Θαλάσσια δημοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Θαλάσσια Δημοκρατία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σημαία των θαλάσσιων δημοκρατιών (η πιο γνωστή):
* Ο Λέοντας του Αγίου Μάρκου για την Βενετία
* Ο Σταυρός του Αγίου Γεωργίου για την Γένοβα
* Ο Σταυρός της Μάλτας για το Αμάλφι
* Ο Τριφυλλοτός Σταυρός για την Πίζα
Οι Θαλάσσιες Δημοκρατίες του 11ου αιώνα
Ancona = Ανκόνα; Gaeta = Γκαέτα; Genova = Γένοβα; Pisa = Πίζα; Ragusa = Ραγούσα; Venezia = Βενετία

Ο όρος θαλάσσια δημοκρατία χρησιμοποιείται για τον ορισμό ορισμένων παραθαλάσσιων πόλεων, κυρίως ιταλικών, οι οποίες, μεταξύ του 10ου και του 13ου αιώνα, γνώρισαν μεγάλη οικονομική ευμάρεια χάρη στις εμπορικές τους δραστηριότητες στα πλαίσια μιας ευρείας πολιτικής αυτονομίας.

Οι πλέον γνωστές θαλάσσιες δημοκρατίες ήταν : το Αμάλφι, η Πίζα, η Γένοβα και η Βενετία. Υπήρχαν, επίσης, κι άλλες πόλεις οι οποίες διέθεταν αυτόνομες κυβερνήσεις ολιγαρχικής δημοκρατίας, χτύπαγαν δικό τους νόμισμα, συμμετείχαν σε Σταυροφορίες, διέθεταν σημαντικό στόλο, ενώ διέθεταν πρόξενους και εμπορικές αποικίες στα λιμάνια της Μεσογείου. Προστέθηκαν, έτσι σε αυτή τον κατάλογο των θαλάσσιων δημοκρατιών η Γκαέτα[1], η Ανκόνα[2], το Νόλι[3] και η Ραγούσα[4].

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άξια αναφοράς είναι αρκετά παραδείγματα πόλεων οι οποίες διέθεταν, στη διάρκεια της Αρχαιότητας, αποικιακές κτήσεις, ενώ ήταν ταυτόχρονα εμπορικές υπερδυνάμεις :

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομική ανάκαμψη, η οποία έλαβε χώρα στην Ευρώπη κατά το έτος 1000, καθώς και η ανασφάλεια των ηπειρωτικών οδών μετακίνησης, οδήγησαν στην ανάπτυξη των κυρίαρχων εμπορικών οδικών αρτηριών στις παραθαλάσσιες περιοχές της Μεσογείου. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεχώς αυξανόμενη αυτονομία, των επονομαζόμενων ιταλικών θαλάσσιων πόλεων, τις οδήγησε ώστε να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.

Στο πολιτικό κενό, το οποίο χαρακτήριζε τον ύστερο Μεσαίωνα, αυτές οι πόλεις, εκτεθειμένες στις επιδρομές των πειρατών, κυρίως των Σαρακηνών, όργανωσαν με τρόπο αυτόνομο την άμυνά τους, ενισχυόμενες με ισχυρούς πολεμικούς ναυτικούς στόλους. Κατά την διάρκεια του 10ου και του 11ου αιώνα, πέρασαν, μάλιστα, στην αντεπίθεση εκμεταλλευόμενες τις αντιπαλότητες μεταξύ των ναυτικών υπερδυνάμεων του Βυζαντίου και των Αράβων. Η πρώτη θαλάσσια δημοκρατία που κατάφερε να αποκτήσει σημαντική οικονομική δύναμη ήταν το Αμάλφι.

Για τον έλεγχο του εμπορίου με την Ασία και την Αφρική, οι θαλάσσιες δημοκρατίες μπήκαν σε ανταγωνισμό με τους Άραβες, τους Βυζαντινούς, και στη συνέχεια τους Οθωμανούς.

