Θορ Χέιερνταλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Θορ Χέιερνταλ

Ο Θορ Χέιερνταλ, (Thor Heyerdahl, 6 Οκτωβρίου 1914, Λάρβικ, Νορβηγία, - 18 Απριλίου 2002, Κόλα Μισέρι, Ιταλία) ήταν Νορβηγός επιστήμονας, εξερευνητής και συγγραφέας. Από τους πρωτοπόρους της πειραματικής αρχαιολογίας,κατασκεύασε πιστά αντίγραφα αρχαίων σκαφών με τα οποία έκανε πολλά ταξίδια διανύοντας τεράστιες αποστάσεις, αποδεικνύοντας ότι οι αρχαίοι λαοί είχαν την δυνατότητα να τα πραγματοποιήσουν. Έγινε γνωστός όταν κατασκεύασε το Κον - Τίκι, (μια μικρή σχεδία με πανιά) με το οποίο ταξίδεψε 4.300 μίλια (8.000 χιλ.) αρχίζοντας από το Περού και καταλήγοντας στα νησιά Τουαμότου. Για τα ταξίδια αυτά και τις έρευνες του τιμήθηκε από πολλές Ακαδημίες και Πανεπιστήμια παγκοσμίως.

Η νεανική και προσωπική ζωή του Χέιερνταλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χέιερνταλ γεννήθηκε στο Λάρβικ, μικρή πόλη (40.000 περίπου κατοίκων σήμερα) της Νορβηγίας. O πατέρας του λεγόταν επίσης Θορ Χέιερνταλ και η μητέρα του Άλισον Λάινγκ. Ο Θορ από μικρός ενδιαφερόταν για την ζωολογία, και για αυτόν τον λόγο είχε κάνει ένα μικρό μουσείο στο σπίτι του. Όταν αποφοίτησε από την πρωτοβάθμια αλλά και την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποφάσισε να σπουδάσει ζωολογία και γεωγραφία στο Πανεπιστήμιο του Όσλο. Εκεί έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Πολυνησία.

Το 1936, σε ηλικία μόλις 22 ετών, μετά το γάμο του με την Λιβ Κουρσερόν - Τορπ, ξεκίνησαν για ένα ταξίδι ενός έτους στα νησιά Νησιά Μαρκέσας της Γαλλικής Πολυνησίας. Το ταξίδι τους είχε οργανωθεί σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Όσλο με στόχο τη μελέτη της πανίδας ενός απομονωμένου νησιού και τον τρόπο που οι οργανισμοί αυτοί είχαν φτάσει στο νησί. Το ζευγάρι είχε δύο γιούς: τον Θορ Τζούνιορ και τον Μπγιορν. Όταν χώρισαν ο Θορ παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1949 την Αιβόν Ντέντεκαμ - Σίμονσεν. Αυτό το ζευγάρι έκανε τρεις κόρες: την Ανέτ, την Μάριαν και την Ελένη Ελίζαμπεθ. Ο γάμος κράτησε μέχρι το 1969, και το 1991 παντρεύτηκε για τρίτη και τελευταία φορά την ηθοποιό Ζακλίν Μπιρ (γεννημένη το 1932).

Η διαμονή στο Φατού Χίβα και τη Βρετανική Κολομβία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη γυναίκα του εγκαταστάθηκαν για ένα χρόνο στο μικρό νησί Φατού Χίβα των Μαρκέσας. Η έρευνα για την προέλευση της πανίδας του νησιού τον έφερε σε επαφή με τις υπάρχουσες θεωρίες για την εγκατάσταση κατοίκων της Νοτιοανατολικής Ασίας στο Νότιο Ειρηνικό. Ο ίδιος όμως θεώρησε λογικό ότι οι πρώτοι κάτοικοι των νησιών πρέπει να είχαν έρθει από τα ανατολικά, ακολουθώντας τα ρεύματα, όπως είχε γίνει και με τη χλωρίδα και την πανίδα. Αυτό τον οδήγησε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Ζωολογία και να ξεκινήσει να μελετά την προέλευση των κατοίκων της Πολυνησίας και του πολιτισμού τους. Παράλληλα έπιασε δουλειά στο μουσείο της Βρετανικής Κολομβίας. Το 1941 δημοσίευσε για πρώτη φορά τη θεωρία του σύμφωνα με την οποία η Πολυνησία αποικήθηκε σε δύο φάσεις - με διαφορά αιώνων - από κατοίκους του Περού και της Βρετανικής Κολομβίας. Η θεωρία αυτή που ερχόταν σε αντίθεση με την υπάρχουσα για την ΝΑ Ασία, δημοσιευμένη από ένα νεαρό σπουδαστή συνάντησε πολλές αντιδράσεις.

