Η μυστηριώδης νήσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εξώφυλλο του μυθιστορήματος

Η μυστηριώδης νήσος (γαλλικά: L'Île mystérieuse) είναι μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν, το οποίο εκδόθηκε το 1874. Το μυθιστόρημα αποτελεί συνέχεια των διάσημων έργων του Βερν 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα και Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ.

Σύνοψη [Επεξεργασία]

Την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και ενώ η πόλη Ρίτσμοντ πολιορκείται από τους Βόρειους, πέντε άντρες από τους πολιορκημένους σχεδιάσουν να δραπετεύσουν με αερόστατο. Είναι ο λοχαγός Σάιρους Σμιθ, ο δημοσιογράφος Γεδεών Σπίλετ, ο ναυτικός Πένκροφτ, ο νεαρός Χάρμπερτ Μπράουν (προστατευόμενος του Πένκροφτ) και ο Νεμπ (μαύρος υπηρέτης του λοχαγού Σμιθ).

Η ευκαιρία για την απόδραση δόθηκε σε μια στιγμή που, λόγω φοβερής καταιγίδας, το αερόστατο έμενε αφρούρητο. Οι πέντε τολμηροί Αμερικανοί παίρνοντας μαζί τους και τον Τοπ, το πιστό σκυλί του λοχαγού Σμιθ, μπαίνουν στο αερόστατο και απογειώνονται ενώ η καταιγίδα μαίνεται.

Μετά από τέσσερις ημέρες ταξίδι στο άγνωστο, πάνω από στεριές και θάλασσες, το αερόστατο πέφτει στη θάλασσα, κοντά σε μία ακτή. Παλεύοντας με τα κύματα το πλήρωμα του αερόστατου κατορθώνει να φτάσει στην ακτή. Εκεί ανακαλύπτουν ότι η στεριά στην οποία βρέθηκαν ναυαγισμένοι, ήταν ένα άγνωστο και ακατοίκητο νησί του Ατλαντικού.

Από την πρώτη στιγμή, ο λοχαγός Σμιθ φροντίζει να δημιουργήσει μία εγκατάσταση όσο το δυνατόν πιο τέλεια, σαν να μην επρόκειτο να φύγουν ποτέ. Μέρα με τη μέρα αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι διάφορες ανάγκες σε φαγητό και σε κατοικία. Άγρια ζώα και ψάρια αποτελούν το φαγητό τους και μία μεγάλη και απρόσιτη σπηλιά το σπίτι τους. Μια μέρα μέσα στη λιμνούλα, που σχηματίζονταν δίπλα στη σπηλιά τους, ξεπρόβαλε ένα ντιγκόνγκ, μία θαλάσσια αγελάδα, που επιτέθηκε εναντίον του Τοπ, του πιστού σκυλιού του λοχαγού. Όλοι θεωρούσαν τον Τοπ χαμένο, ώσπου τον είδαν να εκσφεδονίζεται έξω από το νερό, σαν να τον πέταξε ένα πανίσχυρο χέρι. Συγχρόνως τα νερά της λιμνούλας κοκκίνιζαν από αίμα.

Οι πέντε άντρες σκεφτόντουσαν ότι κάποιο μυστήριο υπάρχει σ' αυτό το νησί. Αναρωτιόντουσαν ποιος είχε σώσει το λοχαγό Σμιθ από τα κύματα, όταν κατά την πρώτη φάση του ναυαγίου εθεωρείτο χαμένος, και ποιος είχε εκσφεδονίσει τον Τοπ και μαχαίρωσε το θαλάσσιο τέρας.

Αλλά στο μυστηριώδες αυτό νησί, οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Είχαν ήδη περάσει επτά μήνες από τότε που οι πέντε τολμηροί Αμερικανοί έπεσαν στο άγνωστο και έρημο νησί, όταν σκοτώνοντας ένα αγριογούρουνο βρήκαν στο κρέας του μία μολυβένια σφαίρα. Το αγριογούρουνο δεν ήταν μεγαλύτερο από τριών μηνών. Αυτό σήμαινε ότι μέσα στους τελευταίους τρεις μήνες, κάποιος πυροβολισμός είχε πέσει στο νησί Λίνκολν, όπως είχαν βαπτίσει το νησί τους οι ναυαγοί. Κι αυτό τούς έκανε να φοβηθούν πως είχαν αποβιβαστεί πειρατές στο νησί τους.

Χάρτης της «Νήσου Λίνκολν»

Έφτιαξαν σύντομα μία βάρκα για να εξερευνήσουν γύρω-γύρω το νησί. Στο γυρισμό είδαν στη θάλασσα που έβρεχε τη σπηλιά τους, ένα κιβώτιο. Ανοίγοντάς το, είδαν έκπληκτοι ότι περιείχε όπλα, εργαλεία, ρούχα, όργανα ναυσιπλοΐας και βιβλία, ανάμεσα στα οποία υπήρχε και μία Αγία Γραφή. Ξεφυλλίζοντας την Αγία Γραφή είδαν να είναι υπογραμμισμένη από κάποιον αυτή η φράση: «πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει». Αυτή τη φορά οι πέντε άντρες απορούσαν για το ποιος τους είχε αφήσει εκεί το πολύτιμο φορτίο και ποιος είχε υπογραμμίσει τα τόσο συμβολικά λόγια της Αγίας Γραφής.

Αργότερα συμβαίνουν και άλλα πολλά μυστηριώδη και περίεργα γεγονότα στους ναυαγούς, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να βρουν το μυστικό που κρύβει το νησί.

Πηγές [Επεξεργασία]

  • Η Μυστηριώδης Νήσος, Κλασσικά Εικονογραφημένα, Εκδόσεις Ατλαντίς, Νο 1016