Συγκριτική ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των εμπορικών σχέσεων της Βενετίας κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα.

Σε θεσμικό επίπεδο, οι Δημοκρατίες αποτελούνταν από από αυτόνομες κυβερνήσεις, οι οποίες προέρχονταν από τις εμπορικές συντεχνίες που αποτελούσαν την ανώτατη κοινωνική τάξη των πόλεων αυτών. Η ιστορία τους ξεκίνησε με την ευρωπαϊκή "προέλαση" προς την ανατολή, η οποία πραγματοποιήθηκε με την ανάκτηση του ελέγχου των θαλασσίων εμπορικών "οδών" από τους Μουσουλμάνους, αποφέροντας έτσι την κυριαρχία στην θάλασσα γι'αυτές. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα δείγματα-καταβολές του σύγχρονου καπιταλισμού, με την εμπορική και οικονομική έννοια του όρου.

Η εξάπλωση της Γένοβας στην Μεσόγειο.

Οι έμποροι των ιταλικών θαλάσιιων δημοκρατιών δημιούργησαν τις πρώτες οικονομικές μορφές καπιταλισμού. Χτυπώντας χρυσά νομίσματα, των οποίων η χρήση βρισκόταν σε παρακμή για αιώνες, ανακαλύπτοντας νέες μεθόδους ανταλλαγών και ισολογισμού, ενθαρρύνοντας την τεχνολογική πρόοδο στη ναυσιπλοΐα, απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του εμπορικού τους πλούτου. Οι θαλάσσιες δημοκρατίες ένωσαν τις δυνάμεις τους και πέτυχαν να καταστήσουν υπό ιταλικό έλεγχο την Μεσόγειο στη διάρκεια των Σταυροφοριών, οι οποίες τους επέτρεπαν την υλοποίηση των επεκτατικών τους σχεδίων.

Οι θαλάσσιες οδοί και τα εμπορικά λιμάνια της Θαλάσσιας Δημοκρατίας της Ανκόνα.
Οι θαλάσσιες οδοί και τα εμπορικά λιμάνια της Θαλάσσιας Δημοκρατίας της Ραγούσας.

Η Βενετία και το Αμάλφι εμπλέκονταν ήδη στο εμπόριο με την Ανατολή. Παρόλα αυτά, με τις Σταυροφορίες το φαινόμενο αυτό επεκτάθηκε, καθώς χιλιάδες ήταν οι Ιταλοί που μετανάστευσαν προς την Ανατολή, ιδρύουντας βάσεις, ναυστάθμους και εμπορικά ταμιευτήρια για λογαριασμό των Θαλάσσιων Δημοκρατιών. Με αυτόν τον τρόπο, οι Ιταλοί έμποροι απέκτησαν μεγάλη πολιτική εξουσία και ισχύ. Αποτελούσαν στους επαγγελματικούς τους κύκλους συλλογικές συνεργατικές οργανώσεις, έχοντας έτσι την δυνατότητα να λαμβάνουν από τις κυβερνήσεις νομικές, φορολογιακές καθώς και τελωνειακές διευκολύνσεις. Επίσης, από πολιτικής άποψης, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής εκείνης.

Οι αντιπαλότητες μεταξύ αυτών των δημοκρατιών αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο και αρκετές ήταν οι μεταξύ τους ένοπλες συγκρούσεις στη διάρκεια της ιστορίας τους.

Οι τέσσερεις πιο γνωστές θαλάσσιες δημοκρατίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δημοκρατία του Αμάλφι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επανακτήσεις των ιταλικών εδαφών από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 535 ήταν και πάλι αναποτελεσματικές, καθώς σύντομα ξαναχάθηκαν εμπρός στην προέλαση και την δημιουργία του Βασιλείου της Λομβαρδίας στην Βόρεια Ιταλία, οι οποίοι κατέκτησαν την Λιγουρία το 640, ενώ κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα του Εξαρχάτου της Ραβένας το 751, αφήνοντας στους Βυζαντινούς μονάχα τον έλεγχο ορισμένων μικρών ζωνών στην Νότια Ιταλία, καθώς και ορισμένες παραθαλάσσιες πόλεις όπως η Βενετία, η Νάπολι και το Αμάλφι.

