίζοντας το γράψιμο και την ανάπτυξη της φιλοσοφίας του τάγματος, και αλληλογραφώντας καθημερινά με πολύ κόσμο, δίνοντάς τους τις συμβουλές που χρειάζονταν και καθοδηγώντας τη δουλειά των συντρόφων του, όσο μακριά και αν βρίσκονταν.

Το καλοκαίρι του 1556 ο επίμονος πυρετός της ελονοσίας που τον ταλαιπωρούσε, σε μια μορφή του που ονομάστηκε «ρωμαϊκός πυρετός», γιατί ήταν ενδημικός στη Ρώμη, έγινε μόνιμος. Το σώμα του εξασθενούσε όλο και πιο πολύ και τελικά στις 31 Ιουλίου πέθανε, συντροφευμένος από πολλούς φίλους, μαθητές και συντρόφους του και τάφηκε στη Ρώμη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bartoli, Danielo. History of the Life and Institute of Saint Ignatius de Loyola, Founder of the Society of Jesus. Νέα Υόρκη: Edward Dunigan, 1855.
  • Stewart, Rose. Igantius Loyola and the Early Jesuits. Λονδίνο: Longmans, Green, 1891.
  • Catholic Encyclopedia. Λήμμα «St. Ignatius Loyola».

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]