Ζεια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ζεία)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ζεια ή ζειά ή ζέα είναι δημητριακό που αναφέρεται κυρίως σε αρχαία κείμενα, και καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ., παρατηρείται σύγχυση για την ταυτότητά της. Η ζεια δεν έχει αποδεδειγμένη συσχέτιση με κανένα σημερινό είδος σιταριού.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζεια είναι λέξη αρχαιότατη. Στα περισσότερα από τα αρχαία ελληνικά κείμενα αναφέρεται στον πληθυντικό αριθμό, «ζειαί». Στα ξενόγλωσσα κείμενα συναντάται ως zea.

Σύμφωνα με κάποιους λεξικογράφους και σχολιαστές η λέξη ζεια προέρχεται από τα σανσκριτικά και καθορίζει τα πρώτα γνωστά δημητριακά [1]. Ο Μπαμπινιώτης[2], γράφει ότι συνδέεται ετυμολογικά με τις σανσκριτικές λέξεις yava, yavai που σημαίνουν σιτάρι. Από εδώ φαίνεται ότι προέρχεται και το όνομα της θεάς Δήμητρας («Δημήτηρ»), αλλά και το συνώνυμό του «Δηώ», όπως και το ομηρικό επίθετο της γης «ζείδωρος», το οποίο ο Ησύχιος[3] ερμηνεύει ως «βιόδωρος, ἡ (τά) πρός τό ζῆν δωρουμένη γῆ», ο πατριάρχης Φώτιος[4] ως «τήν πρός τό ζῆν δωρουμένην», το λεξικό Σούδα[5] ως «τήν γῆν τήν τά πρός τό ζῆν δωρουμένην», ενώ μόνο ο Autenrieth[6] σχετίζει τη ζείδωρο με τη ζεια, ερμηνεύοντάς την ως «ἡ ζειάς, γεννήματα δωρουμένη, χορηγοῦσα».

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρεται κυρίως σε αρχαία κείμενα ως δημητριακό, και καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Όμως, ήδη από το 2ο αι. μ.Χ., σύμφωνα με τον Γαληνό[7], παρατηρείται σύγχυση γύρω από την ταυτότητά της, κάτι που διαπιστώνεται από αναφορές σε διάφορους συγγραφείς από την αρχαιότητα ως πρόσφατα. Έτσι στην πορεία των αιώνων, η ζεια έχει ήδη «ταυτοποιηθεί» από διάφορους συγγραφείς με το Μονόκοκκο σιτάρι (Triticum monococcum ssp. monococcum), το δίκοκκο σιτάρι (T. turgidum ssp. dicoccum), το σιτάρι σπέλτα ή όλυρα (T. aestivum ssp. spelta), το κριθάρι (Hordeum vulgare), τη βρίζα ή σίκαλη (Secale cereale), το σόργο (Sorghum spp.), το καλαμπόκι (Zea mays L.) ή ίσως και κάτι άλλο.

Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την ζεια κυρίως για ζωοτροφή (άλογα, πουλιά κλπ.) ή δευτερευόντως για παρασκευή χόνδρου, κάτι που γίνεται σαφές από την προσεκτική μελέτη των αρχαίων κειμένων. Οι Έλληνες και Ρωμαίοι έτρωγαν ψωμί κυρίως από σιτάρι, ενώ κάποιες φορές, ιδιαίτερα οι πρώτοι Ρωμαίοι, έφτιαχναν ψωμί από όλυρα, ζεια ή far, σύμφωνα με τον Cornish[8].