Η τελευταία ήταν, χωρίς αμφιβολία, η παλαιότερη των θαλάσσιων δημοκρατιών, έχοντας αναπτύξει σημαντικές εμπορικές συναλλαγές με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την Αίγυπτο. Μέσω της δημιουργίας εμπορικών οδών από την Νότια Ιταλία προς την Μέση Ανατολή, κατά τον 10ο αιώνα, οι έμποροι του Αμάλφι είχαν την ευκαιρία να ανταγωνιστούν τους Άραβες ομολόγους τους που, μέχρι τότε, είχαν το μονοπώλιο του εμπορίου στην Μεσόγειο. Δείγμα της ισχύος του Αμάλφι, ένα νομοθετικό έργο, με την ονομασία Αμαλφιανοί Νόμοι (Tavole Amalfitane), το οποίο συγκέντρωνε το σύνολο των κανόνων του ναυτικού δικαίου της εποχής, νομοθετήματα που παρέμειναν ενεργά σε όλη την διάρκεια του Μεσαίωνα. Αφού υπήρξε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στην Ιταλία, το Αμάλφι λεηλατήθηκε από τους Πιζάνους το 1137, κι ενώ η δημοκρατία βρισκόταν αποδυναμωμένη από τις φυσικές καταστροφές (Πλημμύρες) και, στη συνέχεια, προσαρτήθηκε από το Νορμανδικό Βασίλειο της Σικελίας. Μετά την νορμανδική κατάκτηση, το Αμάλφι παρείκμασε σε σύντομο χρονικό διάστημα, με την Νάπολι να το αντικαθιστά ως νέο εμπορικό κέντρο.

Δημοκρατία της Βενετίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Βενετικά

Καθώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε διαθέσει το μεγαλύτερο τμήμα των στρατευμάτων της για την αναχαίτιση της προόδου των Μουσουλμάνων, της ήταν, ταυτόχρονα, αδύνατο να κάνει κάτι απέναντι στην σταδιακή αυτονομία και ανεξαρτητοποίηση της Βενετίας, από τον 13ο αιώνα κιόλας[5], της οποίας η δύναμη βασιζόταν σε έναν ισχυρό εμπορικό στόλο, ο οποίος μπορούσε, εύκολα, να μετατραπεί σε πολεμικό στόλο, από τους καλύτερους της εποχής.

Παρά την αυξανώμενη αυτονομία, η Βενετία παρέμεινε πιστή συμμαχος των Βυζαντινών στην πολεμικήυ τους σύγκρουση με τους Άραβες και τους Νορμανδούς. Κατά το έτος 1000, η Βενετία νίκησε τους πειρατές που λυμαίνονταν στις ακτές της Ιστρίας, αποκτώντας, έτσι, τον έλεγχο της περιοχής.

Κατά το 1200, η Βενετία έφτασε στο απόγειο της ισχύος της, κυριαρχόντας στις εμπορικές οδούς της Μεσογείου και της Ανατολής. Στη διάρκεια της Δ' Σταυροφορίας (1202-1204), η Βενετία προσάρτησε τα πλέον σημαντικά, από εμπορικής άποψης, νησιά και λιμάνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η κατάκτηση των λιμανιών της Κέρκυρας (1207) και της Κρήτης (1209) της εξασφάλισαν την δυνατότητα εμπορίου με την Ανατολή, κι αυτό, μέχρι την Συρία και την Αίγυπτο, τερματικούς σταθμούς της ροής εμπορικών αγαθών της εποχής εκείνης. Στα τέλη του 14ου αιώνα, η Βενετία ήταν η κυρίαρχη εμπορική δύναμη της Μεσογείου και προσπαθούσε, ταυτόχρονα, να παραμείνει το πλουσιότερο κράτος της Ευρώπης.

