Η Ανταρσία του Μπάουντι (ταινία 1962)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Ανταρσία του Μπάουντι
MutinyontheBounty1962.jpg
Σκηνοθεσία Λιούις Μάιλστοουν
Παραγωγή Άαρον Ρόζενμπεργκ
Σενάριο Τσαρλς Λέντερερ
Πρωταγωνιστές Μάρλον Μπράντο
Τρέβορ Χάουαρντ
Ρίτσαρντ Χάρις
Χιου Γκρίφιθ
Κυκλοφορία 1973
Πρώτη προβολή Country flag 8/11/1962
Μουσική Μπρόνισλαου Κέιπερ
Διάρκεια 178 λεπτά
Γλώσσα Aγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Η Ανταρσία του Μπάουντι (Αγγλ. Mutiny on the Bounty) είναι επική ναυτική περιπέτεια παραγωγής 1962 σε σκηνοθεσία Λιούις Μάιλστοουν και με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο, Τρέβορ Χάουαρντ και Ρίτσαρντ Χάρις. Η ταινία αποτελεί τη δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος των Τσαρλς Νόρντχοφ και Τζειμς Νόρμαν Χολ, που καταγράφει τα γεγονότα της ανταρσίας που έλαβε χώρα στο ιστιοφόρο Μπάουντι το 1789, μετά την πρώτη και πιο επιτυχημένη Ναυτική Ανταρσία (Mutiny on the Bounty) του 1935. Η προσαρμογή του σεναρίου έγινε από τον Τσαρλς Λέντερερ με τη βοήθεια των Μπεν Χεχτ, Έρικ Άμπλερ, Μπόρντεν Τσέις, Τζον Γκέι και Γουίλιαμ Ντρίσκολ[1].

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βρετανικό ιστιοφόρο Μπάουντι πρόκειται να αναχωρήσει για την Ταϊτή προκειμένου να συλλέξει μερικά δείγματα αρτόκαρπων. Καπετάνιος και κυβερνήτης του πλοίου ήταν ο Γουίλιαμ Μπλάι (Τρέβορ Χάουαρντ) και υποπλοίαρχος ο Κρίστιαν Φλέτσερ (Μάρλον Μπράντο). Οι συνθήκες διαβιώσης στο ιστιοφόρο ήταν δύσκολες, λόγω του δεσποτικού και τυρανικού πνεύματος του καπετάνιου Μπλάι και όποιος δεν έκανε τη δουλειά του σωστά μαστιγωνόταν. Μετά από μήνες το πλήρωμα έφτασε στην Ταϊτη, όπου παρέμεινε για 5 μήνες. Το πλήρωμα προσαρμόστηκε εύκολα στα ήθη και έθιμα των Ταϊτινών και μερικοί όπως ο Φλέτσερ παντρεύτηκαν Ταϊτινές γυναίκες. Μετά από την ευχάριστη διαμονή του πληρώματος στο νησί το Μπάουντι απέπλευσε από την Ταϊτή. Οι άνδρες του πληρώματος έπρεπε να υποστούν για άλλη μια φορά την τυραννία του Μπλάι. 24 μέρες μετά την αναχώρηση του ιστοφόρου από την Ταϊτή, ο Κρίστιαν Φλέτσερ οργάνωσε ανταρσία κατά του καπετάνιου Μπλάι. Ο καπετάνιος και οι υποστηρικτές του βρέθηκαν εκτός πλοίου και κατόρθωσαν με μια βάρκα να επιστρέψουν στην Αγγλία και να καταγγείλουν την ανταρσία.

Πληροφορίες παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η Metro-Goldwyn-Mayer μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής του Χόλιγουντ, αποφάσισε να επισκεφτεί τις παλιές της δόξες επανεκτελώντας το μυθιστόρημα των Τσαρλς Νόρντχοφ και Τζέιμς Νόρμαν Χολ. Η πρώτη εκτέλεση του μυθιστορήματος με τίτλο Ναυτική Ανταρσία (Mutiny on the Bounty, 1935) με τους Κλαρκ Γκέιμπλ και Τσαρλς Λότον είχε μεγάλη επιτυχία και είχε αποφέρει στο στούντιο το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για το 1935. Ο προϋπολογισμός που η εταιρία διέθετε για την ταινία ήταν τεράστιος για τα δεδομένα της περιόδου σε μια προσπάθεια να ξεπεραστεί η επιτυχία της πρώτης ταινίας. 19 εκατομμύρια δολάρια ξοδεύτηκαν έναντι των 17 εκατομμυρίων της ταινίας Λόρενς της Αραβίας (Lawrence Of Arabia) του Ντέιβιντ Λιν που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και που έκανε διπλάσιες εισπράξεις από την Ανταρσία του Μπάουντι. Η Ανταρσία του Μπάουντι εισέπραξε όσα χρήματα ξοδεύτηκαν για την πραγματοποίηση της και θεωρήθηκε αποτυχημένη για το στούντιο. Επίσης έβαλε τέλος στην επιτυχημένη πορεία του Μάρλον Μπράντο που ξεκίνησε το 1951 με το Λεωφορείον ο Πόθος (A Streetcar Named Desire) του Ηλία Καζάν ταινία που τον έκανε αστέρα πρώτου μεγέθους για μια ολόκληρη δεκαετία. Ο Μπράντο κατά τη δεκαετία του '60 και μετά την Ανταρσία του Μπάουντι είχε τη μια αποτυχία μετά την άλλη και επανέκαμψε μόλις το 1972 που ανανέωσε το ενδιαφέρον του κοινού με τον "Νονό" του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ο τύπος της εποχής κατηγόρησε τόσο τον Μπράντο όσο και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ για τα υπέρογκα ποσά που ζήτησαν (ο πρώτος για την Ανταρσία του Μπάουντι κι η δεύτερη για την αποτυχημένη Κλεοπάτρα (Cleopatra) του 1963 που κόντεψαν να φαλιρίσουν δυο στούντιο (την MGM το πρώτο και την 20th Century Fox το δεύτερο). Η Τέιλορ σε αντίθεση με τον Μπράντο μετά την αποτυχία της Κλεοπάτρας συνέχισε να κάνει επιτυχημένες ταινίες κατά τη δεκαετία του '60 κατακτώντας και το δεύτερό της όσκαρ για το Ποιος Φοβάται Τη Βιρτζίνια Γουλφ; (Who's Afraid Of Virginia Woolf, 1966).