Αναφορές σε αρχαία κείμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο χρονολογικά ιστορικό κείμενο που εμφανίστηκε η ζεια, ήταν η Οδύσσεια[9], όπου ο Όμηρος την ανακατεύει με άσπρο κριθάρι και τη χρησιμοποιεί ως τροφή των αλόγων (ραψ. Δ, στ. 41, «πὰρ δ᾿ ἔβαλον ζειάς, ἀνὰ δὲ κρῖ λευκὸν ἔμιξαν»), ενώ σε άλλο στίχο φυτρώνει μαζί με το σιτάρι και το άσπρο κριθάρι στον κάμπο της Λακωνίας (ραψ. Δ, στ. 604, «πυροί τε ζειαί τε ἰδ᾿ εὐρυφυὲς κρῖ λευκόν»). Στο προγενέστερο έπος του, την Ιλιάδα[10], ο Όμηρος δεν αναφέρει πουθενά τη ζεια, αλλά αντίστοιχα για τροφή των αλόγων αναμιγνύει την όλυρα με το άσπρο κριθάρι (ραψ. Ε, στ. 196, «ἑστᾶσι κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύρας» και ραψ. Θ, στ. 564 «ἵπποι δὲ κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύρας»). Από τις ομοιότητες των στίχων στα δύο ομηρικά έπη, συνάγεται ότι τον 8ο αι. π.Χ., η ζεια ταυτίζεται με την όλυρα και προορίζονταν για ζωοτροφή. Η ταυτοσημία των δύο ονομάτων είναι πιο ξεκάθαρη στο έργο «Ιστορίαι»[11] που έγραψε ο μεταγενέστερος Ηρόδοτος.

Ο Ηρόδοτος, περιγράφοντας τις παραξενιές των ανθρώπων στην αρχαία Αίγυπτο, γράφει ότι οι Αιγύπτιοι αντί για σιτάρι και κριθάρι, τρέφονται με όλυρα που κάποιοι ονομάζουν ζεια (Βιβ. ΙΙ, Ευτέρπη, κεφ. 36, «Ἀλλαχοῦ τρέφονται μέ σίτον καί κριθήν• ἀλλ' οἱ Αἰγύπτιοι θεωροῦσιν αἰσχρότατον καί ὑποβάλλωνται εἰς τοιαύτην δίαιταν, καί μεταχειρίζονται ὄλυραν, τήν ὀποίαν τινές ὀνομάζουσι ζειάν») και ότι το ψωμί τους είναι από ζεια (Βιβ. ΙΙ, Ευτέρπη, κεφ. 77, «τρέφονται μέ ἄρτους ἐκ ζειάς τούς ὀποίους ὀνομάζουσι κυλλήστεις»). Ο Λέτσας (1957) γράφει ότι τα αιγυπτιακά σιτάρια, λόγω του εδάφους όπου καλλιεργούνταν, έδιναν αλεύρι «αηδούς γεύσεως», το οποίο καθίσταντο αμμωνιακό και προκαλούσε ναυτία, αν καθυστερούσε η συγκομιδή του σιταριού.

Αντίθετα με τον Όμηρο και τον Ηρόδοτο, ο Θεόφραστος, στο έργο του «Περί Φυτών Ιστορίας» διακρίνει ξεκάθαρα τη ζεια από την όλυρα (κεφ. Θ, «ἒτι δέ ζειά, τίφη, ὀλύρα»). Γράφει για τη ζεια, ότι είναι το πιο απαιτητικό σε έδαφος από τα δημητριακά, γιατί έχει πολλές και βαθιές ρίζες και πολλά στελέχη (κεφ. Θ, «τῶν δέ ὁμοιοπύρων καί ὁμοιοκρίθων, οἷον ζειᾶς τίφης ὀλύρας βρόμου αἰγίλωπος, ἰσχυρότατον καί μάλιστα καρπιζόμενον ἡ ζειά• καί γάρ πολύρριζον καί βαθύρριζον καί πολυκάλαμον») και γι’ αυτό χρειάζεται καλό και δυνατό χωράφι (κεφ. Θ, «ἡ δέ τίφη….δι’ ὃ καί χώραν ζητεῖ λεπτήν, οὐχ ὥσπερ ἡ ζειά πίειραν καί ἀγαθήν»). Ο καρπός της είναι ευπρόσδεκτος από όλα τα ζώα (κεφ. Θ, «ὁ δέ καρπός κουφότατος καί προσφιλής πᾶσι τοῖς ζώοις») και μαζί με την τίφη είναι τα σιτηρά που μοιάζουν περισσότερο στο σιτάρι (κεφ. Θ, «ἔστι δέ δύο ταῦτα καί ὁμοιότατα τοῖς πυροῖς ἥ τε <ζειά καί ἡ τίφη>»).

