Θέατρα της Αθήνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Δεκέμβριο του 1834 η πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους μεταφέρεται στην Αθήνα. Ο περιηγητής Τομάς-Αλμπέρ Γκρασσέ (Thomas-Albert Grasset) τον Οκτώβρη του 1834 περιγράφει την Αθήνα ως ένα μικρό χωριό 7.000 κατοίκων, σπαρμένη παντού από αρχαία ερείπια, σωρούς από κίονες και κιονόκρανα, ενώ στην πόλη κυριαρχούν η σκόνη, η βρωμιά και η φτώχεια. Μόλις όμως ανακοινώθηκε ότι αυτή η παραμελημένη πολίχνη θα γίνει η πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους άρχισε να εμφανίζεται κάποια ζωή. Τώρα, χαράσσονται δρόμοι, σπιτάκια αρχίζουν να χτίζονται περιμετρικά της Ακρόπολης ενώ μαύρος καπνός ανέβαινε από τα εργοτάξια που έχτιζαν σπίτια ευπόρων και δημόσια κτίρια. Τα πλοία στον Πειραιά καθημερινά ξεφόρτωναν μετανάστες από άλλα μέρη της Ελλάδας που ήθελαν πλέον να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα. Ο μόνος χώρος «παραστάσεων» που υπήρχε σε αυτό το ξεχασμένο χωριό, ήταν ένα ξύλινο παράπηγμα, στην οδό Αιόλου 86. Αυτό το παράπηγμα είχε μια ξύλινη εξέδρα και κάποια καθίσματα ενώ οι «παραστάσεις» που δίνονταν από σαλτιμπάγκους, μίμους, γελωτοποιούς και σχοινοβάτες ήταν αξιοθρήνητες σύμφωνα με όσα γράφουν οι ξένοι περιηγητές.

1834-1850[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1835 ο Αθανάσιος Σκοντζόπουλος, ο πρώτος Έλληνας θεατρώνης, μετασκευάζει το παράπηγμα σε ένα ξύλινο θέατρο, χωρητικότητας 1.000 ατόμων με πλαϊνά ξύλινα επίσης θεωρεία και με μια τέντα από καραβόπανο για τις βροχερές μέρες. Οι παραστάσεις δίνονταν μόνο κάθε Κυριακή και γιορτές και διαφημίζονταν από τον τελάλη που γύριζε στις γειτονιές. Τα εισιτήρια κόστιζαν 1 δραχμή. για την πλατεία και 2 δρχ.για τα θεωρεία. Η πρώτη παράσταση δόθηκε στις 24 Μάη 1836 με το έργο «Τα Ολύμπια» του διάσημου για την εποχή Μεταστασίου, σε μετάφραση του Ρήγα Φεραίου, από θίασο ερασιτεχνών με αποκλειστικά άντρες ηθοποιούς. Ο θίασος απαρτιζόταν από τους Θ. Ορφανίδη, Σ. Δεσποτόπουλο, Ν. Ελευθεριάδη, Ν. Δώτη, Δημ. Γιαννιώτη και Ν. Μπασιά. Από αυτούς τους πρώτους, «ηρωικούς» ηθοποιούς μόνο ο Ορφανίδης θα συνεχίσει. Το Δεκέμβρη του 1836 όμως, ο Σκοντζόπουλος αναγκάζεται λόγω οικονομικών δυσχερειών, να διαλύσει το θέατρο και να βγάλει τη ξυλεία του σε πλειστηριασμό, προκειμένου να πληρώσει τους πιστωτές του. Μια ιδέα για το εσωτερικό του θεάτρου παίρνουμε από την παρακάτω περιγραφή

    ...εμβαίνεις, πατείς το κατάχαμον, όπου περιφέρονται άνδρες διάφοροι.

