Θεωρία κοινωνικής σύγκρουσης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η θεωρία της κοινωνικής σύγκρουσης έχει τις ρίζες της στις διδαχές του Καρλ Μαρξ, κυρίως, αλλά και των Γκέοργκ Ζίμμελ, Λούις Κόζερ και Ράνταλ Κόλινς. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η κοινωνία υφίσταται ως ένα σύστημα, που αποτελείται από μέρη, τα οποία βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους. Η ανεπάρκεια των πλουτοπαραγωγικών πηγών οδηγεί τους ανθρώπους σε συγκρούσεις και επομένως, για να έχει κάποιος κέρδος, κάποιος άλλος πρέπει να έχει ζημία. Εκ των πραγμάτων, αυτοί που συνήθως κερδίζουν, είναι αυτοί που έχουν δύναμη, είτε πρόκειται για κοινωνικά υποκείμενα είτε για κοινωνικές ομάδες.

Η ιστορική εξέλιξη καθορίζεται από την ίδια τη φύση των συγκρούσεων καθώς και από τις νέες πιο αναπτυγμένες δομές που τις συνακολουθούν. Εστιάζει στην κοινωνία ως σύνολο (όπως και ο λειτουργισμός) και δίνει έμφαση στις διαδικασίες της αλλαγής της, που οδηγούν στην αναδιαμόρφωση κοινωνικής ζωής. Στην κοινωνία γενικά διακρίνει αταξία και αστάθεια, και τα μέλη της διαχωρίζονται από αντικρουόμενα συμφέροντα. Αντίθετα όμως με το λειτουργισμό, οι θεωρητικοί των συγκρούσεων υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει αρμονία και συναίνεση για τις λειτουργίες της κοινωνίας.

Χρησιμότητα των κοινωνικών συγκρούσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και πολλές από τις κοινωνικές διευθετήσεις δεν δικαιολογούνται, τα μέλη της κοινωνίας εξαναγκάζονται να πιστεύουν στην ψευδαίσθηση της κοινωνικής ενότητας.

Σύμφωνα με το Simmel, οι κοινωνικές συγκρούσεις αποτελούν από μόνες τους έναν τρόπο ενοποίησης της κοινωνίας. Από τη στιγμή που δύο άτομα έρχονται σε σύγκρουση, αυτομάτως σημαίνει πως κοινωνικοποιούνται. Αν και η σχέση τους είναι σχέση εναντίωσης, παραμένει σχέση. Η σύγκρουση αποτελεί μία από τις πιο βασικές σχέσεις στις ανθρώπινες κοινωνίες. Βασικό στοιχείο προς απόδειξη της παρατήρησης αυτής, φέρει το γεγονός ότι δε μπορεί ένα άτομο να έρθει σε σύγκρουση μόνο του. Μέσω της σύγκρουσης, η κοινωνία ενοποιείται από δύο τουλάχιστον αντίρροπες απόψεις, ή συμφέροντα, σε ένα, έστω και αν αυτό έχει επιβληθεί με δυναμικά μέσα από την πιο δυνατή παράταξη, καθώς είναι δυνατή ακόμη και η σύνθεση των αντιμαχόμενων στοιχείων. Για το λόγο αυτό, πιστεύει ο Simmel, η κοινωνία χρειάζεται τις κοινωνικές συγκρούσεις ώστε να εξελιχθεί αλλά και να σταθεροποιηθεί.

Πηγές συγκρούσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Καρλ Μαρξ θεωρούσε ότι η σύγκρουση επικεντρώνεται στην πάλη των τάξεων, οι θεωρητικοί της κοινωνικής σύγκρουσης θεωρούν ότι είναι αποτέλεσμα της ανεπάρκειας των πηγών. Η δύναμη των ισχυρών, είναι αυτή που επιβάλλεται στους υπολοίπους και καθορίζει τα πρότυπα συμπεριφοράς του ευρύτερου πλήθους. Η κοινωνική ομάδα που κατέχει τη δύναμη ορίζει και επιβάλλει τους δικούς της κανόνες προς όφελος των συμφερόντων της. Εντούτοις, οι συγκρούσεις που δημιουργούνται δεν προσλαμβάνουν τόσο μεγάλες διαστάσεις, ώστε να επιφέρουν τη διάλυση της κοινωνίας. Μάλιστα, σύμφωνα με το Λούις Κόζερ, η σύγκρουση προστατεύει την κοινωνία από τη στασιμότητα.

Όλοι υπακούν στους κανόνες που θέτει η ισχυρότερη ομάδα. Συχνά μάλιστα διενεργούνται διασταυρούμενες συγκρούσεις από πιο αδύναμες ομάδες που έχουν έναν κοινό ισχυρό αντίπαλο, δεν αποκλείεται όμως να είναι αντίπαλες και μεταξύ τους και να βρίσκονται απλώς σε μια προσωρινή συμμαχία. Η ισχυρότερη ‘ομάδα’ σε όλες τις κοινωνίες ανεξαιρέτως, το κράτος, λειτουργεί ως μηχανισμός καταπίεσης αφού κανείς δεν μπορεί να τεθεί εναντίον του, τουλάχιστον όχι νόμιμα, εφόσον και τους νόμους τους καθορίζει το ίδιο κράτος για την προστασία του. Ακόμα και οι νόμοι αποτεούν μια προσπάθεια του κράτους να διατηρήσουν την εξουσία τους.

Ο Μαξ Βέμπερ επεξεργάζεται τη θεωρία των συγκρούσεων με οικονομικούς όρους. Η οικονομία είναι αυτή που δημιουργεί τις κοινωνικές τάξεις, και αυτές μάχονται η μία την άλλη για τον έλεγχο της οικονομίας, επομένως η κοινωνική τάξη τάξη του καθενός ορίζεται εν μέρει μέσω της οικονομικής του κατάστασης.


Αξιολόγηση της θεωρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ η θεωρία της κοινωνικής σύγκρουσης δημιουργήθηκε ως απάντηση στον Φονξιοναλισμό, εντούτοις μάλλον τον συμπληρώνει. Η προσέγγιση των συγκρούσεων αποτυγχάνει να εξηγήσει ορισμένες πτυχές της συναίνεσης, της ενσωμάτωσης και της σταθερότητας. Ωστόσο, προσφέρει εύστοχες ερμηνείες για την ιστορία και την κοινωνικη αλλαγή

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]