Η περιφρόνηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Le Mépris
Mepris.jpg
Σκηνοθεσία Ζαν-Λυκ Γκοντάρ
Παραγωγή Κάρλο Πόντι,
Ζωρζ ντε Μπορεγκάρ,
Τζόζεφ Ι. Λεβάιν
Σενάριο Αλμπέρτο Μοράβια (νουβέλα),
Ζαν-Λυκ Γκοντάρ
Πρωταγωνιστές Μπριζίτ Μπαρντό,
Μισέλ Πικολί,
Τζακ Πάλανς,
Φριτς Λανγκ,
Τζόρτζια Μολ
Πρώτη προβολή Country flag 20/12/1963
Μουσική Ζωρζ Ντελερού
Διάρκεια 103 λεπτά
Γλώσσα Γαλλικά / Ιταλικά
Αγγλικά / Γερμανικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η Περιφρόνηση (Γαλλικά:Le Mépris) είναι μια Γαλλική ταινία του 1963 σε σκηνοθεσία Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Πρωταγωνιστούν η Μπριζίτ Μπαρντό και ο Μισέλ Πικολί. Το σενάριο είναι βασισμένο στη νουβέλα του Αλμπέρτο Μοράβια Il disprezzo (1954).

Περίληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αμερικανός παραγωγός Τζέρεμι Πρόκος (Τζακ Πάλανς) προσλαμβάνει τον γνωστό Αυστριακό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ (υποδύεται τον εαυτό του στην ταινία) προκειμένου να μεταφέρει στον κινηματογράφο την Οδύσσεια του Ομήρου. Δυσαρεστημένος με την «καλλιτεχνική» προσέγγιση που ακολουθεί ο σκηνοθέτης, προσλαμβάνει τον Πωλ Ζαβάλ (Μισέλ Πικολί), συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών και θεατρικών έργων, για να επεξεργαστεί το σενάριο. Η σύγκρουση μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και εμπορικής απήχησης ακολουθεί μια παράλληλη πορεία με την προοδευτική αποξένωση του Πωλ από τη σύζυγο του Καμίλ (Μπριζίτ Μπαρντό) η οποία φαίνεται να ξεκινά από τη στιγμή που ο Πωλ αφήνει την Καμίλ μόνη με τον εκατομμυριούχο παραγωγό.

Αν και η ιστορία της αποξένωσης του ζευγαριού υπάρχει στην νουβέλα του Μοράβια, ο Γκοντάρ ηθελημένα παραβάλει στοιχεία της προσωπικής του ζωής στα πρόσωπα και τις πράξεις των πρωταγωνιστών του. Σε μια πρώτη ανάγνωση της πλοκής οι χαρακτήρες του Πωλ, της Καμίλ και του Πρόκος αντιστοιχούν σε αυτούς του Οδυσσέα, της Πηνελόπης και του Ποσειδώνα. Μια δεύτερη ματιά αποκαλύπτει ότι θα μπορούσαν κάλιστα να αντιστοιχούν στον ίδιο τον Γκοντάρ, τη σύζυγο του Άννα Καρίνα (για την οποία προόριζε αρχικά το ρόλο της Καμίλ) και τον Τζόζεφ Ι. Λεβάιν, συμπαραγωγό του φιλμ. Σε μια σκηνή μάλιστα της ταινίας η Μπαρντό φοράει μια μαύρη περούκα που την κάνει να μοιάζει πολύ με την Καρίνα. Ο Μισέλ Πικολί έχει επίσης μια κάποια ομοιότητα με τον πρώην σύζυγο και Πυγμαλίωνα της Μπαρντό, σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ.

Παραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιταλός παραγωγός Κάρλο Πόντι πλησίασε τον Γκοντάρ για μια πιθανή συνεργασία και εκείνος πρότεινε την μεταφορά του έργου του Μοράβια Il disprezzo με πρωταγωνιστές την Κιμ Νόβακ και τον Φρανκ Σινάτρα που στη συνέχεια αρνήθηκαν. Ο Πόντι αντιπρότεινε τη Σοφία Λόρεν και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι για πρωταγωνιστές, αλλά αυτή τη φορά αρνήθηκε ο Γκοντάρ. Τελικά επελέγη η Μπριζίτ Μπαρντό μετά από επίμονες προσπάθειες του Πόντι που πίστεψε ότι τα κέρδη της ταινίας θα εκτινάσσονταν από μια γυμνή εμφάνιση της. Κάπως έτσι προέκυψε η εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας, γυρισμένη από τον Γκοντάρ με άφθονο γυμνό και προκλητικό τρόπο, σε μια προσπάθεια του να χλευάσει την κινηματογραφική βιομηχανία. Η σκηνή για την ακρίβεια γυρίστηκε μετά το πέρας των κανονικών γυρισμάτων και ύστερα από την επιμονή των Αμερικανών συμπαραγωγών της ταινίας. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης εμφανίζεται στην ταινία κρατώντας το ρόλο ενός βοηθού του Φριτς Λανγκ, τον οποίο βάζει κατά διαστήματα να εκφέρει πολλές δικές του θεωρίες και απόψεις της λεγόμενης Νουβέλ Βαγκ.

Η Περιφρόνηση διαδραματίζεται και γυρίστηκε εξ’ ολοκλήρου στην Ιταλία. Μέρος των γυρισμάτων έγινε στα περίφημα στούντιο της Τσινετσιτά στη Ρώμη και στην Κάζα Μαλαπάρτε στο Κάπρι. Σε μια από τις πιο αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας οι κεντρικοί χαρακτήρες (Πωλ και Καμίλ) περιφέρονται για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στο διαμέρισμα τους ενώ διαφωνούν και συμφιλιώνονται αλληλοδιαδοχικά. Η συγκεκριμένη σκηνή γυρίστηκε από τον Γκοντάρ σε μια σειρά εκτεταμένων τράβελινγκ, με φυσικό φωτισμό και σε σχεδόν πραγματικό χρόνο.

Εκδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κινηματογραφικές εκδόσεις της ταινίας που κυκλοφόρησαν σε Γαλλία, Ιταλία και Αμερική διαφέρουν σημαντικά. Στη Γαλλική έκδοση οι διάλογοι ακούγονται σε Γαλλικά, Αγγλικά, Ιταλικά και Γερμανικά, ενώ η Αμερικανική και η Ιταλική έκδοση είναι ολοκληρωτικά μεταγλωττισμένες στα Αγγλικά και τα Ιταλικά αντίστοιχα. Στο μοντάζ υπάρχουν μικροδιαφορές μεταξύ της Γαλλικής και της Αμερικανικής κόπιας, ενώ η Ιταλική έκδοση είναι σημαντικά μικρότερη σε διάρκεια (μόλις 82 λεπτά). Τέλος η εξαιρετική μουσική που έγραψε ο Ζωρζ Ντελερού απουσιάζει από την Ιταλική κόπια, στην οποία χρησιμοποιήθηκε μουσική που έγραψε ο Πιέρο Πιτσιόνι σε πιο ελαφρύ, τζαζ μοτίβο.

Οι περισσότερες από τις εκδόσεις που κυκλοφορούν σε DVD προέρχονται από την «αυθεντική» Γαλλική κόπια.

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία δεν γνώρισε αξιόλογη εμπορική επιτυχία και απέσπασε ανάμικτες κριτικές. Σήμερα θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα που μας έδωσε η δεκαετία του ’60 ενώ ο κριτικός Κόλιν Μακ Κέιμπ του περιοδικού "Sight & Sound" αποκάλεσε την Περιφρόνηση «το σπουδαιότερο έργο τέχνης που παρήγαγε η μεταπολεμική Ευρώπη»[1].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]