Εις μίαν γωνίαν, πωλούνται ζαχαρικά, πλησίον στέκονται οι κρατούντες τα φανάρια τινών των θεατών.
Δεξιά κι αριστερά του εδάφους καθίσματα αναιβατά (αμφιθεατρικά). Η σκηνή κατέναντι της εισόδου,
κατέναντι της σκηνής το θεωρητήριον του βασιλέως, υψηλόν και μεμονωμένον ως περιστερεών
και εις τας τρεις πλευράς του θεάτρου σειρά θεωρητηρίων δια τους πληρώνοντας μίαν και ημισείαν δραχμήν.
Φώτα αμυδρά, δυσώδη και δυσωδέστερα δια τον άνεμον. Γυναίκες ικαναί (αρκετές) επάνω.
Παντού οι οφθαλμοί δεν απαντώσιν ειμή σανίδας γυμνάς, γην γυμνήν, πενιχρόν κατασκεύασμα της στιγμής,
ως τα ανεγειρόμενα εις τα πανηγύρια προς έκθεσιν πραγματειών.>
περιοδικό Θεατής, στις 25.10.1836    

[1]

Ο ιταλικής καταγωγής Γκαετάνο Μέλι ανέγειρε ένα επίσης ξύλινο θέατρο στη σημερινή πλατεία Αγίων Θεοδώρων που φιλοξενούσε στην αρχή θιάσους Ιταλών ακροβατών και μετά ιταλικούς μελοδραματικούς θιάσους. Ήταν ένα αυτοσχέδιο ξύλινο θέατρο ιταλίζουσας αρχιτεκτονικής που είχε πλατεία, θεωρεία με διαδρόμους ανάμεσά τους, ορχήστρα, υποβολείο, σκηνικά, όλα όμως σε υποτυπώδη μορφή.

Η κυβέρνηση παραχωρεί δωρεάν στον επίσης Ιταλό Μπαζίλιο Σανσόνι, ένα οικόπεδο στη σημερινή πλατεία Θεάτρου, για να χτίσει το πρώτο πέτρινο χειμερινό θέατρο, δίνοντάς του επίσης το εξαιρετικό προνόμιο να είναι ο μόνος για μια πενταετία που θα μπορεί να δίνει παραστάσεις μέσα στην Αθήνα. Ο Σανσόνι, πετυχαίνοντας και μια επιχορήγηση 10.000 δρχ και προπωλώντας τα εισιτήρια των θεωρείων χτίζει το θέατρο.

Τα εγκαίνια του θεάτρου γίνονται στις 6 Απρίλη του 1840 με το έργο «Λουτσία ντι Λαμερμούρ» του Γκαετάνο Ντονιτσέττι, από ιταλικό μελοδραματικό θίασο. Το έργο είχε τεράστια επιτυχία, δίνοντας 144 παραστάσεις και προκαλώντας ρίγη ενθουσιασμού στους Αθηναίους που έφταναν ακόμα και στο σημείο να δανείζονται με τόκο προκειμένου να πληρώσουν τα εισιτήρια.

Την 1η Νοέμβρη βγαίνει και η πρώτη αστυνομική διάταξη: ένας καταστατικό χάρτης με 24 άρθρα που ήταν και εσωτερικός κανονισμός για τις παραστάσεις. Τη διάταξη υπογράφει ο Αστυνομικός Διοικητής Αττικής Α. Δούκας. Συμπλήρωση των αστυνομικών διατάξεων έχουμε και κατά τα έτη 1849, 1851, 1853, 1875, 1895.