Ο Πλίνιος στο έργο του «Naturalis Historia», διαχωρίζει τη ζεια από το ρωμαϊκό far και γράφει ότι οι χώρες που καλλιεργούν ζεια δεν έχουν far (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xix, 82, «qui zea utuntur non habent far»). Διαχωρίζει επίσης, τη ζεια από την τίφη που καλλιεργούνται στην Ελλάδα (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xx, 93, «apud Graecos est et zea, traduntque eam ac tiphen»), οι οποίες είναι ντυμένα σιτάρια. Περιγράφει μία τροφή την οποία ονομάζει alica και παρασκευάζεται από ζεια (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xxix, 112, «Alica fit e zea»), αλλά και μία δεύτερη, υποδεέστερη που παράγεται στην Αφρική από ένα εκφυλισμένο είδος ζειας, με μεγαλύτερα και πιο μαύρα στάχυα και κοντό καλάμι (Βιβ. ΧVIII, κεφ. xxix, 115, «Alica adulterina fit maxime quidem e zea, quae in Africa degenerat. latiores eius spicae nigrioresque et brevi stipula»).

Ο Διοσκουρίδης, όπως και ο Θεόφραστος, στο πεντάτομο σύγγραμμά του «Περί Ύλης Ιατρικής», διαχωρίζει τη ζεια από την όλυρα. Την περιγράφει ως «διττή», ότι έχει δηλαδή δύο μορφές, παραπέμποντας στο μονόκοκκο (Βιβ. 2, κεφ. ρια’, «ἡ μέν γάρ ἁπλῆ») και στο δίκοκκο σιτάρι (Βιβ. 2, κεφ. ρια’, «ἡ δε δίκοκκος καλεῖται»), με κόκκο που δε διαχωρίζεται από τα λέπυρα (ντυμένο) (Βιβ. 2, κεφ. ρια’, «ἐν δυσίν ἐλύτροις ἒχουσα συνεζευγμένον τό σπέρμα»).

Ο Γαληνός, σε συμφωνία κι αυτός με το Θεόφραστο, στο έργο του «Περί τροφών δυνάμεως», στο βιβλίο Α, στο κεφάλαιο ιγ’, διακρίνει τη ζεια από τα υπόλοιπα σιτηρά και κάνει εκτεταμένη αναφορά σ’ αυτή, ανατρέχοντας βιβλιογραφικά σε προγενέστερους από τον ίδιο συγγραφείς. Αξιοσημείωτη για τον ίδιο είναι η πλήρης απουσία της ζειας από τα κείμενα του Πραξαγόρα, του Φιλοτίμου, αλλά και του Ιπποκράτη. Αναφέρει ότι ο Διοκλής, στο έργο του «Υγιεινά προς Πλείσταρχον», εξετάζει τις δυνάμεις των «σιτίων» και τα κατατάσσει γράφοντας ότι μετά το κριθάρι και το σιτάρι ακολουθούν σε «αρετές» η όλυρα, η τίφη, η ζεια, ο μέλινος, το κεχρί. Τονίζει δε, ότι σε κάποια αντίγραφα των κειμένων του Διοκλή που ακολούθησαν, η ζεια αφαιρέθηκε, ενώ η λέξη «αρετές» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «χρήσεις». Αυτό που του κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, όπως γράφει, είναι το γεγονός ότι η όλυρα και η τίφη αναφέρονται σαν διαφορετικοί σπόροι. Επίσης αναφέρεται στο Μνησίθεο, ο οποίος έγραψε ότι κατάλληλοι σπόροι για τροφή μετά το σιτάρι και το κριθάρι είναι η τίφη που κάποιοι ονομάζουν όλυρα και μετά η ζεια, το κεχρί και ο μέλινος. Η τίφη αποτελεί ικανοποιητική και εύπεπτη τροφή, σε αντίθεση με το ψωμί από ζεια που είναι «βαρύ και δύσπεπτον». Η ζεια βέβαια αποτελεί αναγκαστική επιλογή στους ψυχρούς τόπους, επειδή είναι φυτό ανθεκτικό στις χαμηλές θερμοκρασίες. Αναφέρεται αναλυτικά και στο «Περί Φυτών Ιστορίας» του Θεόφραστου, στο «Ιστορίαι» του Ηροδότου και στο «Περί Ύλης Ιατρικής» του Διοσκουρίδη και αναγράφει αναλυτικά τις απόψεις των συγγραφέων, όπως αυτές περιεγράφηκαν ήδη παραπάνω. Διαβάζοντας τα κείμενα του Γαληνού, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ήδη από το 2ο αι. μ.Χ. η ζεια έχει σταματήσει να καλλιεργείται στην Ελλάδα. Ο Γαληνός μελέτησε τη βιβλιογραφία που έφθασε μέχρι την εποχή, όπου η ζεια εμφανίζεται μόλις πέμπτη σε διατροφική αξία, στη σειρά των καλλιεργουμένων σιτηρών, αφήνοντας πίσω της μόνο είδη κεχριού, ενώ σε κάποια μεταγενέστερα αντίγραφα αυτών των έργων η ζεια αφαιρέθηκε.