Με το ξέσπασμα του Β΄ παγκόσμιου πόλεμου εγκατέλειψε την έρευνα του για να επιστρέψει στη Νορβηγία και να καταταγεί σαν εθελοντής στις Ελεύθερες Νορβηγικές Δυνάμεις. Υπηρέτησε σαν αλεξιπτωτιστής, εκτελώντας πολλές φορές αποστολές πίσω από τις εχθρικές γραμμές.

Η αποστολή Κον - Τίκι (1947)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το "Κόν - Τίκι"

Μετά τον πόλεμο ο Χέιερνταλ συνέχισε την έρευνα του αλλά τα επιχειρήματα του δεν γινόταν αποδεκτά, μια και θεωρούνταν ότι ταξίδια σε τέτοιες αποστάσεις ήταν έξω από τις δυνατότητες των πρωτόγονων λαών. Έχοντας στη διάθεση του περιγραφές των πλεούμενων των ινδιάνων που σχεδίασαν οι πρώτοι Ευρωπαίοι που ήρθαν σε επαφή μαζί τους, αποφάσισε να κατασκευάσει μια σχεδία 10μ. από κορμούς μπάλσα όμοια με αυτές που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι λαοί και να πραγματοποιήσει το επίμαχο ταξίδι. Σε βοήθεια του έσπευσαν ο Γκέρμαν Βάττσινγκερ, ο παιδικός του φίλος Έρικ Χέσσελμπεργκ και οι σύντροφοί του από τη Νορβηγική αντίσταση Κνουτ Χάουγκλαντ και Τουρστέιν Ρααμπού. Όταν μετά από πολλές δυσκολίες κατασκευάστηκε η σχεδία, ονομάστηκε Κον Τίκι από το όνομα του θεού Ήλιου των Ίνκας που σύμφωνα με την παράδοση είχε φύγει από τις Αμερικανικές ακτές με το λαό του και τις σχεδίες τους προς τη Δύση. Από την άλλη οι Πολυνήσιοι ονομάζαν Τίκι τον πρώτο άνθρωπο, τον γενάρχη.

Στις 28 Απριλίου 1947 οι πέντε Νορβηγοί, στους οποίους είχε προστεθεί την τελευταία στιγμή και ο Σουηδός εθνολόγος Μπενγκτ Ντάνιελσον, ξεκίνησαν από το λιμάνι Καλιάο του Περού ένα ταξίδι 8000 χιλ. Μετά από 101 ημέρες στη θάλασσα έφθασαν στην ατόλη Ραρόια στο αρχιπέλαγος Τουαμότου της Γαλλικής Πολυνησίας. Είχαν αποδείξει ότι οι αρχαίοι κάτοικοι του Περού μπορούσαν να διασχίσουν τον ωκεανό με επιτυχία. Η ταινία που γύρισε ο Χέιερνταλ "Η αποστολή Κον Τίκι" κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ και το αντίστοιχο βιβλίο του μεταφράστηκε σε πάνω από 70 γλώσσες.

Παρά την αναμφισβήτητη σοβαρότητα των διαπιστώσεων του Χέιερνταλ η επιστημονική κοινότητα παρέμεινε σκεπτική πάνω στη θεωρία της αποίκησης της Πολυνησίας από τα Ανατολικά. Οι διαφωνίες επικεντρώθηκαν στη μη ύπαρξη στοιχείων για προ – Κολομβιανή κατοίκηση στα Γκαλαπάγκος που βρίσκονται κοντύτερα στην Αμερικανική ήπειρο και στον μεγαλύτερο αριθμό ευρημάτων που στηρίζουν τη θεωρία της αποίκησης από την Νοτιοανατολική Ασία (κεραμική Λαπίτα).

Η αποστολή στα Γκαλαπάγκος (1952)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επιτυχία της αποστολής Κον Τίκι ο Χέιερνταλ χρηματοδότησε και οδήγησε Νορβηγική αρχαιολογική αποστολή στα νησιά Γκαλαπάγκος. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ένα φλάουτο των Ίνκας και πολλά κεραμικά εποχής προ-Ίνκας, επιβεβαίωσαν ότι είχαν πραγματοποιηθεί πολλές προκολομβιανές επισκέψεις στο νησί και ότι η μόνιμη εγκατάσταση δεν ήταν δυνατή λόγω μη ύπαρξης νερού. Ταυτόχρονα με αυτή την αποστολή ο Χέιερνταλ με ομάδα ειδικών ανακάλυψαν τον τρόπο που χρησιμοποιούνταν από τους ινδιάνους της Ν. Αμερικής η guara, ένα είδος κινητής καρίνας που επέτρεπε στις σχεδίες να κινούνται και κόντρα στον άνεμο. Το εργαλείο αυτό δεν είχε χρησιμοποιηθεί στην αποστολή Κον Τίκι καθώς η χρησιμότητά του δεν είχε γίνει κατανοητή.