Το θέατρο αγοράζεται έναντι 23.000 δρχ. από τον Σπετσιώτη αγωνιστή της Επανάστασης και μεγαλέμπορο, Ιωάννη Μπούκουρα και έκτοτε μένει στην ιστορία με το όνομά του. Από περιγραφές μαθαίνουμε ότι το κτίριο είχε μία κύρια είσοδο στην οποία οδηγούσαν δύο μεγάλες σκάλες, ιδιαίτερη στεγασμένη είσοδο για τα βασιλικά θεωρεία, γραφείο διευθυντή και «εισιτηριοπωλείον»(ταμείο). Η αίθουσα απέριττα διακοσμημένη, μάλλον φτωχική , με εφτά σειρές καθισμάτων (ξύλινων πάγκων) και 113 θέσεις και τρεις σειρές θεωρείων. Ο φωτισμός γινόταν με κεριά και με έναν πολυέλαιο με λάμπες πετρελαίου, μέχρι το 1883 που ήρθε στην Αθήνα το αεριόφως. Το θέατρο είδε πολλές «πρώτες», και φιλοξένησε πολλούς κυρίως ιταλικούς θιάσους. Αφού χρησιμοποιήθηκε αρκετά χρόνια για να τέρψει την κοσμική Αθήνα, «γερασμένο» πια, το 1897 κατεδαφίστηκε.

1850-1900[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αθήνα πλέον έχει 44.000 κατοίκους. Η περιοχή της Ομόνοιας γίνεται ένας πολυσύχναστος χώρος αναψυχής και γι αυτό ένας επιχειρηματίας ονόματι Σκορπάρο (μάλλον Ιταλός και αυτός) θα χτίσει ένα θέατρο εκεί που είναι σήμερα το ξενοδοχείο Μπάγκειον. Ξύλινο θερινό θέατρο,με μικρή σκηνή και 12 σειρές καθισμάτων και μία σειρά θεωρείων. Διευθυντής του θεάτρου ο ηθοποιός Μιχάλης Αρνιωτάκης και το θέαμα ιταλικοί θίασοι οπερέτας. Ο Τύπος υποδέχεται με ενθουσιασμό το καινούριο θέατρο και ελπίδες ότι θα μπορέσει να σταθεί επάξια δίπλα στα ευρωπαϊκά θέατρα. Αντέχει όμως μόνο μία καλοκαιρινή σεζόν και μετά λόγω έλλειψης θεατών, κλείνει.

Θέατρα αρχίζουν να δημιουργούνται στο λόφο του Αρδηττού, δίπλα στις όχθες του Ιλισσού ποταμού, εκεί που είναι σήμερα ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος και το Κολυμβητήριο. Ιδεώδης τόπος αναψυχής για τους Αθηναίους, με πολλούς κήπους στους οποίους προστίθονταν τώρα και θερινά θέατρα. Σε έναν από αυτούς του κήπους, στο Άντρο των Νυμφών μπαίνει και μία σκηνή, με ξύλινους πάγκους για καθίσματα και δημιουργείται το ομώνυμο θέατρο. Η είσοδός του ήταν από τη σημερινή Βασιλίσσης Όλγας. Η διασκέδαση που πρόσφερε ήταν παντομίμα, τραγούδια, ακροβάτες και μονόπρακτες κωμωδίες Ελλήνων κυρίως συγγραφέων καθώς και...πυροτεχνήματα! Ανθοπώλες, κουλουρτζήδες και στραγαλοπώλες προσέφεραν την πραμάτεια τους στους θεατές. Το θέατρο κατεδαφίζεται το 1887. Δίπλα του, την ίδια χρονιά προβάλλει και το θέατρο των «Ιλισίδων Μουσών» ή Παράδεισος. Επιχειρηματίας του θεάτρου ο δραστήριος καφεπώλης Κωστής. Οι περιγραφές μας δείχνουν μιαν απλή ξύλινη μάντρα, με θέση για την ορχήστρα που φωτιζόταν με λάμπες πετρελαίου. Το θέατρο ανακαινιζόταν κάθε χρόνο και σιγά-σιγά η σκηνή μεγάλωνε, προστέθηκαν μία σειρά θεωρείων, η χωρητικότητα αυξήθηκε στα 1.000 άτομα που κάθονταν σε ξύλινους, αριθμημένους πάγκους τώρα, ενώ περιστύλια, γλάστρες με ψεύτικα άνθη και πυρσοί γκαζιού έδιναν ένα γιορταστικό χρώμα στον χώρο. Στον "Παράδεισο" ανεβαίνει το 1894 η πρώτη ελληνική επιθεώρηση, το "Λίγο απ´όλα" του Μπάμπη Άννινου.

