Η Εκτέλεση της Λαίδης Τζέην Γκρέυ (Ντελαρός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Εκτέλεση της Λαίδης Τζέην Γκρέυ
PAUL DELAROCHE - Ejecución de Lady Jane Grey (National Gallery de Londres, 1834).jpg
Ιπολύτ - Πωλ Ντελαρός, 1833
Λάδι σε καμβά
246× 297
National Gallery, Λονδίνο

Η Εκτέλεση της Λαίδης Τζέην Γκρέυ είναι μια ελαιογραφία που φιλοτέχνησε ο Γάλλος καλλιτέχνης Πωλ Ντελαρός το 1833. Σήμερα φιλοξενείται στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου. Το έργο απεικονίζει τις λίγες στιγμές πριν από το θάνατο της Λαίδης Τζέην Γκρέυ, που εκτελέστηκε το 1554. Η Τζέην είναι επίσης γνωστή ως η «Βασίλισσα των Εννέα Ημερών» εξαιτίας της βραχύχρονης παραμονής της στον αγγλικό θρόνο.[1]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τζέην ανακηρύχθηκε Βασίλισσα στις 10 Ιουλίου 1553. Μόλις εννέα ημέρες μετά έχασε τη μοναρχία. Η εξαδέλφη της, Μαρία Τυδώρ, κόρη του Ερρίκου Η', ήταν η δημοφιλέστερη επιλογή για τον αγγλικό λαό. Μπροστά στην καθολική απόρριψη που αντιμετώπισε, η Τζέην αναγκάστηκε να παραχωρήσει το θρόνο, ενώ η Μαρία τοποθέτησε τη Τζέην, το σύζυγο και τον πατέρα της στον Πύργο του Λονδίνου με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η δίκη της Τζέην έλαβε χώρα το Νοέμβριο, αλλά η θανατική ποινή προσωρινά αναβλήθηκε. Τελικά, το Φεβρουάριο του 1554, ο πατέρας της Τζέην που έλαβε προσωρινή αναστολή, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του Γουάιατ, έτσι στις 12 Φεβρουαρίου 1554, η Μαίρη εκτέλεσε τη Τζέην σε ηλικία 17 ετών, και το σύζυγό της δια αποκεφαλισμού. Δυο μέρες μετά ακολούθησε ο πατέρας της.[2] Ο άντρας που οδήγησε τη Τζέην στον τόπο της εκτέλεσης είναι η έτερη μοναδική αναγνωρίσιμη φιγούρα στον πίνακα, ο Τζον Μπριτζ, 1ος Βαρόνος του Τσάντος. Ο Μπριτζ ήταν αξιωματικός στον Πύργο την εποχή της εκτέλεσης.[3]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντελαρός ζωγράφισε τον πίνακα το 1833, περίπου 300 χρόνια μετά την εκτέλεση, έτσι άντλησε πληροφορίες κυρίως από σύγχρονές του πηγές, προκειμένου να αναπαραστίσει με ακρίβεια τις συνθήκες της εκτέλεσης. Ο Ντελαρός βρισκόταν στο στοιχείο του όταν ζωγράφισε έναν τέτοιο πίνακα, καθώς είχε χτίσει τη φήμη του στο Παρίσι με μεγάλες ρεαλιστικές απεικονίσεις ιστορικών γεγονότων των περασμένων αιώνων.[4] Ωστόσο το έργο περιλαμβάνει και ορισμένες ανακρίβειες: η εκτέλεση φαίνεται πως έλαβε χώρα στο ημίφως κάποιου κελιού, ενώ στην πραγματικότητα έγινε στην αυλή του Πύργου. Ο Ντελαρός πιστεύεται πως έδωσε ο ίδιος αυτή την ελευθερία στον εαυτό του ώστε να εντείνει το δραματικό στοιχείο και να περάσει το μήνυμά του όπως ήθελε.[4]

Επίσης υπάρχουν ανακρίβειες στο ρουχισμό της Λαίδης, η οποία στον πίνακα απεικονίζεται να φορά μεσοφώρι γαλλικού τύπου. Τέλος, κατά την εκτέλεση πιστεύεται πως η Λαίδη δεν φορούσε μαντήλι στα μάτια` ωστόσο στον πίνακα το μαντήλι και το λευκό μεσοφώρι, τα λυτά της μαλλιά, καθώς και η ίδια η στάση του σώματός της, την κάνουν να φαίνεται εξαιρετικά ευάλωτη.