Δημοκρατία της Πίζας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1016, η Πίζα συμμάχησε με την Γένοβα με στόχο την απώθηση των Σαρακηνών κατακτώντας την Κορσική και την Σαρδηνία, αποκτώντας, έτσι, τον έλεγχο του συνόλου του Τυρρηνικού Πελάγους. Έναν αιώνα αργότερα, η Πίζα κατέλαβε επίσης της Βαλεαρίδες Νήσους.

Η Πίζα ίδρυσε το λιμάνι της στις εκβολές του Άρνο, στο Πόρτο Πιζάνο. Η δημοκρατία έφτασε στο απόγειο της δύναμής της μεταξύ 12ου και 13ου αιώνα, εποχή κατά την οποία ο στόλος της κυριαρχούσε στην Δυτική Μεσόγειο. Παρόλα αυτά, ο ανταγωνισμός μεταξύ Πίζας και Γένοβας κορυφώθηκε κατά τον 13ο αιώνα, κυρίως μέσω της προσπάθειας ελέγχου της Κορσικής, απόκτησης προνομίων από την Αγία Έδρα και, ακόμα, τον απόλυτο έλεγχο του Τυρρηνικού Πελάγους. Η Ναυμαχία της Μελόρια (1284) τελείωσε με την ήττα των Πίζάνων απέναντι στις γενοβέζικες δυνάμεις, στα ανοιχτά του Λιβόρνο, κοντά στις εκβολές του Άρνο. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε την απαρχή της παρακμής της Πίζας, με την παραχώρηση της Κορσικής στην Γένοβα και την παραχώρηση ενός τμήματος της Σαρδηνίας (1299).

Έκτοτε, η Πίζα δεν ήταν παρά μια πόλη-κράτος της Τοσκάνης, σε μόνιμη αντιπαράθεση με την Φλωρεντία, αλλά με μηδαμινή, πλέον, ισχύ στην θάλασσα.

Δημοκρατία της Γένοβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ναυτική σημασία της Γένοβας ήταν εμφανής από την Προρωμαϊκή Περίοδο. Οι Λιγούριοι είχαν καταστήσει την πόλη ως έναν εμπορικό σταθμό, ανοιχτό στις συναλλαγές με τις ελληνικές, φοινικικές και ετρούσκικες πόλεις, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που κατέστη έναν από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου.

Σύντομα, η Γένοβα συμμάχησε με την Ρώμη, τόσο εναντίον των Λιγουρίων της ενδοχώρας, όσο και εναντίον των υπόλοιπων παράκτιων πόλεων της περιοχής. Μετά την καταστροφή της από τους Καρχηδονίους του στρατηγού Μάγκον Μπάρκα, η πόλη έγινε ρωμαϊκή κτήση, χωρίς ωστόσο να υποταχτεί στην τελευταία. Όφειλε αυτή την εύνοια χάρη στον ρόλο φύλακα της Δυτικής Μεσογείου που κατείχε, ρόλο τον οποίο οι Γενουάτες ναύτες κάλυψαν παραπάνω από επαρκώς.

Η πόλη της Γένοβας άρχισε να αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις αρχές του 10ου αιώνα. Μετά την λεηλάτηση της πόλης από τους Σαρακηνούς, οι κάτοικοί της στράφηκαν και πάλι προς την θάλασσα. Η δύναμη του στόλου της της απέφερε την αναγνώριση, από τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, των αιτημάτων της για ανεξαρτησία στους τομείς της νομοθεσίας και της οικονομίας.