Απέναντι από το "'Αντρο των Νυμφών" εμφανίζεται και το θέατρο Απόλλων. Είχε μεγάλη, σκεπασμένη, σκηνή, αλλά και καμαρίνια που εξυπηρετούσαν κάποιες, μόνο βασικές ανάγκες, των ηθοποιών. Ανέβαζε και αυτό ελαφρά ιταλικά θεάματα, αφού το κοινό-κυρίως οικογένειες εύπορων μικροαστών- απείχε από οποιαδήποτε παράσταση δράματος ή μελοδράματος. Το 1876 ο Απόλλων αυτοπροσδιορίζεται ως "Theatre des familles" και φιλοξενεί γαλλικούς θιάσους. Κατεδαφίζεται το 1886.

Χτίζεται το χειμερινό θέατρο Xαυτείων, στα Χαυτεία φυσικά, που το 1878 θα μετονομαστεί σε Ευτέρπη.

Χτίζεται το θέατρο Ορφέας στο τέλος της οδού 3ης Σεπτεμβρίου, στη σημερινή πλατεία Βικτωρίας, από τον επιχειρηματία και δημοσιογράφο Γ. Βυθηνά. Η σκηνή ζωγραφισμένη, παρίστανε τον πνιγμό της κυρά-Φροσύνης. Το θέατρο θα ζήσει μόνο μία καλοκαιρινή σεζόν ίσως γιατί ήταν σε απόμερο, σκοτεινό, άθλιο δρόμο αλλά και το ίδιο το θέατρο ήταν κακοφτιαγμένο, με πολλές ελλείψεις.

Κι άλλο θερινό θέατρο. Χτίζεται στη συμβολή των οδών Αμαλίας και Όλγας εκεί που είναι σήμερα το άγαλμα του λόρδου Βύρωνα, από τον ζυθοπώλη Αναστάσιο Τσόχα, σε σχέδια του Ερνστ Τσίλλερ. Το θέατρο ονομάζεται Ολύμπια και ήταν πολυτελέστατο για τα μέτρα της εποχής. Είχε ευρύχωρη πλατεία 1.500 θέσεων, στεγασμένα θεωρεία, ιδιαίτερο βασιλικό θεωρείο με το έμβλημα του βασιλιά, συντριβάνια, γλυπτά, εστιατόριο, και βελούδινη "κατάχρυση σκηνή". Κατεδαφίζεται μέσα σε 6 χρόνια, το 1887, για να χτιστεί το μέγαρο του Ζαππείου. Την ίδια χρονιά επίσης, ο επιχειρηματίας Α.Συγγρός, εκδηλώνει την πρόθεσή του να χτίσει ένα μεγάλο χειμερινό θέατρο στον κήπο του Κλαυθμώνος, αλλά τότε η πρόθεση μένει μόνο πρόθεση. Η Αθήνα εκείνη την περίοδο, με πληθυσμό 84.000 κατοίκων είχε μόνο δύο χειμερινά θέατρα. Το "γέρικο" του Μπούκουρα και την "Ευτέρπη". Ήδη από το 1872 είχε συσταθεί μία μετοχική εταιρεία από εύπορους Αθηναίους, που μάζευε κεφάλαια, με σκοπό να χτίσει ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκό θέατρο. Είχε μαζέψει 550.000 δρχ. και θεμελίωσε 1873 το θέατρο στη σημερινή πλατεία Κοτζιά. Το έργο σταμάτησε όμως, αφού εξαντλήθηκαν τα κεφάλαια. Ο Συγγρός αποφασίζει να αποπερατώσει το έργο με δικά του κεφάλαια, το 1885, σε σχέδια και επίβλεψη του Ερνστ Τσίλλερ.

