Θαλάσσια φανερόγαμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ποσειδωνία η ωκέανια, ενδημικό είδος της Μεσογείου

Τα θαλάσσια φανερόγαμα ανήκουν στα θαλάσσια μακρόφυτα και συνιστούν λιγότερο του 0,02% της χλωρίδας των αγγειοσπέρμων. Ζουν σε θάλασσες και παράκτιες περιοχές σε όλες τις ηπείρους, πλην των ακτών της Ανταρκτικής (Hemminga & Duarte, 2000). Έχουν πραγματικά φύλλα, ριζώματα (οριζόντια και κατακόρυφα) και ρίζες, που και τα τρία είναι εφοδιασμένα με εξειδικευμένους ιστούς ώστε να γίνεται η μεταφορά των θρεπτικών συστατικών και των προϊόντων της φωτοσύνθεσης, καθώς και μεγάλους αεροφόρους χώρους, που συμμετέχουν στην μεταφορά οξυγόνου (Μαλέα, 2007).

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θαλάσσια φανερόγαμα αναπτύσσουν άνθη με στήμονες, ύπερο και σπέρματα. Η αναπαραγωγή μπορεί να είναι είτε εγγενής, είτε αγενής.Η αγενής αναπαραγωγή επιτυγχάνεται με βλαστητική αναπαραγωγή, ενώ η εγγενής με επικονίαση, η οποία μπορεί να είναι υδρόφιλη (όπου η γύρη μεταφέρεται μέσα ή στην επιφάνεια του νερού) ή μη υδρόφιλη(όπου η γύρη ελευθερώνεται κατά την πλημμυρίδα και ταξιδεύει στην επιφάνεια του νερού για να συναντήσει το θηλυκό άνθος κατά την άμπωτη). Όλος ο κύκλος ζωής τους λαμβάνει χώρα μέσα στο νερό (Μαλέα, 2007).

Οικολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα θαλάσσια φανερόγαμα σχηματίζουν μεγάλα λιβάδια, τους λεγόμενους λειμώνες, σε παράκτια και μεταβατικά περιβάλλοντα σε εύκρατες και τροπικές περιοχές. Οι περισσότεροι λειμώνες, όπως για παράδειγμα αυτοί των εύκρατων περιοχών αποτελούνται από ένα είδος θαλάσσιου φανερόγαμου, ενώ στους τροπικούς λειμώνες συχνά συμμετέχουν περισσότερα του ενός είδη. Οι λειμώνες των θαλάσσιων φανερόγαμων είναι πολύ παραγωγικά οικοσυστήματα. Το 50% της παραγωγής τους εισέρχεται στα τροφικά πλέγματα ως οργανικά θρύμματα. Επιπλέον, αποτελούν καταφύγιο για ένα μεγάλο εύρος άλλων οργανισμών, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και η πλειονότητα των μεγάλης εμπορικής αξίας θαλάσσιων ειδών (Μαλέα, 2007). Αρκετοί οργανισμοί επίσης, τρέφονται με θαλάσσια φανερόγαμα, όπως είναι για παράδειγμα οι θαλάσσιες χελώνες, διάφορα είδα ψαριών και καβουριών καθώς και θαλάσσια θηλαστικά της τάξης Sirenia κ.α.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την ταξινόμηση των θαλάσσιων φανερόγαμων, διαφορετικοί συγγραφείς προτείνουν και διαφορετικές κατατάξεις. Ακόμα, διαφωνίες υπάρχουν και για τον συνολικό αριθμό ειδών των θαλάσσιων φανερόγαμων, με τους επιστήμονες που χρησιμοποιούν μορφολογικά και ανατομικά χαρακτηριστικά για την ταξινόμηση να περιλαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό ειδών, εν αντιθέσει με αυτούς που χρησιμοποιούν τεχνικές μοριακής ταξονομίας, οι οποίοι όχι μόνο περιλαμβάνουν μικρότερο αριθμό ειδών, αλλά αμφισβητούν σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και το διαχωρισμό ορισμένων γενών(Μαλέα, 2007). Ανήκουν στο Βασίλειο: Plantae, Διαίρεση: Anthophyta (Magnoliophyta), Κλάση: Monocotyledoneae. Yπάρχουν περίπου 65 είδη θαλάσσιων φανερόγαμων που ανήκουν σε 12 γένη και κατατάσσονται σε 5 οικογένειες, τις Potamogetonaceae, Posidoniaceae, Cymodoceaceae, Zosteraceae(τάξη Potamogetonales) και την Hydrocharitaceae(τάξη Hydrocharitales). Η οικογένεια Hydrocharitaceae περιλαμβάνει 3 γένη(Enhalus, Thalassia, Halophila), ενώ τα υπόλοιπα 9 γένη(Zostera, Phyllospadix, Lepilaena, Posidonia, Halodule, Cymodocea, Syringodium, Thalassodendron, Amphibolis) ανήκουν στις τέσσερις προαναφερθείσες οικογένειες της τάξης Potamogetonales(http://www.algaebase.org). Τα γένη Halophila, Zostera και Posidonia είναι τα γένη με τα περισσότερα είδη καθώς περιλαμβάνουν το 55% των ειδών. Στη Μεσόγειο Θάλασσα απαντώνται τα είδη Cymodocea nodosa, Halophila stipulacea, Posidonia oceanica, Zostera marina και Zostera noltii(Hemminga & Duarte , 2000). Το είδος Posidonia oceanicα είναι ενδημικό είδος της Μεσογείου, ενώ το είδος Halophila stipulacea ανήκει στους Λεσσεψιανούς μετανάστες καθώς πέρασε από τον Ινδικό ωκεανό στην Μεσόγειο μετά το άνοιγμα της διώρυγας του Σουέζ που έγινε το 1864 (Μαλέα, 2007).

Διαταραχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε παγκόσμια κλίμακα, οι πληθυσμοί των θαλάσσιων φανερόγαμων συρρικνώνονται, εξαιτίας ανθρωπογενών δραστηριοτήτων κυρίως, που προκαλούν ευτροφισμό, χημική ρύπανση, ενταφιασμό και ακόμη κλιματική αλλαγή(μεταβολή θερμοκρασίας και CO2). Απαιτείται βιοπαρακολούθηση και ορθολογική διαχείριση των λειμώνων των θαλάσσιων φανερόγαμων για να αποτραπεί η περαιτέρω συρρίκνωσή τους.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hemminga MA, Duarte CM., 2000. Seagrass ecology. Cambridge University Press, Cambridge.
  • Μαλέα Π., 2007. Σημειώσεις για το μάθημα Ωκεανογραφίας. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Έκδοση: Τμήμα Εκδόσεων, Α.Π.Θ.
  • http://faculty.washington.edu/gayado/phyto.htm (νεκρός σύνδεσμος)
  • http://www.algaebase.org