Η συμμαχία της με την ανταγωνίστριά της, Πίζα, βοήθησε στον εξωραϊσμό του Τυρρηνικού Πελάγους από τους Μουσουλμάνους πειρατές, χάρη στην επανάκτηση της Κορσικής, της Σαρδηνίας, των Βαλεαρίδων Νήσων και της Προβηγκίας.

Η σύσταση της Compagna Communis (Κοινοτική Συντεχνία), ένωσης του συνόλου των συντεχνιών της πόλης (γνωστών ως Compagne), στην οποία εντάχθηκαν οι οι άρχοντες των γειτονικών κοιλάδων, καθώς και αυτοί των παράκτιων περιοχών, σήμανε την γέννηση της γενουατικής κυβέρνησης.

Τα οικονομικά έσοδα της πόλης αυξήθηκαν σημαντικά χάρη στην συμμετοχή στην Α' Σταυροφορία, Σταυροφορία στην οποία οι Γενουάτες ήταν σημαντικοί πρωταγωνιστές και η οποία προσέφερε το προνόμιο της εγκατάστασης πολών κατοίκων σε περιοχές των Αγίων Τόπων. Η Δημοκρατία της Γένοβας έφτασε στο απόγειο της δύναμής της κατά τον 13ο αιώνα χάρη στη Συνθήκη του Νυμφαίου, η οποία υπεγράφη το 1261 με τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, και απαγόρευε στους Ενετούς την διέλευση από τα στενά του Βοσπόρου που οδηγούσαν στην Μαύρη Θάλασσα. Επιπλέον, η Μάχη της Μελόρια (1284), στα ανοιχτά του Λιβούρνο, τελείωσε με την οριστική ήττα της Πίζας και τον απόλυτο έλεγχο του Τυρρηνικού Πελάγους από την Γένοβα.

Τέλος, το 1298, οι Γενουάτες συνέτριψαν τον ενετικό στόλο κοντά στην δαλματική νήσο της Κόρτσουλα. Έτσι, η κυριαρχία των θαλασσών παρέμεινε στην Γένοβα για διάστημα σχεδόν 70 ετών, κι αυτό μέχρι τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο με την Βενετία, ο οποίος τερματίστηκε με την μάχη της κιότζια-Τένεντο το 1372. Στη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των δημοκρατιών της Βενετίας και της Γένοβας, ο Ενετός Μάρκο Πόλο αιχμαλωτίστηκε και στη διάρκεια της κράτησής του στο Παλάτι του Αγίου Γεωργίου, υπαγόρευσε στον συγκρατούμενό του, Ρουστιτσέλο της Πίζας, το διήγημα των ταξιδιών του.

Μετά την μαύρη παρένθεση του 15ου αιώνα, ο οποίος σημαδεύτηκε από τις επιδειμίες πανούκλας και την κυριαρχία ξένων δυνάμεων, η πόλη γνώρισε επανάκαμψη διάρκειας, περίπου, ενός αιώνα, μετά την απελευθέρωσή της από τον Αντρέα Ντόρια το 1528. Αν και η παλαιά αριστοκρατία κρατιόταν ακόμη σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο, κυρίως στον τομέα της οικονομίας, η Δημοκρατία, η οποία αποτελούσε δέλεαρ για τις συνορεύουσες δυνάμεις, όπως η Γαλλία και η Σαβοΐα, συνεθλίβη από το ναπολεοντιακό "κύμα" το 1805. Το 1815, η Γένοβα προσαρτήθηκε από το Βασίλειο της Σαρδηνίας, κάτι που αποτέλεσε και το τελειωτικό χτύπημα στην οικονομία της και προκάλεσε την μετανάστευση των καλύτερων μαστόρων της, καθώς και ενός μεγάλου τμήματος του αστικού της πληθυσμού προς την Αμερική.