Το Μέγα Θέατρο ή "Νέον Θέατρο" σε αντιδιαστολή με το "Παλαιό" του Μπούκουρα είναι έτοιμο. Το θέατρο παρά το μεγαλοπρεπή όγκο του ήταν μια φτηνή κατασκευή, με φτηνά υλικά και τυποποιημένο αρχιτεκτονικό διάκοσμο, με πλατεία 450 θέσεων, χωρίς όμως θέρμανση. Στο εξωτερικό του κτιρίου λειτουργούσαν προσοδοφόρα καταστήματα και γραφεία. Τα εγκαίνια του θεάτρου έγιναν στις 27 Οκτώβρη του 1888 με το μελόδραμα του Α.Thomas "Μινιόν" από γαλλικό θίασο. Το θέατρο αυτό δεν ήταν προσιτό για το εισόδημα του μέσου Αθηναίου εκείνης της εποχής, γιατί τα εισιτήρια ήταν ακριβά αλλά και οι παραστάσεις μελοδράματος που έδινε δεν συγκινούσαν τον πολύ κόσμο. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις τιμές το χειμώνα του 1900: 20 δρχ. τα θεωρεία Α, 15 δρχ.τα θεωρεία Β, 3 δρχ. οι πρώτες σειρές της πλατείας, 2 δρχ. οι υπόλοιπες σειρές, και 1 δρχ. ο εξώστης. Την ίδια χρονιά, το 1887, χτίζεται από την ασφαλιστική εταιρεία Φοίνιξ, σε οικόπεδο ενός στρέμματος στην Ομόνοια, το θέατρο Ομόνοιας. Μια φτηνή και άβολη κατασκευή, που θα εξωραΐσει ο Κων/νος Χρηστομάνος με τη "Νέα Σκηνή" του όταν το αναλάβει.

1890-1900[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χτίζεται επίσης το "Θέατρο του κήπου Ορφανίδου" από τον επιχειρηματία Ι. Ασλάνη, δίπλα στο Ζάππειο Μέγαρο. Το θέατρο θα μετονομαστεί αργότερα σε Ολυμπίων για να θυμίζει το προηγούμενο θέατρο που ήταν εκεί. Τα εγκαίνια γίνονται στις 23 Ιουνίου 1890 με το εξής πρόγραμμα:

  • Ο Εθνικός Ύμνος από χορωδία ερασιτεχνών
  • "Τρικυμία εντός ποτηρίου" από ιταλικό θίασο
  • η Γ' και η Δ' πράξη του "Ρισελιέ" με τον διάσημο ηθοποιό Ν. Λεκατσά
  • η Δ´ πράξη του "Αμλέτου" με ιταλικό θίασο
  • οι "Καραβοτσακισμένοι",μονόπρακτη κωμωδία με Έλληνες ηθοποιούς

Ο Τύπος της εποχής επαινεί το θέατρο για την ομορφιά του και τις ανέσεις του, θα γίνει δημοφιλέστατο στην εποχή του και θα φιλοξενεί κυρίως θέαμα Βαριετέ με ξένους καλλιτέχνες.

Χτίζεται στην οδό Προαστείου, σημερινή οδό Μπενάκη, το Θέατρο των Κωμωδιών-το 1895 μετονομάζεται σε Πολυθέαμα- από τον επιχειρηματία Κ. Μπαλάφα με έξοδα 400.000 φράγκα. Στις 2 Γενάρη του 1892 γίνονται τα εγκαίνια με το εξής πρόγραμμα:

  • Εθνικός Ύμνος, η ορχήστρα
  • Απαγγελίες ποιημάτων από τους πρωταγωνιστές του θιάσου (θίασος Παντόπουλου-Αλεξιάδη)
  • "Γάμος άνευ φόλας" του Δ.Κόκκου
  • "Ζητείται υπηρέτης" και "Ο υδροπότης σύζυγος" του Α.Βλάχου