Στα αριστερά του πίνακα δύο ακόλουθοι της Λαίδης αποστρέφουν με πόνο το βλέμμα από το αποτρόπαιο γεγονός, με τη μία να είναι ημιλιπόθυμη σε μια κολώνα κρατώντας τα ρούχα της κυρίας της. Στα δεξιά στέκεται όρθιος ο δήμιος, προφανώς όχι χαρούμενος με αυτό που πρόκειται να κάνει, ωστόσο πιστός στο καθήκον του.

Τα συναισθήματα που αποπειράται να δημιουργήσει ο καλλιτέχνης μέσω του πίνακα, αναλύθηκαν από την Επικεφαλής της Εκπαίδευσης της Εθνικής Πινακοθήκης, Γκισλέιν Κένυον, για μια εκπομπή του Channel 4 με τίτλο «National Gallery» το 2008. Η Κένυον σχολίασε το προμήνυμα που υποσυνείδητα δημιουργεί το σκοτάδι στον πίνακα. Επίσης προέβαλε την άποψη ότι το καθαρό άχυρο, που συνήθως τοποθετούταν κοντά στο χώρο εκτέλεσης για να απορροφά το αίμα,[3] και το λευκό ένδυμα, επίτηδες παρέμειναν λευκά ώστε να αφήσουν τον παρατηρητή να πλάσει με τη φαντασία του, το τι θα τους συμβεί ακολούθως.[4]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έργο δημιουργήθηκε μετά την Ιουλιανή Επανάσταση του 1830, η οποία έδιωξε από το θρόνο του το Βασιλιά Κάρολο Ι' της Γαλλίας, τον τελευταίο Βουρβόνο μονάρχη της Γαλλίας. Ο αδερφός του Καρόλου ήταν ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' της Γαλλίας, ο οποίος έχασε επίσης το θρόνο, αλλά και τη ζωή του, κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Το έργο επίσης φέρνει στο νου την εκτέλεση της Μαρίας Αντουανέττας. Χωρίς να αποτελεί έκπληξη, το γεμάτο αυτό συναίσθημα έργο, προκάλεσε αίσθηση στην εποχή του.[3] Ήταν δε ιδιαίτερα δημοφιλές στο Παρίσι όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 1834.[4]

Το έργο περιήλθε στην κατοχή του Λόρδου Τσέυλσμορ, που το κληροδότησε στην Πινακοθήκη Τέιτ το 1902.[3]

Ο πίνακας θεωρήθηκε πως χάθηκε ανάμεσα σε άλλα έργα, κατά τη διάρκεια μιας καταστροφικής πλημμύρας στην Πινακοθήκη Τέιτ το 1928. Ανακαλύφθηκε και πάλι το 1973 από τον διευθυντή Κρίστοφερ Τζόνστοουν. Έγραφε ένα βιβλίο σχετικά με το Βρετανό ζωγράφο Τζον Μάρτιν και φυλλομετρούσε τους κατεστραμμένους καμβάδες της πλημμύρας, αναζητώντας κάποιο χαμένο έργο του καλλιτέχνη. Τελικά βρήκε το Μάρτιν, κατεστραμμένο εντελώς, τυλιγμένο μέσα στον πίνακα του Ντελαρός ο οποίος βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη σύμφωνα με τη συμφωνία διανομής των έργων στα βρετανικά μουσεία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα The Execution of Lady Jane Grey της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).