Ζέα, για τον Ησύχιο, είναι ένα από τα τρία κλειστά λιμάνια που έχει ο Πειραιάς, ο οποίος ονομάστηκε έτσι από τη ζεια («ἐκάτε παρά Ἀθηναίοις. καί εἶς τῶν ἐν Πειραεῖ λιμένων, οὗτω καλούμενος ἀπό τοῦ καρποῦ τῆς ζειᾶς• ἔχει δέ ὁ Πειραεύς λιμένας τρεῖς κλειστούς»). Ο πατριάρχης Φώτιος στο λεξικό του, γράφει ότι η Ζέα είναι λιμάνι στην Αθήνα («λιμήν Ἀθήνησιν»), ενώ αξιοσημείωτη είναι η απουσία της ζειας από τα λήμματα. Στο λεξικό Σούδα η ζειά ορίζεται ως «είδος κριθής».

Ο Βάσσος γράφει ότι η ζεια σπέρνεται το Μάρτιο και χρησιμοποιείται είτε για παρασκευή «χόνδρου», είτε για τροφή μικρών πουλιών.

Αναφορές σε σύγχρονα κείμενα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Dickson (1788) στο έργο του για την κτηνοτροφία των αρχαίων, παραθέτει βιβλιογραφία από τον Παλλάδιο, τον Βάρρωνα, τον Κολουμέλλα, τον Πλίνιο, τον Κάτωνα, έως τον Vincenzo Tanara και διακρίνει μία σύγχυση σχετικά με την ταυτότητα της ζειας και του far, ενώ κάπου καταγράφει και την alica σαν συνώνυμο σπόρο. Τη μια τα αναφέρει σαν διαφορετικά είδη και την άλλη ταυτίζει τη ζεια με το far, το οποίο περιγράφει σαν ντυμένο σιτάρι και το προτείνει για σπορά σε υγρά, πηλώδη εδάφη με διπλάσια ποσότητα σπόρου από το γυμνόσπερμο σιτάρι. Τελικά, πιο κοντά στο far τοποθετεί το T. spelta.

Στη νεότερη ελληνική βιβλιογραφία η ζεια συνεχίζει να αποτελεί άλυτο μυστήριο για τους επιστήμονες. Γεγονός είναι πάντως ότι, σύμφωνα πάντα με τους συγγραφείς που μελετήθηκαν, η ζεια, το δίκοκκο σιτάρι και η όλυρα (triticum spelta) απουσιάζουν από την ελληνική γη.

Ο Άνθιμος Γαζής (1809) μας πληροφορεί στο Λεξικό του, ότι η ζεια ή ζέα είναι είδος σιταριού, το T. spelta του Λινναίου, το far και το adoreum των Ρωμαίων, το γνωστό ασπροσίτι, που σπέρνεται την άνοιξη, που λέγεται και φάρος.