Από τις εφημερίδες της εποχής διαβάζουμε:Η αθηναϊκή κοινωνία παρέστη σύσσωμος, τιμήσασα την έναρξιν των παραστάσεων. Αι θέσεις πάσαι είχον καταληφθεί υπό του εκλεκτοτέρου κοινού. Πλατεία, θεωρεία, εξώστης, υπερώον πλήρη. Οι διάδρομοι στενοί και η κυκλοφορία δύσκολος...Θεαταί από του υπερώου είχον κρεμάσει τους πόδας των, ανεκραύγαζον δε κατά την ώρα της απαγγελίας βάναυσα επιφωνήματα και εθορύβουν δι´άναρθρων κραυγών. Αλλαχού εις πρόληψιν πάντων τούτων επεμβαίνει η αστυνομία και εις το μέλλον ελπίζομεν να το κάμη.

Μπαίνει ο θεμέλιος λίθος του Βασιλικού Θεάτρου (μετέπειτα Εθνικού). Ήδη εδώ και κάποια χρόνια, ακούγονταν φωνές από παντού για την ανάγκη δημιουργίας ενός χειμερινού θεάτρου που θα υπηρετούσε τις ανάγκες του Έθνους. Θα έπαιζε δηλαδή, έργα Ελλήνων συγγραφέων, με Έλληνες επαγγελματίες, μορφωμένους ηθοποιούς, για τον πολύ κόσμο, που θα συνέβαλλε στην πνευματική καλλιέργεια των Ελλήνων. Και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ της Ελλάδας αποφασίζει να το δημιουργήσει. Ο χώρος που θα χτιζόταν το θέατρο ήταν το πρώτο πρόβλημα. Η κυβέρνηση Τρικούπη δεν παραχωρούσε δωρεάν κάποιο οικόπεδο του κράτους. Έτσι, με τις χορηγίες πλούσιων ομογενών όπως, ο Συγγρός, ο Αβέρωφ, ο Ευγενίδης, ο Ζαρίφης, ο Κοργιαλένιος, ο Μαρασλής και οι Γάλλοι φιλέλληνες, αδερφοί Φαβιέρου, αλλά και με χρήματα του βασιλιά από το προσωπικό του ταμείο, αγοράζεται το γνωστό οικόπεδο στην οδό Αγ.Κωνσταντίνου, από τον Νικόλαο Θων, έναντι 150.000 γαλλικών φράγκων. Τα σχέδια του θεάτρου και η επίβλεψη ήταν και εδώ του Ziller. Ο Θεμέλιος λίθος μπαίνει στις 20 Ιούλη 1892 και έχει την εξής επιγραφή:Την πατριωτική προσφορά διαφόρων ομογενών και την πρωτοβουλία της Α.Μ.του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του πρώτου κατετέθη ο θεμέλιος λίθος του Ελληνικού Θεάτρου. Διευθυντής του αναλαμβάνει ο Άγγελος Βλάχος και σκηνοθέτης ο Θωμάς Οικονόμου. Ταυτόχρονα ιδρύεται και η πρώτη δραματική σχολή από την οποία θα ξεπηδήσουν οι πρώτοι πρωταγωνιστές του αιώνα που έρχεται όπως η Κυβέλη Αδριανού, ο Αιμίλιος Βεάκης και ο Δημήτρης Μουρούτης (Μυράτ). Θα χρειαστεί όμως να περάσουν ακόμα 9 χρόνια μέχρι να λειτουργήσει το θέατρο γιατί η έλλειψη χρημάτων αλλά και οι πολιτικές αναταραχές εμποδίζουν τη γρήγορη αποπεράτωση του έργου.