H αποστολή στη Νήσο του Πάσχα (1955)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενα από τα γλυπτά του νησιού, Μοάι.

Αφού ο πιθανότερος προορισμός μετά τα Γκαλαπάγκος ήταν η νήσος του Πάσχα, ανέλαβε επικεφαλής μιας μεγαλύτερης (23 άτομα) αρχαιολογικής αποστολή με την συμμετοχή των Αρν Σκιόλσβολντ (Νορβηγία) Γκονσάλο Φιγκερόα (Χιλή) και Κάρλαιλ Σμιθ, Έντγουιν Φέρντον, Γουίλιαμ Μόλοι (ΗΠΑ). Ανακάλυψαν ότι το νησί κάποτε ήταν δασωμένο, εκχερσώθηκε όμως από τους κατοίκους του που φύτεψαν φυτά από την Αμερικανική Ήπειρο. Διαπίστωσαν ομοιότητες της αρχαίας γλυπτικής των κατοίκων της νήσου του Πάσχα με την αντίστοιχη Περουβιανή και κατέγραψαν ντόπιους μύθους για την προέλευση των κατοίκων από κάποια απομακρυσμένη χώρα στα Ανατολικά, ακριβώς αντίστοιχους με τους μύθους του Περού για την αναχώρηση του νικημένου από τους Ίνκας λαού προς τα Δυτικά. Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο Δέκατο Διεθνές Επιστημονικό συνέδριο για τον Ειρηνικό.

Η αποστολή Ρα (1969) & Ρα II (1970)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρα ΙΙ

Ο Χέιερνταλ ήταν πλέον σίγουρος ότι οι δυνατότητες των πρώτων πολιτισμών στη ναυσιπλοΐα ήταν υποεκτιμημένες. Έχοντας διαπιστώσει τη χρήση (μερικές φορές ακόμα και σήμερα) σκαφών από καλάμια πάπυρου σε μέρη απομακρυσμένα μεταξύ τους (όπως το Τσαντ, η Αίγυπτος, η Μεσοποταμία, η κοιλάδα του Ινδού, η Σαρδηνία, η λίμνη Τιτικάκα, η νήσος του Πάσχα) αποφάσισε να κατασκευάσει, στηριγμένος σε σχέδια από την Αρχαία Αίγυπτο μια βάρκα 15μ από πάπυρο και να πραγματοποιήσει με αυτήν το διάπλου του Ατλαντικού από το Μαρόκο στα Μπαρμπάντος, αποδεικνύοντας τη δυνατότητα επαφής ανάμεσα στους κατασκευαστές πυραμίδων της Αφρικής και της Αμερικής. Την αποστολή απάρτιζαν ο Χέιερνταλ (Νορβηγία), ο Κάρλο Μάουρι (Ιταλία), ο Σαντιάγο Χενοβές (Μεξικό), ο Νόρμαν Μπέικερ (ΗΠΑ), ο Τζωρτζ Σουριάλ (Αίγυπτος), ο Γιούρι Σένκεβιτς (ΕΣΣΔ) και ο Αμπντουλάχ Ντζιμπρίν (Τσαντ). Το πλήρωμα σκόπιμα επιλέχτηκε ώστε να εκπροσωπεί ένα αντιπροσωπευτικό φάσμα φυλών, εθνοτήτων, θρησκειών και πολιτικών απόψεων. Απέπλευσαν το Μάιο του 1969, η αποστολή όμως δεν ολοκληρώθηκε γιατί το σκάφος καταστράφηκε λόγω κατασκευαστικών λαθών μετά από 56 ημέρες πλεύσης, μια εβδομάδα πριν φτάσει στο στόχο του. Σε δέκα μήνες ένα νέο σκάφος, το Ρα ΙΙ, κατασκευάστηκε, από έμπειρους Βολιβιανούς τεχνίτες αυτή τη φορά. Ήταν 3 μ. μικρότερο από το πρώτο και στην κατασκευή του δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου σύγχρονα υλικά (που ήταν υπεύθυνα για τη βύθιση του πρώτου σκάφους). Αυτή τη φορά έφτασαν στον προορισμό τους σε 57 ημέρες μετά από μια διαδρομή 6100 χλμ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού πάρθηκαν δείγματα της θαλάσσιας ρύπανσης και η σχετική έκθεση υποβλήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη. Ένα βιβλίο και μια ταινία σκηνοθετημένη από τον ίδιο κυκλοφόρησε στα 1972.