Το 1833 ο Γρηγόριος Παλαιολόγος, στηριζόμενος στο Θεόφραστο και στο Διοσκουρίδη, γράφει ότι η ζεια, διαχωρίζεται από την όλυρα, ενώ και τα δύο σιτηρά δεν υπάρχουν ούτε σαν ονόματα, αλλά ούτε και σαν φυτά την εποχή εκείνη. Σύμφωνα με το συγγραφέα του πρώτου γεωπονικού πονήματος στη νεότερη Ελλάδα, η ζεια είναι η όλυρα (T. spelta), η οποία στη Γαλλία ονομάζεται epautre και ο κόκκος της είναι κολλημένος σε διπλή φλούδα, έχει μεγάλο και βαρύ κόκκο, ενώ το αλεύρι της είναι πολύ άσπρο και πολύ καλό για αρτοποίηση. Την εποχή εκείνη, το φυτό αυτό καλλιεργούνταν στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Στο «Λεξικόν Ομηρικόν» του 1863, που αποτελεί μετάφραση του Δ. Ολυμπίου από τη γερμανική έκδοση του G. Autenrieth, πιθανολογείται ότι η ζεια είναι η βρίζα (σίκαλη).

Το 1901, ο Οικονομόπουλος γράφει ότι η ζεια είναι το καλαμπόκι (αραβόσιτος ή αραποσίτι), προφανώς στηριζόμενος στην επιστημονική του ονομασία (Zea mays L.). Είναι πασιφανές βέβαια ότι, η ζεια που καλλιεργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα δεν έχει σχέση με το καλαμπόκι, το οποίο ήρθε στην Ελλάδα μόλις το 1600 μ.Χ. (Βικιπαίδεια, 2013).

Ο Παναγιώτης Γεννάδιος, στο «Λεξικόν Φυτολογικόν», το 1914, αναφέρει αρχικά ότι οι άλλοι συγγραφείς ερμηνεύοντας τους αρχαιότερους οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι η ζεια συμπίπτει με το T. spelta, ενώ η όλυρα με το μονόκοκκο σιτάρι ή τη σίκαλη. Ο ίδιος ερμηνεύοντας ιστορικές αναφορές των Θεοφράστου, Διοσκουρίδη, Ηροδότου και Στράβωνα, καταλήγει ότι ζεια ταυτίζεται με το σόργο (Sorghum sp.). Ενισχύει την άποψή του αυτή, με την ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ των σανσκριτικών και νεοϊνδικών ονομάτων των Σόργων (Juar, Joar και Jowari) και του ελληνικού ζεια.

Ο Παπαδάκης (1929), οποίος στη σιταρογραφία του, περιγράφει όλα τα καλλιεργούμενα κατά την εποχή είδη σιταριού και τις ποικιλίες τους στην Ελλάδα, γράφει χαρακτηριστικά ότι δε συνάντησε ούτε το δίκοκκο σιτάρι, ούτε την όλυρα (triticum spelta) στην Ελλάδα, ενώ σε κανένα σημείο της σιταρογραφίας του δεν αναφέρει είδος ή ποικιλία σιταριού με το όνομα ζεια ή με κάποιο παρεμφερές όνομα. Το μόνο ντυμένο σιτάρι που καταγράφει είναι το μονόκοκκο και συγκεκριμένα η ποικιλία «Καπλουτζάς».

Ο γεωπόνος Αλέξανδρος Λέτσας (1957), στηριζόμενος στον Ηρόδοτο, ταυτίζει τη ζεια με την όλυρα και γράφει ότι είναι ένα από τα τέσσερα γένη δημητριακών που καλλιεργούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Τα άλλα τρία είναι ο σίτος (πυρός), η κριθή και ο κέγχρος. Γράφει επίσης ότι, σύμφωνα με τον άγιο Ιερώνυμο (4ος αι. μ.Χ.), η ζεια είναι η όλυρα (T. spelta), της οποίας η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε όταν δημιουργήθηκαν καλύτερα αμυλώδη σιτάρια.