Θέατρο Τσόχα, στη σημερινή οδό Σταδίου. Θερινό, λειτουργούσε από Μάη μέχρι τέλος Οκτώβρη, με τέντα για τις βροχερές νύχτες. Στο θέατρο νοικιάζονταν και μαξιλάρια έναντι μιας δεκάρας για να κάθονται οι θεατές πιο αναπαυτικά. Τα μαξιλάρια χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε για να εκφράζουν οι θεατές την αποδοκιμασία τους για το θέαμα, πετώντας τα στη σκηνή, το γνωστό «μαξιλάρωμα».

Θέατρο Ποικιλιών, στη σημερινή γωνία Σταδίου και Αριστείδου. Το θέατρο χτίστηκε με βάση τα απλουστευτικά τα σχέδια του Ziller για το θέατρο των Ολυμπίων. Στα πλαϊνά της σκηνής υπήρχαν καμαρίνια για τους ηθοποιούς, είχε ευρύχωρο προσκήνιο και χώρο για την ορχήστρα. Το θέατρο αυτό υπήρξε η πρώτη έδρα, το 1911, του θιάσου της Κυβέλης. Αυτή τη χρονιά χτίζεται επίσης το Θέατρο Αθήναιον, στη γωνία Πατησίων και Μάρνης και είναι το μόνο Θέατρο που σώζεται μέχρι τις μέρες μας. Το θέατρο είχε θέσεις για 750 περίπου θεατές, ήταν το πιο μοντέρνο της εποχής, αφού χρησιμοποιούσε εξελιγμένη τεχνολογία στη σκηνή αλλά και πρωτοπόρες διαφημιστικές μεθόδους.

Θέατρο Νεαπόλεως, στην οδό Ιπποκράτους. Το θέατρο είχε κομψά σκηνικά και ήταν το πρώτο που φωτιζόταν πλήρως με ηλεκτρικό ρεύμα. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 8 Μάη του 1899 και το πρόγραμμα περιελάμβανε ομιλία του Μπάμπη Άννινου, απαγγελία στίχων από τον Ιωάννη Πολέμη και τραγούδια από την ερασιτεχνική χορωδία του Χρήστου Στρουμπούλη.

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτσι, λοιπόν, κλείνει αυτός ο πρώτος αιώνας της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Η πρωτεύουσα έχει να επιδείξει πια ένα πλήθος θεαμάτων: λαϊκά θεάματα για τον πολύ κόσμο, φασουλήδες, καραγκιόζης, παντομίμα, «έκθεσις θηρίων», κωμωδίες, βαριετέ, καφέ-σαντάν, αλλά και "σοβαρότερα" όπως όπερα, οπερέττα και δράματα που όμως μάζευαν πολύ λίγο κόσμο. Ο χρονογράφος της εφημερίδας Άστυ γράφει στις 19 Ιούλη 1896:

    <Τα θεάματα αυτά (τα λαϊκά, εννοεί) προξενούν εις τον λαόν μεγαλυτέραν ηδονήν από ότι εις τους λογίους τα δράματα του κ.Βερναρδάκη ή αι κωμωδίαι του κ. Κορομηλά. Είναι ευχάριστον ή δυσάρεστον αυτό; Δε γνωρίζω. Οπωσδήποτε και αυτή η φοίτησις του κόσμου εις εν θέατρον οιονδήποτε είναι επιθυμητή και χρησιμεύει ως μία προπόνησις δια θεάματα ανθρωπινότερα.>    

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γ. Σιδέρη: Η ιστορία του νέου ελληνικού θεάτρου 1794-1944, εκδ. Καστανιώτη, 1990
  • Φλέσσα-Εμμανουήλ Ελένη: Η αρχιτεκτονική του νεοελληνικού θεάτρου 1720-1940,εκδ.Χριστάκης,1994
  • Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου,λήμμα Θέατρο,έκδοση 1950

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Πλωρίτης Μάριος, της σκηνής και της τέχνης, 1990,