Η αποστολή Τίγρις (1978)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοντέλο Τίγρiς.

‘Έχοντας την πολύτιμη εμπειρία του ταξιδιού στον Ατλαντικό αποφάσισε, αν και ήταν πια 64 χρονών, να κατασκευάσει άλλο σκάφος από καλάμια πάπυρου στην προσπάθεια να αποδείξει την δυνατότητα επαφών μεταξύ των αρχαίων πολιτισμών του Ινδού, της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου. Το σκάφος κατασκευάστηκε στη συμβολή του Τίγρη και του Ευφράτη, ονομάστηκε Τίγρης και είχε μήκος 18 μ. Κάτω από τη σημαία του ΟΗΕ το επάνδρωσαν 11 άτομα. Τρεις απ’ αυτούς είχαν συμμετάσχει και στις αποστολές Ρα. Από το Ιράκ δια μέσου του Περσικού έφθασε στην κοιλάδα του Ινδού στο Πακιστάν και από εκεί, διασχίζοντας τον Ινδικό ωκεανό στο στόμιο της Ερυθράς, στο Τζιμπουτί. Μετά από ένα ταξίδι 5 μηνών και 6800 χλμ το πλήρωμα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις ένοπλες συρράξεις που μαίνονταν σ’ όλη την περιοχή, αποφάσισε να κάψει το σκάφος αφού πρώτα έκανε έκκληση στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ να μεριμνήσει ώστε να σταματήσουν οι αποστολές όπλων στις υπό ανάπτυξη χώρες της περιοχής.

Οι κατασκευαστές του καραβιού αυτού ήταν οι:

  • Θορ Χέιερνταλ (από τη Νορβηγία)
  • Νόρμαν Μπέικερ (από τις ΗΠΑ)
  • Κάρλο Μάουρι (από την Ιταλία)
  • Γιούρι Σενκέβιτς (από την ΕΣΣΔ)
  • Χερμάν Καρράσκο (από το Μεξικό)
  • Χανς Πέτερ Μποχ (από τη Νορβηγία)
  • Ραζντάχ Ναζάρ Σαλίμ (από το Ιράκ)
  • Τορού Σουζούκι (από την Ιαπωνία)
  • Ντέτλεφ Τσόλτσε (από τη Γερμανία)
  • Άσμπιερν Ντάμνχους (από τη Νορβηγία)


Η έρευνα στις Μαλδίβες (1981)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πραγματοποιώντας ανασκαφές στα νησιά των Μαλδίβων που βρίσκονται σε θέση κλειδί για τους αρχαίους θαλασσοπόρους, αποκάλυψε ερείπια πολιτισμού που ήταν ανεπτυγμένος τουλάχιστον 1000 χρόνια πριν οι Ευρωπαίοι φθάσουν στο Ινδικό. Ο πολιτισμός αυτός είχε τακτικές επαφές με του μεγάλους πολιτισμούς της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Βρέθηκαν Ασιατικά αγγεία που χρονολογήθηκαν στο 2000 π.Χ.

Επιστροφή στον Ειρηνικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ταφή του Θορ Χέιερνταλ.

Γυρίζοντας πίσω από εκεί που ξεκίνησε, ανέλαβε τη διεύθυνση αρχαιολογικής αποστολής στη νήσο του Πάσχα το 1986 και το Βόρειο Περού το 1988. Σε μεγάλη πια ηλικία πέρασε τα τελευταία του χρόνια στην Τενερίφη. Μέχρι το θάνατό του το 2002 σχεδίαζε περισσότερες αποστολές. Η τελευταία θα ήταν στην Αζοφική θάλασσα και θα προσπαθούσε να αποδείξει την προέλευση των πρώτων Βίκινγκς που πίστευε ότι είχαν έρθει στη Σκανδιναβία από τη Βακτριανή ακολουθώντας τις ποτάμιες οδούς της Ρωσίας.

Για το έργο του και τα επιτεύγματα του στους τομείς της ζωολογίας, αρχαιολογίας, εθνολογίας, ιστορίας και τους αγώνες του για το περιβάλλον και την παγκόσμια ειρήνη και κατανόηση ο Χέιερνταλ τιμήθηκε από πολλές Ακαδημίες, Πανεπιστήμια, κράτη και Διεθνείς Οργανισμούς.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]