Το 1983, ο Μιχαήλ Δαμανάκης από το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, στον «Κατάλογο των Αγρωστωδών της Ελλάδας» δεν καταγράφει τα T. dicoccum και την T. spelta σαν εγχώρια είδη, παρόλο που στο γένος Triticum περιλαμβάνει 17 είδη. Το μόνο σιτάρι (Triticum spp.) με ντυμένους σπόρους που παρατηρείται είτε ως καλλιεργούμενο, είτε ως αυτοφυές είναι το μονόκοκκο (Καββάδας, 1956).

Συμπεράσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζεια, καλλιεργήθηκε κύρια για ζωοτροφή στην αρχαία Ελλάδα. Άρχισε να χάνεται σταδιακά από τη βιβλιογραφία από τον 3ο αιώνα π.Χ. και επανεμφανίστηκε σ’ αυτή τον 1ο αιώνα μ.Χ., οπότε και άρχισε η ατέρμονη συζήτηση για την ταυτότητά της. Επομένως αποσύρθηκε από την ελληνική γεωργία πολύ πριν από το 1ο αιώνα μ.Χ., όταν είχαν γίνει πλέον γνωστά σε όλους τα γυμνόσπερμα σιτάρια, τα οποία απαιτούσαν πολύ λιγότερη μετασυλλεκτική κατεργασία από τα ντυμένα. Όσον αφορά την αμφιλεγόμενη ταυτότητά της, σύμφωνα πάντα με τις καταγεγραμμένες αναφορές, η ζεια θα μπορούσε να είναι η όλυρα (triticum spelta), η τίφη, το μονόκοκκο σιτάρι, το δίκοκκο σιτάρι, το κριθάρι, η βρίζα (σίκαλη), το σόργο ή και κάτι άλλο.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Λέτσας, Αλέξανδρος (1957). Μυθολογία της Γεωργίας. Θεσσαλονίκη. σελ. Τόμος ΙΙΙ. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ. ISBN 9789608975163. 
  3. Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, 5ος αι. μ.Χ. Λεξικόν. Από την έκδοση: Hesychii Alexandrini. Lexicon. Sumptibus Hermanni Dufftii, Ιένα, 1867.
  4. Φώτιος Α’, πατριάρχης, 9ος αι. μ.Χ. Λέξεων Συναγωγή. Excudit A. J. Valpy, Λονδίνο, 1822
  5. Σούδας ή Σουίδας, 10ος αι. μ.Χ. In ædibus Aldi, et Andreæ Soceri, Βενετία, 1514.
  6. Autenrieth Georg, 1863. Λεξικόν Ομηρικόν, Μεταφρασθέν εκ της πέμπτης γερμανικής εκδόσεως, υπό Δημητρίου Ι. Ολυμπίου, Έκδοσις Δευτέρα, Αθήνα
  7. Γαληνός Κλαύδιος, 2ος αι. μ.Χ. Περί τροφών δυνάμεως. Από τον 6ο τόμο της έκδοσης: Clavdii Galeni. Opera Omnia. Ed. D. Carolvs Gottlob Kuhn, Λειψία, 1823.
  8. Cornish, F. Warre, 1898. A concise dictionary of Greek and Roman antiquities. Based on Sir Smith’s larger dictionary, and incorporating the results of modern research. John Murray, Λονδίνο
  9. Όμηρος, 8ος αι. π.Χ. Οδύσσεια. Από την έκδοση: Ομήρου Οδυσσειάς. Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη - Ι. Κακριδή, 1938 (8η και τελική μορφή)
  10. Όμηρος, 8ος αι. π.Χ. Ιλιάδα. Από την έκδοση: Ομήρου Ιλιάς. ed. D. B. Monro and T. W. Allen. Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή, Οξφόρδη, 1920
  11. Ηρόδοτος, 5ος αι. π.Χ. Ηροδότου Ιστορίαι. Project Gutenberg's. The history of Herodotus.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Autenrieth Georg, 1863. Λεξικόν Ομηρικόν, Μεταφρασθέν εκ της πέμπτης γερμανικής εκδόσεως, υπό Δημητρίου Ι. Ολυμπίου, Έκδοσις Δευτέρα, Αθήνα