Η ταινία αποτελεί την τελευταία που γυρίστηκε με την τεχνικη Ultra Panavision με aspect ratio 2.76:1.

Γυρίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γυρίσματα της ταινίας αποδείχτηκαν δύσκολα λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Μπράντο κατά τη διάρκεια τους. Ο Κάρολ Ριντ ήταν ο πρώτος σκηνοθέτης που είχε προσλάβει η εταιρία παραγωγής και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το κινηματογραφικό πλατό μην μπορώντας να συνεννοηθεί με τον ηθοποιό. Ο αντικαταστάτης του Λιούις Μάιλστοουν, επίσης βετεράνος του Χόλυγουντ (σκηνοθέτης του "Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο" (All Quiet On The Western Front, 1930) και κάτοχος δυο Όσκαρ Σκηνοθεσίας) δέχτηκε επίσης τα πυρά του Μπράντο που ήθελε να τον αντικαταστήσει. Ο Μπράντο έδειχνε να μην υπολογίζει τις υποδείξεις του σκηνοθέτη, ο Μάιλστοουν κατάλαβε τις μηχανορραφίες του Μπράντο και δεν του έδειχνε μεγάλη σημασία. Οι αναφορές από τα γυρίσματα ήταν αρνητικές για το πρόσωπο του Μπράντο κι ο ηθοποιός σιγά-σιγά είδε τον εαυτό του να περνάει στα αζήτητα. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων γνωρίστηκε με την Ταρίτα Τερίπια την ηθοποιό που υποδύθηκε τη Μαϊμίτη την οποία και παντρεύτηκε στη συνέχεια. Ο Μπράντο και η Ταρίτα απέκτησαν δυο παιδιά, ένα εκ των οποίων ήταν η Τσεγιέν, η οποία αυτοκτόνησε το 1995 μετά τη δολοφονία του φίλου της από τον ετεροθαλή αδελφό της Κρίστιαν.

Ο διασκεδαστικός καρατερίστας Χιου Γκρίφιθ ήταν μονίμως μεθυσμένος κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων κάτι που είχε αποτέλεσμα την απόλυσή του. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που δεν εμφανίζεται στις τελικές σκηνές της ταινίας.

Ο Τρέβορ Χάουαρντ που στα 50 του θεωρούσε τον εαυτό μεγάλο για να υποδυθεί τον Κάπτεν Μπλάι, δέχτηκε διστακτικά το ρόλο. Στα γυρίσματα συγκρούστηκε με τον Μπράντο και αργότερα δήλωσε ότι θα προτιμούσε να μην είχε συμμετάσχει στην ταινία. Ο Μπράντο του έστειλε γράμμα απολογούμενος για τη συμπεριφορά του. Ο Χάουαρντ έπειτα συμφώνησε να συμπρωταγωνιστήσει με τον Μπράντο στην ταινία Μοριτούρι του 1965.

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την πρεμιέρα της ταινίας το κοινό χειροκρότησε την ερμηνεία του Χάουαρντ και αποδοκόμασε εκείνη του Μπράντο. Ο Μπράντο αναγκάστηκε να αποχωρήσει όταν το κοινό άρχισε να γελάει με την αγγλική του προφορά.

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προτάθηκε για 7 βραβεία όσκαρ χωρίς όμως να καταφέρει να αποσπάσει κανένα[2]. Το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για το οποίο ήταν υποψήφια κατακτήθηκε από την ταινία του Ντέιβιντ Λιν Λόρενς της Αραβίας.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Υποψηφιότητα:

  • Καλύτερης Ταινίας – Άαρον Ρόζενμπεργκ
  • Φωτογραφίας, Έγχρωμη ταινία – Ρόμπερτ Σερτίς
  • Μουσικής Επιμέλειας - Μπρόνισλαου Κέιπερ
  • Ειδικών εφέ - Α. Άρνολντ Γκίλεσπαϊ & Μάιλο Μ. Λόρι
  • Μοντάζ – Τζον ΜακΣουίνι
  • Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης - Τζορτζ Ντέιβις, Χιου Χαντ, Χένρι Γκρέις & Τ. ΜακΜίλαν Τζόνσον
  • Πρωτότυπου Τραγουδιού - Μπρόνισλαου Κέιπερ & Πολ Φρανσις Γουέμπστερ (Love Song from Mutiny on the Bounty)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]