Δημοκρατία της Ανκόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δημοκρατία της Ανκόνα, μόνιμη σύμμαχος της Δημοκρατίας της Ραγούσας, κατέστη κυρίρχη δύναμη στην Μάρκα της Ανκόνα και πλούτισε μέσω του εμπορίου με την Ανατολή, κι αυτό παρά τον έντονο ανταγωνισμό με την Βενετία. Αντιστάθηκε στην πολιορκία του Λοθάριου Γ' το 1137, και αργότερα του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα το 1167 και της Βενετίας το 1174. Η τελευταία αυτή μεγάλη πολιορκία διήρκεσε από την 1η Απριλίου μέχρι και τα μέσα του Οκτώβρη του ιδίου έτους. Η προστασία, σε συνδυασμό με την διατήρηση της αυτονομίας της, της πόλης από την Αγία Έδρα ήταν μία έξυπνη πολιτικά κίνηση, η οποία επέτρεψε στην πόλη να διατηρήσει την ανεξαρτησία της.

Το 1532, ημερομηνία της ολοκλήρωσης μιας μακράς και δαπανηρής παπικής πολιτικής για την επέκταση των Κρατών του, η πόλη προσαρτήθηκε, χωρίς να προβάλει ουδεμία αντίσταση, από τον Πάπα, χάνοντας την ανεξαρτησία της και αποτελώντας, πλέον, τμήμα των Παπικών Κρατών υπό τον Πάπα Κλήμη Ζ΄.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

    • Touring Club Italiano, Lazio éditeur: Touring Club Italiano, 1981 (page 743);
    • Giovanna Bergamaschi, Arte in Italia: guida ai luoghi ed alle opere dell'Italia artistica, Electa, 1983 (page 243);
    • Salvatore Aurigemma, Angelo de Santis, Gaeta, Formia, Minturno; la ville de Gaeta a lancé un processus de reconnaissance officielle de son ancien rôle en tant que république maritime. Voir la page [1]
    • Armando Lodolini, Le repubbliche del mare, edizioni Biblioteca di storia patria, dans les soins de Ente per la diffusione e l'educazione storica, Rome 1967;
    • Peris Persi, Conoscere l'Italia, vol. Marche, Istituto Geografico De Agostini, Novara 1982 (page 74);
    • Gabriella Airaldi, B. Z. Ḳedar, I comuni italiani nel regno crociato di Gerusalemme, éditeur: Université de Gênes, Institut d'études médiévales, 1986 (page 525);
    • Divers auteurs, Meravigliosa Italia, Enciclopedia delle regioni édité par Valerio Lugani, éditeur Aristea, Milan;
    • Guido Piovene, en Tuttitalia, Casa Editrice Sansoni, Florence & Istituto Geografico De Agostini, Novara (page 31);
    • Pietro Zampetti, en Itinerari dell'Espresso, vol. Marche, édité par Neri Pozza, éditeur L'Espresso, Roma 1980
    • Société internationale d'étude du Moyen Âge latin (Società internazionale per lo studio del Medioevo latino), Centro italiano di studi sull'alto Medioevo, Medioevo latino, Volume 28 (page 1338);
    • Francesca Bandini, Mauro Darchi, La Repubblica di Noli e l'importanza dei porti minori del Mediterraneo nel Medioevo éditeur All'insegna del giglio, Florence 2004;
    • Michelin / MFPM, Liguria, éditeur Michelin 2010;
    • Anne Conway, Giuliana Manganelli, Liguria: una magica finestra sul Mediterraneo éditeur White Star, Vercelli 1999
    • Divers auteurs, Croazia. Zagabria e le città d'arte. Istria, Dalmazia e le isole. I grandi parchi nazionali éditeur Touring Club Italiano, 2004 (page 129);
    • Sergio Anselmi, Ragusa e il Mediterraneo: ruolo e funzioni di una Repubblica marinara tra Medioevo ed etā Moderna, éditeur Cacucci, 1988
  1. Jean-Claude Cheynet L'Exarchat de Ravenne et l'Italie byzantine:Clio.fr

Δείτε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]