  • Γαζής Άνθιμος, 1809-1812-1816. Λεξικόν Ελληνικόν. Τρίτομον. Τόμοι 1,2,3. Επιστασία και Διόρθωση Σ. Βλαντή, Βενετία
  • Γαληνός Κλαύδιος, 2ος αι. μ.Χ. Περί τροφών δυνάμεως. Από τον 6ο τόμο της έκδοσης: Clavdii Galeni. Opera Omnia. Ed. D. Carolvs Gottlob Kuhn, Λειψία, 1823.
  • Γεννάδιος Παναγιώτης, 1914. Φυτολογικόν Λεξικόν. Από την έκδοση Β, 1959, Αθήνα.
  • Cornish, F. Warre, 1898. A concise dictionary of Greek and Roman antiquities. Based on Sir Smith’s larger dictionary, and incorporating the results of modern research. John Murray, Λονδίνο
  • Δαμανάκης Ε. Μιχαήλ, 1983. Κατάλογος των Αγρωστωδών της Ελλάδας. Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, Αθήνα.
  • Ηρόδοτος, 5ος αι. π.Χ. Ηροδότου Ιστορίαι. Project Gutenberg's. The history of Herodotus.
  • Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, 5ος αι. μ.Χ. Λεξικόν. Από την έκδοση: Hesychii Alexandrini. Lexicon. Sumptibus Hermanni Dufftii, Ιένα, 1867.
  • Καββάδας Σ. Δημήτριος, 1956-1964. Εικονογραφημένον βοτανικόν, φυτολογικόν λεξικόν, 9 τόμοι, Αθήνα
  • Κασσιανός Βάσσος Σχολαστικός, 6ος αι. μ.Χ. Γεωπονικά. Παρούσα έκδοση από τον Henricus Beckh, 1895, Λειψία
  • Λέτσας Ν. Αλέξανδρος, 1957. Μυθολογία της Γεωργίας. Τόμος ΙΙΙ, Θεσσαλονίκη
  • Μπαμπινιώτης Γεώργιος, 2002. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Δεύτερη Έκδοση. Κέντρο Λεξικολογίας ΕΠΕ. Αθήνα
  • Οικονομόπουλος Ι. Ηλίας., 1901. Γεωργία και Κτηνοτροφία. Εκδόσεις «Κάδμος», Αθήνα
  • Όμηρος, 8ος αι. π.Χ. Ιλιάδα. Από την έκδοση: Ομήρου Ιλιάς. ed. D. B. Monro and T. W. Allen. Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη - Ι. Θ. Κακριδή, Οξφόρδη, 1920
  • Όμηρος, 8ος αι. π.Χ. Οδύσσεια. Από την έκδοση: Ομήρου Οδυσσειάς. Μετάφραση Ν. Καζαντζάκη - Ι. Κακριδή, 1938 (8η και τελική μορφή)
  • Παλαιολόγος Γρηγόριος, 1833. Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Τόμος Α. Ναύπλιο
  • Παπαδάκης Σ. Ιωάννης, 1929. Ελληνικοί τύποι σίτου. Επιστημονικό Δελτίο του «Ειδικού Σταθμού Καλλιτερεύσεως Φυτών εν Θεσσαλονίκη». Έκδοση με δαπάνη της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού της Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη
  • Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, 6ος αι. μ.Χ. Naturalis Historia. Pliny the Elder. Karl Friedrich Theodor Mayhoff, Teubner, Λειψία, 1906
  • Σούδας ή Σουίδας, 10ος αι. μ.Χ. In ædibus Aldi, et Andreæ Soceri, Βενετία, 1514.
  • Theophrastus and Arthur F. Hort, 1916. Theophrastus: “Enquiry into plants” and minor works on odours and weather signs, with an English translation by sir Arthur Hort, vol II, Λονδίνο
  • Φώτιος Α’, πατριάρχης, 9ος αι. μ.Χ. Λέξεων Συναγωγή. Excudit A. J. Valpy, Λονδίνο, 1822
  • Χρηστίδης Βασίλειος, 1963. Χειμωνιάτικα σιτηρά. Δεύτερη έκδοση, Θεσσαλονίκη, 349 σελ.