Ζαν-Πωλ Ριοπέλ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ζαν-Πωλ Ριοπέλ, Η κονταρομαχία (La joute, 1969). Γλυπτό από μπρούντζο το οποίο βρίσκεται στην Πλατεία Ζαν-Πωλ Ριοπέλ, στο κέντρο του Μόντρεαλ. Συμβολίζει το χόκεϊ, αγαπημένο άθλημα των Κεμπεκιωτών και όλων των Καναδών.

Ο Ζαν-Πωλ Ριοπέλ (Jean-Paul Riopelle: Μόντρεαλ, 7 Οκτωβρίου 1923 – Μονμανύ (Montmagny), Κεμπέκ, 12 Μαρτίου 2002) ήταν Γαλλοκαναδός υπερρεαλιστής ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης.

Από πολύ μικρός έδειξε το ζωγραφικό του ταλέντο. Σε ηλικία έξι ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γαλλοκαναδό ζωγράφο Ανρί Μπισσόν (Henri Bisson). Ένα χρόνο αργότερα πέθανε ο μικρότερος αδελφός του, Πιέρ (Pierre), και το γεγονός αυτό σημάδεψε την ζωή του καλλιτέχνη.

Το 1941 εγγράφηκε στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ για να σπουδάσει αρχιτεκτονική, αλλά από τον επόμενο χρόνο εγκατέλειψε τις σπουδές αρχιτεκτονικής για να σπουδάσει ζωγραφική στην Σχολή Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ (École des beaux-arts de Montréal). Εκεί γνώρισε τον πρωτοπόρο για την εποχή του Γαλλοκαναδό ζωγράφο Πωλ-Εμίλ Μπορντουά και έγινε μέλος της καλλιτεχνικής ομάδας των αυτοματιστών, που είχε δημιουργήσει ο τελευταίος. Μαζί με άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους του Κεμπέκ υπέγραψε την διακήρυξη της Παγκόσμιας απόρριψης που συνέταξε ο Μπορντουά. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό μανιφέστο εναντίον όλων των περιορισμών που έθετε η κοινωνία του Κεμπέκ την εποχή εκείνη — κυρίως εναντίον της καθολικής θρησκευτικής παράδοση των Γαλλοκαναδών.

Το 1946, νυμφεύθηκε την Φρανσουάζ Λ'Εσπεράνς (Françoise L'Éspérance), με την οποία απέκτησε δύο κόρες, την Υζέλ (Yseult, γεν. 1948) και την Συλβί (Sylvie, γεν. 1949). Αργότερα, ο Ριοπέλ απέκτησε και ένα γιο από εξώγαμη σχέση, τον Γιαν Φραβαλό (Yann Fravalo).

Το 1949 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου γνώρισε τους υπερρεαλιστές και έγινε φίλος με τον Αντρέ Μπρετόν. Ο τελευταίος τού έβγαλε το παρωνύμιο «ο Καναδός ξυλοκόπος» (γαλλ., «le bucheron canadien»). Στην γαλλική πρωτεύουσα, γνώρισε την Αμερικανίδα ζωγράφο Τζόαν Μίτσελ, με την οποία συνδέθηκε από το 1955 και επί είκοσι πέντε χρόνια. Στο Παρίσι αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην αφηρημένη ζωγραφική και στο all-over, μια τεχνική αφαίρεσης κάθε φόρμας με επάλληλες επικαλύψεις του πίνακα με το πινέλο ή με ψεκασμό (αεροζόλ). Αργότερα, μετά την επιστροφή του στο Μόντρεαλ, επανήλθε στην φόρμα, δημιουργώντας μια σειρά από πίνακες με πουλιά.

Από την δεκαετία του 1960, άρχισε να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στην Γαλλία και τον Καναδά. Ταυτοχρόνως, η φήμη του άρχισε να απλώνεται, με αποτέλεσμα να γίνει ο πιο ακριβοπληρωμένος Καναδός ζωγράφος. Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, αρχής γενομένης από το Βραβείο UNESCO στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1952.

Το 1956 15 έργα του εκτέθηκαν στο Μουσείο Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ. Ακολούθησαν πλήθος άλλες εκθέσεις ανά την υφήλιο και το 1963, η Εθνική Πινακοθήκη του Καναδά διοργάνωσε προς τιμή του μεγάλη αναδρομική έκθεση. Παρόμοια αναδρομική έκθεση με έργα του καλλιτέχνη διοργανώθηκε το 1980 στο Κέντρο Ζωρζ Πομπιντού στο Παρίσι.

Από το 1990 περίπου σταμάτησε τις μετακινήσεις ανάμεσα στην Γαλλία και τον Καναδά και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κεμπέκ. Για αρκετά χρόνια ήταν άρρωστος και από το 1993 είχε σχεδόν σταματήσει κάθε καλλιτεχνική δουλειά.

Η μεγάλη αξία των έργων που άφησε με τον θάνατό του προκάλεσε μακροχρόνια και πολυδάπανη δικαστική διαμάχη ανάμεσα στα παιδιά του καλλιτέχνη και την τελευταία του σύντροφο, Υγκέτ Βασόν (Huguette Vachon).

Έργα του βρίσκονται σε πολλά μουσεία και ιδιωτικές συλλογές. Το 2006 το Μουσείο Ερμιτάζ της Πετρούπολης τίμησε τον ζωγράφο με μεγάλη έκθεση έργων του. Ένα από τα πιο διάσημα έργα του, η τοιχογραφία Τιμή στην Ρόζα Λούξεμπουργκ (Hommage à Rosa Luxembourg, 1993), που ο ζωγράφος δημιούργησε όταν έμαθε τον θάνατο της πρώην συντρόφου του Τζόαν Μίτσελ, φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσείο Καλών Τεχνών του Κεμπέκ (Musée national des beaux-arts du Québec).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα